website analysis Δέκα χρόνια χωρίς τον David Bowie / Ένας τελετουργικός θάνατος που έμοιαζε με τέχνη – Epikairo.gr

Δέκα χρόνια πριν στις 8 Ιανουαρίου ο David Bowie έκλεινε τα 69 του χρόνια ενώ την ίδια ημέρα κυκλοφορούσε το εικοστό έκτο στούντιο άλμπουμ του, το Blackstar, και χωρίς να το υποψιάζεται κανείς – ούτε φυσικά οι θαυμαστές του, ακόμα και πολλοί από τους φίλους του – ετοιμαζόταν να «κατέβει από τη σκηνή» άπαξ διά παντός στις 10 Ιανουαρίου, έχοντας μόνο εκείνος και δύο-τρείς πολύ στενοί συνεργάτες πλήρη γνώση της κατάστασης – μια σιωπηλή, ιδωτική μάχη με καρκίνο στο ήπαρ, όπως είχε λίγο αργότερα τότε εξηγήσει ο Τόνι Βισκόντι, παραγωγός του και φίλος για δεκαετίες.

Ο θάνατός του ήταν τόσο αιφνίδιος όσο η πτώση των Δίδυμων Πύργων, λέγαμε «όταν έγινε ήμουν…εκεί», οπουδήποτε ήταν ο καθένας, θυμάσαι τι έκανες, πού καθόσουν, ποιός σου το είπε ή πώς το έμαθες μόνος σου.

Στο ομότιτλο βίντεο του Blackstar αλλά και στο βίντεο του Cold Lazarus ο Bowie δεν περιγράφει απλώς τον θάνατο, τον σκηνοθετεί σαν τελετουργική μετάβαση.

Από την πρώτη εικόνα, με το μαύρο άστρο και το ψυχρό, σχεδόν ιερό τοπίο, φτιάχνει ένα προσωρινό σύμπαν όπου η απουσία έχει ήδη εγκατασταθεί.

Η μορφή του με τα δεμένα μάτια και τα κουμπιά στη θέση του βλέμματος θυμίζει μάρτυρα και σκοτεινό ιερέα μαζί. Δεν κοιτά τον κόσμο, αλλά το εσωτερικό του, σαν να τελεί μια λειτουργία για τον ίδιο του τον μύθο.

Οι κινήσεις του είναι μετρημένες, ενώ το εύρημα ενός κρανίου αντιμετωπίζεται ως κειμήλιο, σαν να ορίζει ο ίδιος το αντικείμενο της λατρείας.

Οι φιγούρες που τον περιβάλλουν είναι χορός αρχαίας τραγωδίας που επικυρώνει την αποχώρηση. Οι σπασμωδικοί χοροί τους και οι συσπάσεις του σώματος είναι η αποκόλληση από τη γήινη βαρύτητα.

Στο Cold Lazarus, το δωμάτιο, τα κρεβάτια και οι σκιές είναι ο θάλαμος επιβίβασης – μετουσίωσης, και η ντουλάπα όπου εξαφανίζεται στο τέλος λειτουργεί σαν την τελευταία κρυφή έξοδο πίσω από το προφανές.

Ο Bowie μετατρέπει το τέλος σε τελετή, όχι κατάρρευση, αλλά συνειδητή, αισθητικά ελεγχόμενη μεταμόρφωση, αφήνοντας στο κοινό τον ρόλο του αυτόπτη παρατηρητή.

Με κάθε σύμβολο – η πομπή, τα ξόρκια, η επανάληψη, η κλειστή πόρτα – αποχαιρετά την περσόνα του και τους χαρακτήρες του με αξιοπρέπεια, επιβεβαίωση ότι το τέλος έχει ήδη ενσωματωθεί στο έργο.

Το μαύρο, αυστηρό ντύσιμο και η κοφτή, θεατρική σιλουέτα παραπέμπουν στον Thin White Duke, σαν να φορά πάνω του κομάτια από τις παλιές εμφανίσεις, όχι για να τις νοσταλγήσει, αλλά για να τις μαζέψει όλες σε μία τελευταία ενσάρκωση πριν χαθεί.

