Οι ασθενείς με ψωρίαση φαίνεται να αντιμετωπίζουν σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαταραχών ύπνου σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό, σύμφωνα με νέα μεγάλη μελέτη που βασίστηκε σε περισσότερα από 150.000 ιατρικά αρχεία. Τα ευρήματα, τα οποία παρουσιάστηκαν στην Ετήσια Συνάντηση της Αμερικανικής Ακαδημίας Δερματολογίας (AAD) για το 2026, ενισχύουν την άποψη ότι η ψωρίαση δεν επηρεάζει μόνο το δέρμα, αλλά συνδέεται και με ευρύτερα προβλήματα υγείας, όπως οι διαταραχές ύπνου.

Διαταραχές ύπνου: Γιατί οι ασθενείς με ψωρίαση αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο, σύμφωνα με μελέτη

Οι ερευνητές τονίζουν ότι η έγκαιρη αναγνώριση και αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων μπορεί να συμβάλλει σημαντικά στην βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών.

Οι συγγραφείς της μελέτης εξήγησαν ότι η ψωρίαση έχει ήδη συνδεθεί με μια σειρά από συστηματικές συννοσηρότητες. Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι η αρθρίτιδα, η κατάθλιψη, η φλεγμονώδης νόσος του εντέρου και τα καρδιαγγειακά νοσήματα σχετίζονται συχνά με την ψωρίαση.

Παρόλο που τα προβλήματα ύπνου αναφέρονταν συχνά από τους ασθενείς, η σύνδεση αυτή δεν είχε οριστεί με σαφήνεια μέχρι σήμερα. «Τα στοιχεία που προέκυψαν υποδηλώνουν μια σύνδεση της ψωρίασης με τις διαταραχές ύπνου, αλλά οι μελέτες προέρχονταν από μικρά δείγματα», σημείωσαν οι ερευνητές.

Νέα μελέτη διενεργήθηκε στόχο να καλύψει ένα κενό στη γνώση, χρησιμοποιώντας μια μεγάλη, πολυκεντρική βάση ηλεκτρονικών ιατρικών φακέλων. Οι συγγραφείς αξιοποίησαν το ερευνητικό δίκτυο TriNetX για να μελετήσουν 84.226 ενήλικες με ψωρίαση σε αντιστοιχία με 84.226 άτομα χωρίς ψωρίαση. Οι ομάδες ελέγχου αντιστοιχίστηκαν ως προς την ηλικία, το φύλο και τη φυλή/εθνικότητα. Άτομα με προηγούμενη διάγνωση διαταραχών ύπνου ή σημαντικούς παράγοντες κινδύνου, όπως η παχυσαρκία και το κάπνισμα, αποκλείστηκαν.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η ψωρίαση συνδέεται με διάφορες διαταραχές ύπνου. Πιο συγκεκριμένα, οι ασθενείς με ψωρίαση παρουσίασαν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαταραχών σε βάθος τριετίας:

Υπερυπνία: Αυξημένος κίνδυνος κατά 104,3% (risk ratio [RR]: 2,043).
Αϋπνία: Αυξημένος κίνδυνος κατά 48,7% (RR: 1,487).
Σύνδρομο Ανήσυχων Ποδιών (RLS): Αυξημένος κίνδυνος κατά 30,8% (RR: 1,308).
Υπνική Άπνοια: Αυξημένος κίνδυνος κατά 16,6% (RR: 1,166).

Αντίθετα, δεν παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος για διαταραχές του κιρκάδιου ρυθμού ή παραϋπνίες, σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης.

Οι πιθανές επιπτώσεις της θεραπείας για την ψωρίαση στον ύπνο

Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον εύρημα της μελέτης είναι ότι η φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνει ο ασθενής επηρεάζει την ποιότητα του ύπνου. Πιο συγκεκριμένα παρατηρήθηκαν τα εξής:

Αναστολείς TNF-άλφα και συμβατικές θεραπείες: Συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο υπνικής άπνοιας.
Αναστολείς Ιντερλευκινών (IL-17 και IL-23): Φαίνεται να οδηγούν σε χαμηλότερο κίνδυνο διαταραχών ύπνου, υποδηλώνοντας μια πιθανή προστατευτική δράση.

