Η υπόθεση Έπσταϊν εξακολουθεί να προκαλεί διεθνείς αναταράξεις που αυτή τη φορά αγγίζουν την καρδιά της νορβηγικής μοναρχίας. Η διάδοχος του θρόνου της Νορβηγίας, Μέτε Μάριτ, βρέθηκε στο επίκεντρο έντονης δημόσιας κριτικής μετά την αποκάλυψη ότι διατηρούσε επαφές με τον Έπσταϊν την περίοδο 2011–2014, όπως προκύπτει από τα λεγόμενα «αρχεία Έπσταϊν» που δημοσιοποιήθηκαν πρόσφατα από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης.
Σε μια προσπάθεια να απαντήσει στις κατηγορίες, η πριγκίπισσα δήλωσε σε συνέντευξή της στο νορβηγικό δημόσιο δίκτυο NRK ότι υπήρξε «χειραγωγημένη και εξαπατημένη» από τον Έπσταϊν, επιμένοντας πως δεν γνώριζε τίποτα για τα σεξουαλικά του εγκλήματα. Η δήλωση αυτή, ωστόσο, προκάλεσε νέα ερωτήματα, καθώς στα ίδια αρχεία περιλαμβάνονται email στα οποία η ίδια αναφέρει ότι είχε αναζητήσει πληροφορίες για τον Έπσταϊν στο διαδίκτυο ήδη από το 2011, τρία χρόνια μετά την καταδίκη του για σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκων.
Η υπόθεση έχει λάβει διαστάσεις πολιτικής κρίσης στη Νορβηγία. Το κοινοβούλιο της χώρας αποφάσισε ομόφωνα τη σύσταση ανεξάρτητης ερευνητικής επιτροπής, με στόχο να εξετάσει πιθανές διασυνδέσεις μεταξύ του Έπσταϊν και υψηλόβαθμων αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένων προσώπων που σχετίζονται με το υπουργείο Εξωτερικών. Ανάμεσα στα πρόσωπα που κατονομάζονται στα αρχεία βρίσκονται, σύμφωνα με δημοσιεύματα, και πρώην πρωθυπουργοί, γεγονός που εντείνει τη θεσμική πίεση.
Όπως αναφέρει και το ρεπορτάζ του Guardian,η Μέτε-Μάριτ εμφανίζεται σχεδόν 1.000 φορές σε ανταλλαγές ηλεκτρονικών μηνυμάτων που περιλαμβάνονται στα αρχεία. Σε ένα από αυτά, φέρεται να κάνει ένα αμφιλεγόμενο σχόλιο σχετικά με εικόνα που προοριζόταν για τον ανήλικο γιο της, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στη νορβηγική κοινή γνώμη. Η ίδια δήλωσε πως δεν θυμάται το πλαίσιο της συγκεκριμένης συνομιλίας και εξέφρασε τη λύπη της για την έλλειψη πλήρους πρόσβασης στην αλληλογραφία εκείνης της περιόδου.
Διαβάστε: Ακαδημαϊκοί και επιστήμονες στα αρχεία Έπσταϊν / Ρατσιστικές θεωρίες, γενετικές παρεμβάσεις και η εμμονή του με τη γυναικεία λιμπίντο
Η πριγκίπισσα έχει ήδη παραδεχθεί ότι επέδειξε «κακή κρίση» και εξέφρασε «βαθιά μεταμέλεια» για τις επαφές της με τον Έπσταϊν, ωστόσο η δημόσια παρέμβασή της ήρθε μετά από εβδομάδες αυξανόμενης πίεσης — ακόμη και από τον πρωθυπουργό Jonas Gahr Støre. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο βασιλικό κτήμα κοντά στο Όσλο, παρουσία και του συζύγου της, διαδόχου πρίγκιπα Χάακον.
Το προσωπικό και πολιτικό βάρος της υπόθεσης επιτείνεται από τις παράλληλες εξελίξεις στην οικογένεια της πριγκίπισσας. Ο γιος της, Marius Borg Høiby, βρίσκεται αντιμέτωπος με σοβαρές κατηγορίες, συμπεριλαμβανομένων υποθέσεων βιασμού, τις οποίες αρνείται. Παράλληλα, η ίδια αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, καθώς πάσχει από πνευμονική ίνωση και ενδέχεται να χρειαστεί μεταμόσχευση πνεύμονα.
Στη συνέντευξή της, η Μέτε-Μάριτ εξέφρασε έντονη οργή για το γεγονός ότι τα θύματα του Έπσταϊν δεν έχουν ακόμη δικαιωθεί πλήρως. «Είναι σημαντικό για μένα να αναλάβω την ευθύνη για το ότι δεν έλεγξα επαρκώς το παρελθόν του», δήλωσε, προσθέτοντας ότι προβληματίζεται βαθιά για το ενδεχόμενο οι επαφές της να συνέβαλαν, έστω και έμμεσα, στη νομιμοποίηση της παρουσίας του σε κοινωνικούς κύκλους υψηλού κύρους.
Η ίδια υποστήριξε ότι γνώρισε τον Έπσταϊν μέσω κοινών γνωστών, την περίοδο που εργαζόταν ως ειδική απεσταλμένη του προγράμματος του ΟΗΕ για το AIDS. Περιέγραψε τη σχέση τους ως «φιλική» και αρνήθηκε κατηγορηματικά οποιαδήποτε προσωπική εμπλοκή στα εγκλήματα του. Ωστόσο, επιβεβαίωσε ότι είχε επισκεφθεί την κατοικία του στη Φλόριντα το 2013, κάτι που χαρακτήρισε ως ένα από τα πιο δύσκολα σημεία που έχει χρειαστεί να διαχειριστεί μετά τις αποκαλύψεις του 2019.
Η υπόθεση Έπσταϊν, που ήδη έχει συγκλονίσει πολιτικά και οικονομικά κέντρα εξουσίας σε Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρώπη, φαίνεται πως αποκτά πλέον και έντονη θεσμική διάσταση στη Σκανδιναβία. Η εμπλοκή μελών της βασιλικής οικογένειας, ακόμη και σε επίπεδο κοινωνικών επαφών, θέτει ζητήματα αξιοπιστίας και διαφάνειας για θεσμούς που παραδοσιακά μέχρι πρότινος ενέπνεαν εμπιστοσύνη.
Καθώς η έρευνα προχωρά και νέα στοιχεία έρχονται στο φως, το ερώτημα δεν αφορά μόνο το τι γνώριζε ή δεν γνώριζε η πριγκίπισσα. Αγγίζει ευρύτερα το πώς πρόσωπα εξουσίας και κύρους συνδέθηκαν — άμεσα ή έμμεσα — με ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα σεξουαλικής εκμετάλλευσης των τελευταίων δεκαετιών.
