Η απόφαση της Amazon MGM να εγκαταλείψει την παραγωγή της ταινίας Artificial, που θα αφηγούνταν την ιστορία του συνιδρυτή της OpenAI Σαμ Άλτμαν, έχει προκαλέσει ερωτήματα που ξεπερνούν τα όρια της κινηματογραφικής βιομηχανίας.

Η υπόθεση, αγγίζει τη σχέση ανάμεσα στις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες, την πολιτιστική παραγωγή και την ίδια την εικόνα που διαμορφώνεται για την εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.

Ο Ιταλός σκηνοθέτης Λούκα Γκουαντανίνο απέφυγε να σχολιάσει ευθέως τους λόγους που οδήγησαν στην ακύρωση του πρότζεκτ. «Βρισκόμαστε ακριβώς στη μέση αυτής της κατάστασης», δήλωσε σε ιταλική τηλεοπτική εκπομπή, αφήνοντας να εννοηθεί ότι υπάρχουν εξελίξεις που δεν του επιτρέπουν να μιλήσει ανοιχτά, τονίζει το Variety.

Ωστόσο, όσα είπε για την τεχνητή νοημοσύνη ίσως αποδεικνύονται ακόμη πιο αποκαλυπτικά από οποιαδήποτε εξήγηση για την τύχη της ταινίας.

Η χρονική συγκυρία δεν πέρασε απαρατήρητη. Η Amazon απέσυρε την υποστήριξή της λίγους μήνες αφότου ανακοίνωσε μια τεράστια στρατηγική συνεργασία με την OpenAI, η οποία περιλαμβάνει επενδύσεις δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, ανάπτυξη νέων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης και επέκταση της χρήσης των υπηρεσιών cloud της Amazon.

Είναι δύσκολο να αγνοήσει κανείς τη σύμπτωση ανάμεσα σε μια τόσο στενή επιχειρηματική σχέση και την εγκατάλειψη μιας ταινίας που θα έφερνε στο προσκήνιο τον άνθρωπο που βρίσκεται στο επίκεντρο της παγκόσμιας κούρσας της τεχνητής νοημοσύνης.

Ο ίδιος ο Γκουαντανίνο υπενθύμισε ότι δεν είναι η πρώτη φορά που οικονομικές ή πολιτικές πιέσεις επηρεάζουν την πολιτιστική παραγωγή.

Θύμισε την περίπτωση του 2003, όταν το αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο CBS ακύρωσε τη μετάδοση της μίνι σειράς The Reagans ύστερα από έντονες αντιδράσεις Ρεπουμπλικανών, με αποτέλεσμα το έργο να προβληθεί τελικά από μικρότερο τηλεοπτικό δίκτυο. Το παράδειγμα δείχνει ότι η λογοκρισία ή η αυτολογοκρισία δεν εμφανίζεται μόνο μέσα από κρατικές απαγορεύσεις, αλλά συχνά μέσα από τις επιλογές ισχυρών εταιρειών που σταθμίζουν το επιχειρηματικό τους συμφέρον.

Η συζήτηση, όμως, για τον Ιταλό δημιουργό δεν σταματά εκεί. Όπως εξήγησε, το πραγματικό ζήτημα δεν είναι η ίδια η τεχνητή νοημοσύνη ως τεχνολογική ανακάλυψη, αλλά ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται για την παραγωγή γνώσης, εικόνων, κειμένων και δημιουργικών έργων.

Περιέγραψε τα σημερινά συστήματα ως εργαλεία που βασίζονται κυρίως στην επεξεργασία τεράστιων ποσοτήτων δεδομένων, τα οποία έχουν συλλεχθεί από ολόκληρο το διαδίκτυο, καταναλώνοντας παράλληλα τεράστιες ποσότητες ενέργειας και νερού. Αναγνώρισε ότι πιθανότατα θα εξελιχθούν σημαντικά τα επόμενα χρόνια, όμως θεωρεί ότι η δημόσια συζήτηση συχνά επικεντρώνεται υπερβολικά στις τεχνικές δυνατότητες και λιγότερο στις κοινωνικές τους συνέπειες.

Εκεί ακριβώς εντοπίζει ο Γκουαντανίνο το ουσιαστικό διακύβευμα. Κατά την άποψή του, η τεχνητή νοημοσύνη μετασχηματίζει όχι μόνο τον τρόπο που εργαζόμαστε ή καταναλώνουμε πληροφορίες, αλλά και την ίδια την ταυτότητα των κοινωνιών. Η αλλαγή δεν περιορίζεται στις εφαρμογές που χρησιμοποιούμε καθημερινά. Επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πρόοδο, την εργασία, τη δημιουργία και τελικά τον ίδιο τον άνθρωπο.

Για να αποδώσει αυτή τη μεταμόρφωση, χρησιμοποίησε μια ιδιαίτερα ισχυρή εικόνα από τα γυρίσματα της ταινίας στο Σαν Φρανσίσκο. Περιέγραψε μια πόλη μοναδικής ομορφιάς και ιστορικής σημασίας, αλλά ταυτόχρονα μια πόλη όπου η ακραία φτώχεια, οι άστεγοι και η κρίση της εξάρτησης από τη φαιντανύλη συνυπάρχουν με τα αθόρυβα αυτόνομα οχήματα που κινούνται στους δρόμους. Για τον σκηνοθέτη, αυτή η αντίθεση αποτελεί το πιο εύγλωττο σύμβολο της νέας εποχής: η τεχνολογική καινοτομία προχωρά με εντυπωσιακή ταχύτητα, ενώ τα κοινωνικά προβλήματα όχι μόνο παραμένουν αλλά συχνά οξύνονται.

Η εικόνα αυτή συνοψίζει ίσως καλύτερα από οποιαδήποτε θεωρητική ανάλυση το παράδοξο της εποχής της τεχνητής νοημοσύνης. Οι ίδιες εταιρείες που επενδύουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια στην ανάπτυξη ολοένα ισχυρότερων αλγορίθμων δραστηριοποιούνται σε πόλεις όπου η ανισότητα γίνεται ολοένα πιο ορατή. Η τεχνολογική πρόοδος δεν εγγυάται από μόνη της κοινωνική πρόοδο.

Παράλληλα, η υπόθεση της Artificial αναδεικνύει ένα ακόμη ερώτημα: πόσο ανεξάρτητη μπορεί να είναι η καλλιτεχνική δημιουργία όταν οι μεγαλύτεροι χρηματοδότες της είναι οι ίδιες εταιρείες που αποτελούν αντικείμενο της αφήγησής της; Η σύγκρουση συμφερόντων δεν χρειάζεται να εκφράζεται μέσα από άμεσες απαγορεύσεις. Αρκεί η δυνατότητα μιας εταιρείας να αποφασίζει ποια ιστορία αξίζει να ειπωθεί και ποια όχι.

Η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι ότι μια ταινία που δεν προβλήθηκε κατάφερε ήδη να ανοίξει μια από τις σημαντικότερες συζητήσεις της εποχής μας. Όχι μόνο για την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και για το ποιος ελέγχει την συζήτηση και το αφήγημα γύρω από αυτήν.