Ένα φινάλε απορητικό και συνταρακτικό, με τη ντουλάπα όπου μέσα της εξαφανίζεται να είναι η πιο καθαρή εικόνα της μαγικής εξόδου – και βεβαίως της μεγάλης αλλαγής, όπως υπονοείται και στο βίντεο του τραγουδιού No Plan, που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του, το 2017, και μας δείχνει έναν φασματικό Bowie να μαγνητίζει περαστικούς διαβάτες στη βιτρίνα ενός καταστήματος επισκευής παλιών τηλεοράσεων με το όνομα Newton Electrics, το όνομα (Newton) του εξωγήινου – κυριολεκτικά – χαρακτήρα του στην ταινία The Man Who Fell to Earth (1976).

Το τραγούδι είχε γραφτεί κατά την διάρκεια των ηχογραφήσεων για το Blackstar αλλά δεν συμπεριλήφθηκε στον τελικό δίσκο, η δε παραγωγή του βίντεο του No Plan είχε προγραμματιστεί να γίνει μετά θάνατον λόγω του (εκ των πραγμάτων) περιορισμένου χρόνου – και σύμφωνα με τις οδηγίες του Bowie για το στιλ και την άποψή του. Είχε προνοήσει ΚΑΙ για αυτό.

Οι περαστικοί άνθρωποι μαζεύονται ένας-ένας, γίνονται ένα μικρός θίασος, κοιτάνε τον Bowie και τα μηνύματα που εκπέμπει απο το ενεργειακό σύμπαν στις παλιές CRT οθόνες. Έχει προφανώς «φύγει» και επικοινωνεί από κάπου αλλού. Σε μία από αυτές τις οθόνες, βλέπουν κάτι σαν κομήτη να πέφτει, ίσως σε ένα νέο προορισμό, σε μια νέα περιπέτεια για την επόμενη βερσιόν του Bowie.

Όπως συνέβη τόσες φορές στη διαδρομή του, ακόμη και το τέλος του έμοιαζε να είναι ένα καλογραμμένο κεφάλαιο μιας συνολικής δημιουργικής αφήγησης.

Ένας καλλιτέχνης που έκανε την αλλαγή ταυτοτήτων τρόπο ύπαρξης, έμοιαζε να σκηνοθετεί την τελευταία του μεταμόρφωση με το ίδιο θάρρος που έφερε κάποτε τον Ziggy Stardust, τον Aladdin Sane, το βερολινέζικο δυστοπικό look με τις μαύρες σκιές στο πρόσωπό του, και τη ζοφερή λάμψη της ποπ των 80ς στην ίδια, αδιάσπαστη γραμμή αναφοράς μιας ενιαίας ιστορίας που αλλάζει, από την μια ψυχή στην άλλη.

Τον περασμένο Σεπτέμβριο το Μουσείο Βικτόρια & Άλμπερτ (V&A) απέκτησε το Αρχείο David Bowie και ίδρυσε το Κέντρο David Bowie για τη Μελέτη των Παραστατικών Τεχνών στην ειδική πτέρυγα East Storehouse, που άνοιξε στο ανατολικό Λονδίνο.

Αποτελείται από ένα εκτενές αρχείο της ζωής του Bowie, το οποίο περιλαμβάνει περισσότερα από 80.000 αντικείμενα – όπως χειρόγραφοι στίχοι, κοστούμια, όργανα – και απεικονίζει τη ζωή και το έργο του.

Ο διευθυντής του V&A, Τρίστραμ Χαντ, το χαρακτήρισε «ένα νέο “βιβλίο” αναφοράς για τους Bowies του αύριο». Και είναι πιθανό αυτό να αποδειχθεί το πιο ανθεκτικό έργο, όχι απλώς σαν ανάμνηση, αλλά υποδομή για μελλοντική έρευνα, φαντασία, δημιουργία.

Με αφορμή τις φετινές επετείους, ο νέος χώρος φωτίζει ειδικά τις συνεργασίες του με τον στιλίστα Freddie Burretti, τον άνθρωπο που διαμόρφωσε την πρώιμη εικόνα των αρχών των 70s και τη συνολική οπτική ταυτότητα του Ziggy Stardust, να μας θυμίζει ότι στον Bowie η εικόνα δεν ήταν «περιτύλιγμα», αλλά γλώσσα επικοινωνίας από άλλο πλανήτη.

