Ο 18χρονος Μπαμπακάρ από το Σουδάν ζει στην Αθήνα και έχει όνειρο να δει αγώνα στο Καμπ Νου και να θαυμάσει από κοντά τους παίκτες της Μπαρτσελόνα. Ο Νάσερ, 20 χρονών, επίσης Σουδανός που ζει στην Αθήνα έχει ξεκινήσει ήδη από τον Μάρτιο να δουλεύει σεζόν στην Κέρκυρα. Οι δύο νεαροί άνδρες μιλούν λίγα αγγλικά και περισσότερα ελληνικά, παρότι ζουν στην Ελλάδα περίπου έναν χρόνο. «Πού μάθατε τόσο καλά ελληνικά;» «Αυλώνα», απαντούν και οι δύο, μιλώντας στο NEWS 24/7.

Ο Μπαμπακάρ παρέμεινε προφυλακισμένος στις φυλακές ανηλίκων Αυλώνα για 9 μήνες και ο Νάσερ για 14 μήνες. Κατηγορούνταν ως διακινητές μεταναστών, όπως εκατοντάδες συμπατριώτες τους που καταφθάνουν στη Γαύδο και στα νότια της Κρήτης, στην προσπάθειά τους να απεγκλωβιστούν από τη φρίκη του εμφυλίου στο Σουδάν και τις απάνθρωπες συνθήκες της Λιβύης. Από τους 228 Σουδανούς κατηγορούμενους για διακίνηση μεταναστών στα δικαστήρια της Κρήτης, έχουν αθωωθεί μόλις 12, σύμφωνα με πληροφορίες του NEWS 24/7. Οι αθωωτικές αποφάσεις είναι εξαιρέσεις στον κανόνα, και ανάμεσά τους βρίσκονται και οι υποθέσεις του Μπαμπακάρ και του Νάσερ.

Σουδανοί πρόσφυγες που φτάνουν στις ακτές της Κρήτης καταλήγουν συχνά από τη βάρκα στο εδώλιο, κατηγορούμενοι ως διακινητές μεταναστών. Από τους εκατοντάδες Σουδανούς που έχουν δικαστεί για τέτοιες υποθέσεις στο νησί, μόλις 12 έχουν απαλλαγεί. Μεταξύ αυτών βρίσκονται και οι περιπτώσεις του Μπαμπακάρ και του Νάσερ.

Σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, ως διακινητής μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και όποιος αγγίξει το τιμόνι ενός σκάφους. Άνθρωποι που έχουν ήδη βιώσει τον πόλεμο στο Σουδάν, βασανιστήρια στη Λιβύη και εκβιασμούς από δίκτυα διακινητών, φτάνουν στις ακτές της Κρήτης έπειτα από ένα επικίνδυνο ταξίδι, για το οποίο συχνά ρισκάρουν τη ζωή τους. Πριν όμως προλάβουν να διεκδικήσουν μια νέα αρχή, και ενώ πληρούν τις προϋποθέσεις για προσφυγικό καθεστώς λόγω του εμφυλίου στη χώρα τους, καταλήγουν προφυλακισμένοι και κατηγορούμενοι για διακίνηση μεταναστών. Τη στρέβλωση που προκαλεί η εφαρμογή του συγκεκριμένου νόμου έχουν επισημάνει επανειλημμένα οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ο Νάσερ είναι σήμερα 20 ετών. Γεννήθηκε στο Κορντοφάν, μια περιοχή του Σουδάν που επηρεάζεται από τη σύγκρουση γύρω από το Χαρτούμ. Είχε όνειρα να σπουδάσει, αλλά ξέσπασε ο εμφύλιος.  «Τελείωσα το Λύκειο και θα ξεκινούσα το πανεπιστήμιο. Και τότε ξεκίνησε ο πόλεμος». Η οικογένειά του βρέθηκε ξαφνικά χωρισμένη ανάμεσα στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Ο πατέρας του είχε μια μικρή επιχείρηση, αλλά στο παρελθόν είχε συνεργαστεί και με κρατικές υπηρεσίες. Με το ξέσπασμα των συγκρούσεων ανάμεσα στον τακτικό στρατό και τις παραστρατιωτικές δυνάμεις, άρχισαν να καλούνται για συστράτευση όσοι είχαν οποιαδήποτε σχέση με το κράτος.

