Πρόσφατα, μια είδηση από τον χώρο της βιοτεχνολογίας αναζωπύρωσε μια από τις μεγαλύτερες φιλοδοξίες της σύγχρονης επιστήμης. Ο λόγος για τον στόχο, όχι απλώς να αντιμετωπιστούν οι ασθένειες που σχετίζονται με τη γήρανση, αλλά να αντιστραφεί η ίδια η η γήρανση.

Η αμερικανική εταιρεία Life Biosciences ανακοίνωσε ότι χορήγησε για πρώτη φορά σε άνθρωπο μια πειραματική θεραπεία για το γλαύκωμα, ανοίγοντας έναν νέο κύκλο προσδοκιών γύρω από την τεχνολογία του λεγόμενου «κυτταρικού επαναπρογραμματισμού».

Το γλαύκωμα αποτελεί μία από τις βασικότερες αιτίες μη αναστρέψιμης απώλειας όρασης παγκοσμίως, καθώς καταστρέφει σταδιακά το οπτικό νεύρο. Η νέα θεραπεία επιχειρεί να αναγεννίσει τα κατεστραμμένα νευρικά κύτταρα του αμφιβληστροειδούς.

Αν αποδειχθεί αποτελεσματική, οι επιστήμονες θεωρούν ότι η ίδια τεχνολογία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και σε άλλες παθήσεις που συνδέονται με την ηλικία, από νευροεκφυλιστικές νόσους μέχρι καρδιαγγειακές βλάβες.

Ο συνιδρυτής της εταιρείας, καθηγητής του Χάρβαρντ Ντέιβιντ Σινκλέρ, είναι ένας από τους πιο γνωστούς υποστηρικτές της θεωρίας ότι η γήρανση δεν αποτελεί μια αναπόφευκτη φυσική διαδικασία, αλλά ένα βιολογικό φαινόμενο που μπορεί να επιβραδυνθεί ή ακόμη και να αναστραφεί.

Η προσπάθεια κατανόησης της γήρανσης έχει αλλάξει αρκετές φορές κατεύθυνση τα τελευταία είκοσι χρόνια. Το 2013 ομάδα επιστημόνων πρότεινε τα περίφημα «εννέα χαρακτηριστικά της γήρανσης», δηλαδή τους βασικούς βιολογικούς μηχανισμούς που ευθύνονται για τη σταδιακή φθορά του οργανισμού.

Για αρκετά χρόνια το ενδιαφέρον επικεντρωνόταν στα τελομερή, τις προστατευτικές δομές που βρίσκονται στα άκρα των χρωμοσωμάτων. Καθώς τα κύτταρα διαιρούνται, τα τελομερή μικραίνουν, μέχρι που το γενετικό υλικό γίνεται ευάλωτο σε βλάβες. Η συντόμευσή τους συνδέθηκε με καρδιαγγειακές παθήσεις, άνοια και πρόωρη γήρανση, δημιουργώντας την ελπίδα ότι η επιμήκυνσή τους θα μπορούσε να αποτελέσει θεραπευτική λύση.

Ωστόσο, παρότι η σχετική έρευνα συνεχίστηκε, ο ενθουσιασμός σταδιακά υποχώρησε καθώς τα αποτελέσματα δεν ήταν τόσο εντυπωσιακά όσο αναμενόταν.

Στη συνέχεια, το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε στα λεγόμενα γερασμένα ή «ζόμπι» κύτταρα. Πρόκειται για κύτταρα που έχουν σταματήσει να διαιρούνται, αλλά παραμένουν στον οργανισμό εκκρίνοντας ουσίες που προκαλούν χρόνια φλεγμονή και επιταχύνουν τη φθορά των ιστών.

Πειράματα σε ποντίκια έδειξαν ότι η απομάκρυνση αυτών των κυττάρων καθυστερούσε την εμφάνιση ασθενειών της τρίτης ηλικίας και βελτίωνε την εικόνα των ζώων. Όταν όμως αντίστοιχες θεραπείες δοκιμάστηκαν σε ανθρώπους, κυρίως για την οστεοαρθρίτιδα και οφθαλμολογικές παθήσεις, τα αποτελέσματα αποδείχθηκαν απογοητευτικά. Μάλιστα, μία από τις σημαντικότερες εταιρείες του χώρου, η Unity Biotechnology, αναγκάστηκε τελικά να κλείσει.