Φωτογραφία από το Μουσείο Βικτόρια και Άλμπερτ (V&A) με cut-ups στίχων του τραγουδιού «Blackout» από το άλμπουμ «Heroes» του 1977. (EPA/V&A/DAVID BOWIE ARCHIVE/HANDOUT)

Φωτογραφία από το Μουσείο Βικτόρια και Άλμπερτ (V&A) ενός καπιτονέ κοστουμιού δύο τεμαχίων, σχεδιασμένο το 1972 από τον Freddie Burretti για την περιοδεία Ziggy Stardust. (EPA/V&A/DAVID BOWIE ARCHIVE/HANDOUT

Αυτοπροσωπογραφία του David Bowie. (EPA/V&A/DAVID BOWIE ARCHIVE/HANDOUT

Το Labyrinth ξανά στις αίθουσες και το «Heroes» στο φινάλε του Stranger Things

Η επέτειος δεν είναι μόνο μουσική. Η ταινία Labyrinth (1986), σε σκηνοθεσία του αείμνηστου Τζιμ Χένσον, επιστρέφει στους κινηματογράφους για τα 40 χρόνια της.

Ο κριτικός Πίτερ Μπράντσοου της Guardian την αποκάλεσε πρόσφατα «μία από τις πιο γοητευτικά αλλόκοτες και χαριτωμένες οικογενειακές ταινίες που μπορεί κανείς να φανταστεί».

Στην άλλη πλευρά της οθόνης, το τραγούδι «Heroes» του 1977 έντυσε μουσικά το μεγάλο φινάλε του Stranger Things, προκαλώντας μια σύντομη αναζωπύρωση, καθώς το τραγούδι ανέβηκε μέχρι το Νο 75 στα midweek charts του Ηνωμένου Βασιλείου, πριν υποχωρήσει.

Επιπλέον, ανακοινώθηκε ότι προχωρούν σχέδια ώστε να ανοίξει στο κοινό το σπίτι των παιδικών του χρόνων στο Bromley του νότιου Λονδίνου.

Τι σημαίνει ο Bowie στην εποχή του streaming και των αλγόριθμων;

Όταν πέθανε ο Bowie, η κλίμακα της δημοσιογραφικής κάλυψης και του δημόσιου πένθους ήταν τόσο τεράστια που θα νόμιζε κανείς πως η μουσική του θα είναι «παντού για πάντα». Για λίγο, έτσι φάνηκε, όταν το Starman έφτασε στο Νο 18 και το Space Oddity στο Νο 24. Κι ύστερα, έπεσε πάλι.

Η μεταθανάτια ακτινοβολία μετριέται αλλιώς σήμερα: Με χρήμα, streams, αλγόριθμους, λίστες, πώς θα «ανακαλυφθείς» από νέους ακροατές.

Εν τω μεταξύ, κάθε χρόνο το Forbes δημοσιεύει λίστα με τους υψηλότερα αμειβόμενους αποβιώσαντες celebrities.

Ο Bowie εμφανίστηκε το 2016 (Νο 11, με 10,5 εκατ. δολάρια) και το 2017 (ξανά Νο 11, με 9,5 εκατ. δολάρια) – λογικό, λόγω της στιγμιαίας κορύφωσης ενδιαφέροντος μετά τον θάνατο ενός μέγκα σταρ του μεγέθους και της βαρύτητας του Bowie.

Έπειτα εξαφανίστηκε από τη λίστα μέχρι το 2022, όταν βρέθηκε στο Νο 3 με 250 εκατ. δολάρια ως ο υψηλότερα καταταγμένος μουσικός εκείνης της χρονιάς.

Όμως αυτό οφειλόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου στην πώληση των μουσικών δικαιωμάτων έκδοσης (publishing rights) στη εταιρία Warner Chappell.

Σε αντίθεση με καλλιτέχνες όπως ο Prince, ο John Lennon, ο Elvis Presley, ο Bob Marley ή ο Michael Jackson, ο Bowie δεν έγινε «μόνιμος» του Forbes.