«Του είπαν ότι χρειάζονται όλους όσοι είχαν δουλέψει με την κυβέρνηση», αφηγείται. «Ότι πρέπει να επιστρέψει, είτε το θέλει είτε όχι. Τελικά τον πήραν μαζί τους. Λίγο αργότερα, παραστρατιωτικές ομάδες πήραν τον αδελφό του». Δεν ξέρει σε ποια μονάδα κατέληξε. «Τον πήγαν κάπου για εκπαίδευση, αλλά δεν ξέρω πού», λέει.

Ο 20χρονος Νάσερ από το Σουδάν έμεινε έγκλειστος στις φυλακές Αυλώνα για περισσότερο από έναν χρόνο, με κατηγορίες διακίνησης μεταναστών, για τις οποίες απαλλάχθηκε στο δικαστήριο.
Andreas Papakonstantinou / Tourette Photography

Ο εμφύλιος έφερε ακόμη και ανθρώπους της ίδιας οικογένειας σε διαφορετικά στρατόπεδα. Ο Νάσερ με τη μητέρα και τις αδερφές του βρέθηκαν στον καταυλισμό εκτοπισμένων στη Ζαμζάμ, στο Βόρειο Νταρφούρ. Εκεί συνέβη ένα περιστατικό που θυμάται ακόμη καθαρά και είναι αυτό που τελικά τον οδήγησε να εγκαταλείψει οριστικά το Σουδάν.

Κάποιοι άνδρες τον πλησίασαν και του ζήτησαν επιτακτικά να πάρει τηλέφωνο τον πατέρα του. «Μου είπαν να καλέσω τον πατέρα μου. Ότι πρέπει να έρθει εδώ και τότε θα με αφήσουν να φύγω», λέει. Τότε κατάλαβε πως κινδυνεύει και ο ίδιος να καταταγεί υποχρεωτικά σε ένα από τα δύο μέτωπα, όπως συμβαίνει με όλους τους άντρες στο Σουδάν. «Σκέφτηκα: πώς μπορώ να μείνω εδώ;» λέει. Και έτσι αποφάσισε να φύγει. Έτρεξε για να σωθεί και να απομακρυνθεί από το σημείο.

Πέρασε στη Λιβύη, όπου έζησε περίπου έναν χρόνο. Περιγράφει τις συνθήκες εργασίας που αντιμετώπισε εκεί ως μια μορφή σύγχρονης δουλείας: μετανάστες που δουλεύουν χωρίς αμοιβή και υπό συνεχή φόβο. «Νόμιζα ότι η Λιβύη είναι η λύση στα προβλήματά μου, γιατί το Σουδάν είχε πόλεμο. Όμως ήταν μόνο η αρχή ενός δύσκολου ταξιδιού».

Ο ίδιος λέει ότι στη Λιβύη η βία είναι καθημερινότητα, ιδιαίτερα για ανθρώπους χωρίς χαρτιά. «Φαντάσου κάποιος να σκοτώσει έναν άνθρωπο και κανείς να μην ρωτήσει “γιατί;”. Έτσι είναι στη Λιβύη. Ειδικά για ανθρώπους σαν εμάς, χωρίς χαρτιά. Άνθρωποι σκοτώνουν άλλους ανθρώπους και θεωρείται κανονικό, καθημερινότητα. Κανείς δεν ρωτάει “γιατί”».

Δεν μπορούσε να επιστρέψει στο Σουδάν, αλλά ούτε να παραμείνει στη Λιβύη. Όπως λέει, άρχισε να σκέφτεται την Ευρώπη ως τη μόνη διέξοδο. «Ήθελα να έρθω στην Ελλάδα για ασφάλεια και ηρεμία».

Ο 20χρονος Νάσερ από το Σουδάν έμεινε έγκλειστος στις φυλακές Αυλώνα για περισσότερο από έναν χρόνο, με κατηγορίες διακίνησης μεταναστών, για τις οποίες απαλλάχθηκε στο δικαστήριο.
Andreas Papakonstantinou / Tourette Photography

Η βάρκα του διακινητή στην οποία επιβιβάστηκε ο Νάσερ ήταν γεμάτη Αιγύπτιους. Όταν έφτασαν στην Κρήτη, οι επιβαίνοντες τον υπέδειξαν στις αρχές ως τον άνθρωπο που οδηγούσε το σκάφος. Ο ίδιος προσπάθησε να εξηγήσει ότι τον κατονόμασαν επειδή ήταν συμπατριώτες μεταξύ τους. Μάλιστα, έδειξε στους αστυνομικούς βίντεο από το κινητό του, στο οποίο φαινόταν ότι δεν οδηγούσε ο ίδιος.