[Οι αναστολείς TNF-άλφα είναι βιολογικοί παράγοντες που μπλοκάρουν την πρωτεΐνη TNF-α, μειώνοντας τη χρόνια φλεγμονή σε αυτοάνοσα νοσήματα όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα, η ψωρίαση και η νόσος Crohn.

Οι αναστολείς ιντερλευκινών (IL inhibitors) αποτελούν μια κατηγορία στοχευμένων βιολογικών παραγόντων που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία σοβαρών αυτοάνοσων και φλεγμονωδών νοσημάτων. Δρουν μπλοκάροντας συγκεκριμένες ιντερλευκίνες (πρωτεΐνες που προκαλούν φλεγμονή) ή τους υποδοχείς τους, μειώνοντας έτσι τη φλεγμονώδη απόκριση του ανοσοποιητικού συστήματος].

Τα αποτελέσματα αυτά ενισχύουν την άποψη ότι η επιλογή της θεραπείας για την ψωρίαση παίζει καθοριστικό ρόλο όχι μόνο στην υγεία του δέρματος, αλλά και στη συνολική ευεξία και ξεκούραση του ασθενούς.

Ψωρίαση και διαταραχές ύπνου: Πώς οι νέες θεραπείες βελτιώνουν την ποιότητα ζωής των ασθενών

Για παράδειγμα, μια μελέτη του 2023 που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Journal of Rheumatology διαπίστωσε ότι οι ασθενείς με ψωριασική αρθρίτιδα που έλαβαν αναστολείς TNF, τον αναστολέα της IL-23 guselkumab (Tremfya) ή τον αναστολέα της κινάσης Janus (JAK) filgotinib (Jyseleca), παρουσίασαν βελτίωση στην ποιότητα του ύπνου τους.

Η σύνδεση φλεγμονής και αϋπνίας

Η νέα μελέτη των επισημόνων εξηγεί ότι η σχέση μεταξύ ψωρίασης και διαταραχών ύπνου είναι πιθανότατα πολυπαραγοντική. Κύριοι παράγοντες είναι η διακοπή του ύπνου λόγω του κνησμού (φαγούρα) και τα κοινά μονοπάτια φλεγμονής (π.χ. αυξημένα επίπεδα IL-1β, IL-6, IL-12). Αυτός είναι πιθανώς ο λόγος που οι αναστολείς των ιντερλευκινών φαίνεται να μειώνουν τον κίνδυνο εμφάνισης προβλημάτων ύπνου.

Οι συντάκτες της μελέτης επεσήμαναν ορισμένους περιορισμούς στα ευρήματά τους, όπως:

Τον αναδρομικό χαρακτήρα του σχεδιασμού της μελέτης.
Την πιθανότητα λανθασμένης διαγνωστικής κωδικοποίησης στα ηλεκτρονικά αρχεία υγείας της βάσης δεδομένων.
Την έλλειψη πλήρων πληροφοριών σχετικά με τη χρήση ηρεμιστικών ή άλλων βοηθημάτων ύπνου από τους συμμετέχοντες.

Επιπλέον, σημείωσαν ότι οι διαταραχές ύπνου τείνουν να διαγιγνώσκονται πιο σπάνια, γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει την εκτίμηση του επιπέδου κινδύνου.

Παρά τους περιορισμούς, οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι ασθενείς με ψωρίαση αντιμετωπίζουν σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης διαταραχών ύπνου.

Οι ειδικοί τονίζουν τα εξής:

Οι δερματολόγοι θα πρέπει να εξετάζουν τακτικά τους ασθενείς με ψωρίαση για προβλήματα ύπνου.
Είναι απαραίτητη η έγκαιρη παραπομπή σε ειδικούς εάν υπάρχουν υποψίες για διαταραχές.
Απαιτούνται περαιτέρω προοπτικές μελέτες, οι οποίες θα περιλαμβάνουν αντικειμενικές μετρήσεις της σοβαρότητας της ψωρίασης και πολυπνογραφία, για την επικύρωση αυτών των συσχετίσεων και των πιθανών θεραπειών.