Σήμερα σχεδόν όλη η προσοχή έχει στραφεί στον κυτταρικό επαναπρογραμματισμό. Η τεχνική βασίζεται στην ανακάλυψη, που τιμήθηκε με Νόμπελ το 2012, ότι τέσσερις συγκεκριμένοι γενετικοί παράγοντες μπορούν να μετατρέψουν ένα ώριμο κύτταρο ξανά σε βλαστοκύτταρο, δηλαδή σε κύτταρο που έχει τη δυνατότητα να εξελιχθεί σχεδόν σε οποιονδήποτε ιστό του σώματος.

Η πρόκληση σήμερα είναι να εφαρμοστεί αυτή η διαδικασία μόνο μερικώς. Αντί δηλαδή τα κύτταρα να επιστρέψουν πλήρως στην αρχική τους κατάσταση, οι επιστήμονες προσπαθούν να τα «γυρίσουν πίσω» μόνο όσο χρειάζεται ώστε να αποκτήσουν ξανά τα χαρακτηριστικά ενός νεότερου κυττάρου χωρίς να χάσουν την ταυτότητά τους.

Σε πειράματα με ζώα τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά. Έχει καταγραφεί καλύτερη επούλωση τραυμάτων, αποκατάσταση της όρασης, ακόμη και βελτίωση της μνήμης και της μαθησιακής ικανότητας. Ωστόσο, όλα αυτά παραμένουν μέχρι στιγμής προκλινικά δεδομένα.

Οι μεγάλες προσδοκίες συνοδεύονται από τεράστιες χρηματοδοτήσεις. Η Altos Labs ιδρύθηκε το 2021 με επένδυση που εκτιμάται στα 3 δισεκατομμύρια δολάρια από επιχειρηματίες όπως ο Γιούρι Μίλνερ και, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Τζεφ Μπέζος.

Ακολούθησε η Retro Biosciences, η οποία χρηματοδοτήθηκε αρχικά με 180 εκατομμύρια δολάρια από τον Σαμ Άλτμαν και σήμερα αποτιμάται σε περίπου 1,8 δισεκατομμύρια δολάρια. Η εταιρεία φιλοδοξεί να προσθέσει δέκα χρόνια υγιούς ζωής στον άνθρωπο.

Η NewLimit, που επίσης επενδύει στον κυτταρικό επαναπρογραμματισμό, συγκέντρωσε πρόσφατα 435 εκατομμύρια δολάρια και σχεδιάζει την πρώτη κλινική δοκιμή θεραπείας αναζωογόνησης του ήπατος μέσα στο επόμενο έτος.

Την ίδια στιγμή, η Life Biosciences εξασφάλισε νέα χρηματοδότηση 80 εκατομμυρίων δολαρίων, ενώ ο Σινκλέρ δηλώνει ότι ήδη προετοιμάζει ακόμη πιο φιλόδοξες δοκιμές, ακόμη και με φάρμακα που θα μπορούσαν να επιδρούν σε ολόκληρο τον οργανισμό.

Παρά τον ενθουσιασμό, αρκετοί επιστήμονες παραμένουν επιφυλακτικοί. Η παρέμβαση στους μηχανισμούς που ελέγχουν την ανάπτυξη των κυττάρων ενέχει θεωρητικά κινδύνους, όπως η ανεξέλεγκτη κυτταρική ανάπτυξη και η εμφάνιση καρκίνου.

Επιπλέον, η ιστορία της έρευνας για τη γήρανση δείχνει ότι κάθε νέα «μεγάλη υπόσχεση» συνοδεύεται από υψηλές προσδοκίες, οι οποίες δεν επιβεβαιώνονται πάντα στις κλινικές δοκιμές. Τα τελομερή, τα γερασμένα κύτταρα και άλλες θεωρίες γνώρισαν ανάλογες περιόδους ενθουσιασμού πριν αποδειχθεί ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο περίπλοκη.

Παρ’ όλα αυτά, η έναρξη των πρώτων δοκιμών σε ανθρώπους σηματοδοτεί μια νέα φάση στην έρευνα. Για πρώτη φορά, η ιδέα ότι η γήρανση μπορεί να αντιμετωπιστεί ως θεραπεύσιμη βιολογική διαδικασία περνά από τα εργαστήρια στην κλινική πράξη. Το αν η επιστήμη βρίσκεται πραγματικά ένα βήμα πριν από ένα φάρμακο αναζωογόνησης ή αν πρόκειται για ακόμη έναν σταθμό σε μια μακρά πορεία αναζήτησης, θα το δείξουν τα αποτελέσματα των επόμενων ετών.