Ούτε αυτό στάθηκε αρκετό για να πείσει τις αρχές. Με συνοπτικές διαδικασίες κατηγορήθηκε για διακίνηση μεταναστών και προφυλακίστηκε. Οδηγήθηκε στις φυλακές Αυλώνα, όπου παρέμεινε για 14 μήνες.

Ακόμα και σήμερα που έχει αθωωθεί, γνωρίζει ελάχιστα για την τύχη της οικογένειάς του. Ειδικά για τη μητέρα του και τις δύο αδελφές του έχει μόνο αποσπασματικές πληροφορίες. Δεν γνωρίζει αν ζουν. «Ξέρω μόνο ότι έφυγαν και πήγαν κάπου αλλού», λέει. «Αλλά δεν ξέρω πού βρίσκονται τώρα. Δεν ξέρω τι απέγιναν οι αδελφές μου. Δεν ξέρω καν αν ζουν. Αυτό που ξέρω είναι ότι ο αδερφός μου πέθανε. Με ενημέρωσε ένας φίλος του που ήταν μαζί του».

Ο Μπαμπακάρ βίωσε τον θάνατο του πατέρα, της αδερφής του και της θείας του. «Ήρθαν και τους σκότωσαν». Η μητέρα του διάθεσε ότι χρήματα είχε προκειμένου να τον φυγαδεύσει εκτός Σουδάν. Έζησε για ένα διάστημα στη Λιβύη, αλλά μετά από όσα πέρασε εκεί, ο επόμενος προορισμός είχε πάψει να έχει σημασία. Το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει και δεν τον ενδιέφερε αν θα καταλήξει Ελλάδα, Ιταλία ή σε οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Το ζητούμενο ήταν να βρεθεί κάπου όπου θα μπορούσε να αισθανθεί ασφαλής.

Ο 18χρονος Μπαμπακάρ είναι Σουδανός πρόσφυγας. Προφυλακίστηκε για 8 μήνες στις φυλακές Αυλώνα για διακίνηση μεταναστών και αθωώθηκε.
Andreas Papakonstantinou / Tourette Photography

Ο ίδιος εξηγεί ότι για έναν νέο άνδρα στο Σουδάν είναι σχεδόν αδύνατο να μην εμπλακεί στον πόλεμο. «Δεν μπορείς να ζήσεις εκεί χωρίς να εμπλακείς», λέει. Όπως περιγράφει, όταν οι αρχές ή οι ένοπλες δυνάμεις χρειάζονται κόσμο, αναζητούν άνδρες σε ηλικία στράτευσης. «Αν είσαι άνδρας μεταξύ 10 και 50 ετών, θα σε πάρουν. Δεν έχει σημασία αν το θέλεις ή όχι», λέει.

Στη συνέχεια, όπως εξηγεί, τους στέλνουν σε εκπαίδευση για να μάθουν να πολεμούν. «Σε παίρνουν για να σου μάθουν πώς να πυροβολείς, πώς να σκοτώνεις», λέει. «Σε εκπαιδεύουν και μετά σε στέλνουν όπου χρειάζεται».

Στον πόλεμο δεν υπάρχει χώρος για ουδετερότητα. Κυριαρχεί η λογική «αν δεν είσαι μαζί μας, είσαι εναντίον μας», λέει ο Μπαμπακάρ και εξηγεί ότι όσοι στρατολογούνται, μετακινούνται από πόλη σε πόλη, ώστε να μη βρεθούν αντιμέτωποι με γνωστούς ή συγγενείς και διστάσουν να πολεμήσουν. Όπως περιγράφει, οι εντολές που δίνονται στους μαχητές είναι ωμές: όταν μπαίνουν σε μια πόλη, πρέπει να πυροβολούν όποιον συναντούν στον δρόμο.

Από την οικογένειά του δεν γνωρίζει πλέον ποιοι ζουν και πού βρίσκονται. «Τελευταία φορά που κατάφερα να μιλήσω μαζί τους ήταν όταν ήμουν στη Λιβύη», λέει. Από τότε προσπαθεί να τηλεφωνήσει ξανά και ξανά, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. «Δεν υπάρχει σήμα».

