Μια πολύμηνη δημοσιογραφική έρευνα του CNN φέρνει στο φως έναν αθέατο αλλά εκτεταμένο κόσμο έμφυλης βίας στην ψηφιακή σφαίρα, που αποδεικνύει πως η πολύκροτη περίπτωση Πελικό στη Γαλλία δεν ήταν καθόλου μεμονωμένη.

Η σεξουαλική βία κατά των γυναικών όχι μόνο αναπαράγεται, αλλά οργανώνεται, κανονικοποιείται και εμπορευματοποιείται μέσα από διαδικτυακές κοινότητες, φόρουμ και πλατφόρμες πορνογραφικού περιεχομένου, όπου άνδρες ανταλλάσσουν «τεχνογνωσία» για το πώς να ναρκώνουν και να κακοποιούν τις συντρόφους τους, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μεταδίδουν ζωντανά τις επιθέσεις έναντι χρηματικής αμοιβής.

Όποιος – α κάνει κλικ στον σύνδεσμο της έρευνας του CNN βλέπει σε σκοτεινό φόντο την μορφή ενός άνδρα ο οποίος ρωτά αν είναι κανείς ξύπνιος.

«Αυτός είναι ο Priot. Μένει στην Πολωνία με τη γυναίκα του που είναι γύρω στα 40» εξηγεί η λεζάντα. «Δεν σου δείχνουμε το πραγματικό του πρόσωπο ούτε αποκαλύπτουμε το πραγματικό του όνομα. Μπορείς να δεις όμως τα μηνύματα που μας έστειλε στα οποία παραδέχεται ότι κάνει εγκληματικές πράξεις εναντίον της γυναίκας του».

Η διεθνής κοινότητα ήρθε αντιμέτωπη με αυτή τη μορφή κακοποίησης το 2024, με την πολύκροτη δίκη του Ντομινίκ Πελικό στη νότια Γαλλία. Ο Πελικό, μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας γνωριμιών και μιας ομάδας συνομιλίας με τίτλο «Χωρίς να το ξέρει εκείνη», οργάνωσε τον βιασμό της συζύγου του, Ζιζέλ, την οποία νάρκωνε συστηματικά.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της δίκης, η γυναίκα βιάστηκε πάνω από 200 φορές από δεκάδες άνδρες, πολλοί εκ των οποίων δεν ταυτοποιήθηκαν ποτέ.

Παρά το κλείσιμο της συγκεκριμένης ιστοσελίδας, η έρευνα δείχνει ότι το φαινόμενο όχι μόνο δεν εξαφανίστηκε, αλλά εξελίχθηκε.

Σε πλατφόρμες όπως το Motherless.com, που συγκεντρώνει δεκάδες εκατομμύρια επισκέψεις μηνιαίως, φιλοξενούνται χιλιάδες βίντεο λεγόμενου «sleep content» – περιεχόμενο στο οποίο γυναίκες φαίνονται να κοιμούνται ή να βρίσκονται υπό την επήρεια ουσιών, ενώ κακοποιούνται σεξουαλικά.

Οι χρήστες κατηγοριοποιούν τα βίντεο με ετικέτες όπως #passedout ή #eyecheck, υποδηλώνοντας ότι το θύμα είναι αναίσθητο.

Πέρα από την ανάρτηση υλικού, οι κοινότητες αυτές λειτουργούν ως χώροι ανταλλαγής συμβουλών. Μέλη συζητούν για δοσολογίες φαρμάκων, τρόπους χορήγησης και τεχνικές αποφυγής εντοπισμού.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, χρήστες ισχυρίζονται ότι πωλούν ουσίες παγκοσμίως, υποσχόμενοι ότι τα θύματα «δεν θα θυμούνται τίποτα». Παράλληλα, άλλοι διαφημίζουν ζωντανές μεταδόσεις κακοποίησης, με θεατές να πληρώνουν και να καθοδηγούν την επίθεση στη γυναίκα τους σε πραγματικό χρόνο.

Η ανωνυμία του διαδικτύου επιτρέπει στους δράστες να δρουν με σχετική ασφάλεια, ενώ η αίσθηση κοινότητας τους ενθαρρύνει. Όπως επισημαίνουν ειδικοί, πρόκειται για ένα περιβάλλον που δημιουργεί δεσμούς και επιβεβαιώνει παθολογικές αντιλήψεις, μετατρέποντας τη βία σε συλλογική εμπειρία.