Και τώρα που το music publishing έχει βγει από την εξίσωση των μελλοντικών εσόδων, δύσκολα θα επιστρέψει στη λίστα, εκτός αν το Bowie Estate προχωρήσει σε κάτι ακόμη μεγαλύτερο, την πώληση των master recordings από το 1968 και μετά, τα οποία κατέχει – και αδειοδοτεί στη Warner Music Group.

Όσον αφορά στα streams, παραδόξως, ο Bowie «υπο-αποδίδει» για το μέγεθός του, καθώς έχει περίπου 22 εκατ. μηνιαίους ακροατές στο Spotify, τη στιγμή που ο Bob Marley έχει 26 εκατ., η Whitney Houston 34 εκατ., ο Elvis Presley 45 εκατ., ο John Lennon 43 εκατ..

Και στο περιώνυμο «Billions Club» του Spotify, μόνο ένα τραγούδι του Bowie μπαίνει: Το Under Pressure, με πάνω από 2 δισ. streams – κάτι που εύλογα αποδίδεται και στη συμμετοχή των Queen, οι οποίοι έχουν και άλλα επτά τραγούδια πάνω από το ένα δισεκατομμύριο streams.

Πώς εξηγείται αυτό; Μια ερμηνεία είναι ότι το Bowie Estate δυσκολεύεται να «φλερτάρει» αποτελεσματικά ένα φρέσκο, νεανικό ακροατήριο.

Ο Bowie έχει και επίσημο Instagram με περίπου 3 εκατ. followers και TikTok με 656 χιλ., με το TikTok να είναι ένα ιδιαίτερα νεανικό πεδίο ακουσμάτων.

Στην εποχή του streaming, βέβαια, μπορεί να πει κανείς ότι τα playlists κάνουν καλύτερη δουλειά, όπως το This Is David Bowie στο Spotify ή David Bowie Essentials στο Apple Music.

Και όσον αφορά στο Under Pressure, προσωπική επιλογή είναι η live εκδοχή του τραγουδιού με τον Bowie και την Annie Lennox, συνοδευόμενοι από τα εναπομείναντα (τότε) μέλη των Queen – όταν ο Freedie Mercury είχε ήδη πεθάνει. Προσέξτε πόσο υπέροχα ταιριάζει μουσικά η φωνή του Bowie με της Lennox.

Σε αντίθεση με τη δεκαετία του ’80, όταν υπήρχαν μαζικά, ευρέως προσβάσιμα σημεία πολιτισμικής «εισόδου» των νεότερων θαυμαστών/ακροατών, όπως το Labyrinth (που είπαμε ότι επιστρέφει τώρα στις αίθουσες) ή ακόμη και το παιδικό ταινιάκι The Snowman (1982), σήμερα υπάρχουν λιγότερες «πόρτες» που να δελεάζουν τους νεότερους ακροατές – αυτούς που είναι απαραίτητοι για να παραμείνει μια καλλιτεχνική κληρονομιά ενεργή.

Ωστόσο η στρατηγική του Bowie Estate έχει «γείρει» προς ακριβές, πολυτελείς εκδόσει, με box sets όπως τα Who Can I Be Now? (1974–1976) και I Can’t Give Everything Away (2002–2016), αλλά και πληθώρα live albums – 13 συνολικά μετά τον θάνατό του.

Αυτά «ταΐζουν» τους εύπορους μεσήλικες φαν, όμως είναι εκτός του budget – και ακόμα πιο εκτός του ενδιαφέροντος – ενός εφήβου που θα μπορούσε να γίνει ο εμμονικός Bowie-λάτρης του αύριο.

Μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησε μόνο μία συλλογή Greatest Hits, το Legacy (The Very Best of David Bowie), τον Νοέμβριο του 2016.

Το Bowie Estate αρνήθηκε να αδειοδοτήσει μουσική για το biopic Stardust το 2021 και προτίμησε να στηρίξει το ντοκιμαντέρ Moonage Daydream του Brett Morgen το 2022.

Το ντοκιμαντέρ Bowie: The Final Act, που κυκλοφόρησε τον περασμένο μήνα και πήγε καλά, μετακινεί το βλέμμα από την «αυτοκρατορική» δεκαετία του ’70 προς το εμπορικό απόγειο των ’80s και τη μεταγενέστερη πορεία του.