Όταν έφτασε στην Κρήτη, κάποιοι από τους επιβαίνοντες στο σκάφος τον υπέδειξαν στις αρχές ως διακινητή. Ο ίδιος επέμενε ότι δεν οδηγούσε τη βάρκα και ότι είχε συγκεντρώσει χρήματα για να πληρώσει τον πραγματικό διακινητή. Οκτώ μήνες μετά την προφυλάκισή του στις φυλακές Αυλώνα, το δικαστήριο τον αθώωσε.

Ο 18χρονος Μπαμπακάρ είναι Σουδανός πρόσφυγας. Προφυλακίστηκε για 8 μήνες στις φυλακές Αυλώνα για διακίνηση μεταναστών και αθωώθηκε.
Andreas Papakonstantinou / Tourette Photography

«Αυτές οι αθωώσεις έφεραν ένα τέλος σε μια μακρά και επώδυνη περίοδο αβεβαιότητας, στιγματισμού και συναισθηματικής επιβάρυνσης για τους εντολείς μου. Είναι όμως κρίσιμο να θυμόμαστε ποιοι είναι αυτοί οι νεαροί άνδρες. Είναι πρόσφυγες από το Σουδάν, αναγκασμένοι να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου και της εθνοκάθαρσης» αναφέρει ο ποινικολόγος Σπύρος Πανταζής, μιλώντας στο NEWS 24/7 για τις δύο πανομοιότυπες υποθέσεις.

«Δεν ήρθαν σε αυτόν τον τόπο από επιλογή, αλλά από ανάγκη, αναζητώντας ασφάλεια, προστασία και το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να ζουν δίχως φόβο. Αντί γι’ αυτό, βρέθηκαν αντιμέτωποι με βαρύτατες κατηγορίες, μια κατάσταση που αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη και ανησυχητική πραγματικότητα. Η αθώωσή τους, παρότι αποτελεί λόγο ανακούφισης και χαράς, πρέπει επίσης να ιδωθεί ως εξαίρεση μέσα σε ένα συνεχιζόμενο μοτίβο ποινικοποίησης της μετανάστευσης. Την ώρα που οι αθωωθέντες μαζεύουν τα κομμάτια τους και περπατάνε ελεύθεροι, εκατοντάδες πλέον οι ομοεθνείς τους είναι πίσω από τα κάγκελα» τονίζει ο ίδιος.

Ο Νάσερ (αριστερά) και ο Μπαμπακάρ (δεξιά), Σουδανοί πρόσφυγες που κατηγορήθηκαν για διακίνηση μεταναστών και αθωώθηκαν.
Andreas Papakonstantinou / Tourette Photography

Αξίζει να αναφέρουμε πως οι καταδικασμένοι ως διακινητές μεταναστών είναι η δεύτερη πολυπληθέστερη κατηγορία φυλακισμένων στις ελληνικές φυλακές που ήδη ασφυκτιούν. «Πρόκειται για κατηγορητήρια που κατασκευάζουν ενοχή βασισμένα στην πρακτική του profiling όπου ο προερχόμενος από διαφορετική χώρα επιβάτης θεωρείται αυτομάτως διακινητής.Ταυτόχρονα οι κατηγορούμενοι δεν μπορούν στη δίκη να αντιμετωπίσουν τους διώκτες τους στα πλαίσια μιας ζώσας ποινικής διαδικασίας, διότι εκείνοι είτε έχουν φύγει για το εξωτερικό, είτε δεν ανευρίσκονται. Επιπλέον, «το επίπεδο της μετάφρασης είναι εξαιρετικά χαμηλό σε όλα τα στάδια. Η έκπτωση για το κράτος δίκαιου και τις δικαιοκρατικές εγγυήσεις είναι προφανής» αναφέρει ο κ. Πανταζής.

Ο ίδιος πρόσθεσε πως «είναι συγκινητικός ο τρόπος που η κοινωνία των πολιτών και συλλογικότητες, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, από το πρώτο λεπτό στέκονται αλληλέγγυοι στο σουδανικό δράμα με έντονη ενσυναίσθηση και διαφοροποίηση απέναντι στη θεσμική βαρβαρότητα. Είναι αναγκαιότητα να υπάρξουν νόμιμες και ασφαλείς οδοί μετανάστευσης για να σταματήσουν οι θάλασσες μας να ανθίζουν νεκρούς».