Ωστόσο, πίσω από τα ψηφιακά ίχνη βρίσκονται πραγματικές ζωές. Η Ζόε Γουότς από την Αγγλία περιγράφει πώς ανακάλυψε ότι ο σύζυγός της τη νάρκωνε επί χρόνια και τη βίαζε ενώ κοιμόταν.

Η αποκάλυψη αυτή την οδήγησε σε μια μακρά δικαστική διαδικασία, που επηρέασε και τα παιδιά της. Ο δράστης καταδικάστηκε σε 11 χρόνια φυλάκισης, όμως το ψυχολογικό τραύμα παραμένει.

Παρόμοια εμπειρία περιγράφει και η Αμάντα Στάνχοουπ, η οποία υπέστη βιασμό από τον σύντροφό της, ενώ εκείνος επιχειρούσε να την πείσει ότι «φανταζόταν» τα γεγονότα.

Η στρατηγική αυτή, γνωστή ως gaslighting, ενισχύει τη σύγχυση και την αυτοαμφισβήτηση των θυμάτων. Μετά την καταγγελία της, ο δράστης αυτοκτόνησε πριν φτάσει η υπόθεση στο δικαστήριο.

Αντίστοιχα, μια γυναίκα στην Ιταλία, που αναφέρεται ως Βαλεντίνα, ανακάλυψε βίντεο στα οποία ο σύζυγός της την κακοποιούσε ενώ ήταν ναρκωμένη. Αν και δεν θυμάται τα περιστατικά, οι ψυχολογικές συνέπειες είναι βαθιές και έχουν αφήσει το αποτύπωμα τους για χρόνια.

Ειδικοί επισημαίνουν ότι η εξάπλωση αυτού του φαινομένου συνδέεται και με την πορνογραφία που κανονικοποιεί τη βία. Αλγόριθμοι που προωθούν ακραίο περιεχόμενο ενισχύουν τη διάδοσή του, ενώ η έλλειψη αυστηρής ρύθμισης επιτρέπει στις πλατφόρμες να αποφεύγουν την ευθύνη.

Παράλληλα, η καταγραφή και δίωξη τέτοιων εγκλημάτων παραμένει εξαιρετικά δύσκολη. Η λεγόμενη «σεξουαλική επίθεση με χρήση ουσιών» (drug-facilitated sexual assault – DFSA) υποκαταγράφεται, καθώς τα θύματα συχνά δεν θυμούνται τι συνέβη ή διστάζουν να καταγγείλουν το περιστατικό λόγω ντροπής και ενοχής.

Επιπλέον, πολλές ουσίες αποβάλλονται γρήγορα από τον οργανισμό, καθιστώντας δύσκολη τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων.

Στην Ευρώπη, δεν υπάρχουν ενιαία συστήματα καταγραφής τέτοιων περιστατικών, ενώ τα ποσοστά καταδίκης για σεξουαλικά εγκλήματα παραμένουν χαμηλά. Η κατάσταση επιδεινώνεται από την ανεπαρκή εκπαίδευση αστυνομικών και ιατρικού προσωπικού στην αναγνώριση των θυμάτων.

Η υπόθεση Πελικό και οι αποκαλύψεις που ακολούθησαν αναδεικνύουν ένα βαθύτερο πρόβλημα: τη δημιουργία ψηφιακών χώρων όπου η βία όχι μόνο επιτρέπεται, αλλά διδάσκεται.

Δεν είναι τυχαίο ότι Γαλλίδα βουλευτής χαρακτήρισε αυτές τις κοινότητες «online ακαδημίες βιασμού», όπου οι χρήστες μαθαίνουν κάθε πτυχή της κακοποίησης.

Παρά τις κατά καιρούς παρεμβάσεις, όπως το κλείσιμο συγκεκριμένων ομάδων ή η επιβολή προστίμων σε πλατφόρμες, το φαινόμενο μεταλλάσσεται και επανεμφανίζεται αλλού.

Η απουσία ουσιαστικής διεθνούς ρύθμισης και η απροθυμία κυβερνήσεων να συγκρουστούν με τις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες αφήνουν χώρο για τη συνέχισή του.

Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι αν οι κοινωνίες και οι θεσμοί θα αντιδράσουν σε αυτό το αποτρόπαιο έγκλημα που επιβεβαιώνει τις καταγγελίες του φεμινιστικού κινήματος για την έκταση της έμφυλης βίας σε όλη τη διαστρωμάτωση των κοινωνιών απ’άκρη σ’άκρη του πλανήτη.