Υπήρξαν και οι εορτασμοί Bowie 75 το 2021 – αν και για πολλούς αυτοί έμοιαζαν κυρίως με ένα κύμα από Bowie μαγαζάκια «μίνι-μπουτίκ» με μόδα «τύπου Bowie» που άνοιξαν σε Λονδίνο και Νέα Υόρκη.

Ο δε επίσημος ιστότοπος του David Bowie ασφυκτιά από μικροαντικείμενα με το αστραποειδές του Aladdin Sane, που έχει γίνει αισθητικό συνώνυμο του Bowie, συμπιέζοντας τις δεκάδες οπτικές του ενσαρκώσεις σε μία μόνο στιγμή του 1973 – όπως ακριβώς οι Kiss κάποτε έγιναν περισσότερο «οπτικό brand name» παρά συγκρότημα: Μπρελόκ, βρεφικές σαλιάρες και φορμάκια για μωρά μανατζερίσκων εταιριών τεχνολογίας, κούπες καφέ και κολιεδάκια, πορτοφολάκια και σκουλαρίκια, κασκόλ και τσιμπιδάκια, σουπλά και παντοφλάκια Bowie.

Και κάπου εδώ γεννιέται μια αμηχανία που νιώθουν (πάλι) κάποιοι από εμάς: Για έναν καλλιτέχνη τόσο στραμμένο στο μέλλον, το «μέλλον» της πολιτισμικής κληρονομιάς του δείχνει μερικές φορές λιγότερο καινοτόμο – και κατά συνέπεια – λιγότερο βέβαιο.

Αυτή η διπλή πραγματικότητα ίσως να ήταν οικεία στον ίδιο, γιατί ο Bowie ήξερε καλύτερα απ’ όλους ότι η Τέχνη ζει μέσα σε μηχανισμούς, αλλά πως αυτή δεν είναι οι μηχανισμοί.

Πολύ πέρα από τους ψυχρούς δείκτες ακρόασης και streaming, τις λίστες, τις viral χρήσεις των μιμιδίων Bowie και τις εμπορικές στρατηγικές του Bowie Estate, βρίσκεται η πραγματική ουσία, εκεί που βρίσκεται και ο ίδιος ο «Ντέϊβιντ Μπόουι» (ναι, έβαζαν διαλυτικά) – όπως τον έγραφαν στα εξώφυλλα των κασετών του στην Ελλάδα στις δεκαετίες των 70ς και 80ς.

Κλείνουμε με τους στίχους του No Plan, για να συνειδητοποιήσουμε καλύτερα που βρίσκεται η ουσία – και ο Bowie:

Here, there’s no music here 

I’m lost in streams of sound

Here, am I nowhere now?

No plan

Wherever I may go

Just where

Just there

All of the things that are my life

My desires, my beliefs, my moods

Here is my place without a plan

Second Avenue

Just out of view

Is no traffic here?

No plan

All the things that are my life

My my moods, my beliefs, my desires, me alone

Nothing to regret

This is no place, but here I am

This is not quite yet

——————–

Εδώ, δεν υπάρχει μουσική εδώ.

Είμαι χαμένος σε ρεύματα ήχου.

Εδώ, είμαι στο πουθενά τώρα;

Χωρίς σχέδιο

Όπου κι αν πάω

Πού ακριβώς;

Ακριβώς εκεί

Όλα τα πράγματα που είναι η ζωή μου

Οι επιθυμίες μου, οι πεποιθήσεις μου, οι διαθέσεις μου

Εδώ είναι η θέση μου, χωρίς σχέδιο

Δεύτερη Λεωφόρος

Ανεπαίσθητα εκτός οπτικού πεδίου

Δεν υπάρχει κίνηση εδώ;

Χωρίς σχέδιο

Όλα τα πράγματα που είναι η ζωή μου

Οι διαθέσεις μου, οι πεποιθήσεις μου, οι επιθυμίες μου, εγώ μόνος

Τίποτα να μετανιώσω

Αυτό δεν είναι μέρος, αλλά εδώ είμαι

Αυτό δεν είναι, ακόμα

Με έρευνα και πληροφορίες απο New York Times, The Washington Post, The Guardian, ιστότοπους μουσικοκριτικής και παλιά τεύχη του βρετανικού περιοδικού UNCUT