«Η Αριστερά της εποχής του ‘60 έχει συνοχή, λαμπρά στελέχη, παραδειγματικό ήθος και αξιοθαύμαστες οργανωτικές δυνατότητες. Γι αυτό αντέχει, κερδίζει μάχες και διατηρεί τις ρίζες της μέσα στα λαϊκά στρώματα. Από αυτό το πρίσμα, η έρευνα της περιόδου δίνει πάντα αφορμές για σκέψη, προβληματισμό και συγκρίσεις γεμάτες ενδιαφέρον. Και αυτό επιδιώκει, με έναν τρόπο, και το βιβλίο» λέει στο tvxs ο Άγγελος Τσέκερης.

Αφορμή για τη συνέντευξη που ακολουθεί, το νέο του βιβλίο «Ποιος κυβερνάει αυτόν τον τόπο…» (εκδόσεις Θεμέλιο) μέσα από το οποίο συνεχίζει την καταβύθιση στην μετεμφυλιακή Ελλάδα στρέφοντας το φακό του περισσότερο στην πάλη ανάμεσα σε ένα μαχητικό δημοκρατικό ρεύμα της εποχής που οραματιζόταν μια Ελλάδα απαλλαγμένη οριστικά από τις σκιές του Εμφυλίου και στο μπλοκ της άλλης Ελλάδας, εκείνης του Παλατιού, του στρατού  των υπολειμμάτων  της Δεξιάς που επέμεναν με την εγγύηση του αμερικανικού παράγοντα να θεωρούν τον εαυτό τους νόμιμο ιδιοκτήτη της χώρας.

Το βλέμμα του Άγγελου Τσέκερη πάνω στα γεγονότα, ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιεί τις πηγές και η γλώσσα του, δεν βοηθούν μόνο στην κατανόηση της εποχής αλλά και στην ερμηνεία του παρόντος μέσα από τις αντιθέσεις των ίδιων δυνάμεων που δεν έχουν ωστόσο ίδιες ποιότητες και δυναμική και στο στρατόπεδο της Δεξιάς και σε εκείνο της Αριστεράς.

Επιμένεις ερευνητικά στη δεκαετία του ’60, αυτή τη φορά επιχειρώντας να δώσεις την απάντηση στο ερώτημα «Ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο» με αναφορά τη δολοφονία Λαμπράκη. Πως προέκυψε το θέμα του βιβλίου σου αυτή τη φορά;

Η δολοφονία του Λαμπράκη ήταν ένα σεισμικό γεγονός που οδήγησε την κυβέρνηση Καραμανλή σε κατάρρευση και τον ίδιο σε έξοδο από την πολιτική και την χώρα. Από την περίοδο εκείνη ξεκινά μια έντονη πολιτική σύγκρουση. Από την μια πλευρά, βρίσκεται η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία που ζητά να προχωρήσει ο εκδημοκρατισμός και να κλείσουν οι πληγές του Εμφυλίου. Από την άλλη, βρίσκεται ένα αντιδραστικό κατεστημένο, αποτελούμενο από το Παλάτι, την συστημική Δεξιά και τον Στρατό, που θεωρεί την χώρα ιδιοκτησία του και αισθάνενται ότι απειλείται ακόμα και από την ελάχιστη δημοκρατική εξέλιξη.

Η σύγκρουση αυτή είναι διαρκής και μετωπική,  κορυφώνεται με την πραξικοπηματική ανατροπή της κυβέρνησης της Ένωσης Κέντρου τον Ιούλιο του 1965 και καταλήγει στην επιβολή της Δικτατορίας. Σε όλο αυτό το διάστημα, το ερώτημα είναι ποιος θα επιβάλλει την θέλησή του: η Δημοκρατία, ή οι σκοτεινοί μηχανισμοί της ανωμαλίας και της εκτροπής. Αυτό ακριβώς συμπυκνώνεται στο ερώτημα «Ποιος κυβερνάει αυτόν τον τόπο» που επιλέχθηκε και για τίτλος του βιβλίου.

Υπογραμμίζεις σε διάφορα σημεία πως σε μια εποχή που οι μεγάλες δυνάμεις είχαν την ωριμότητα και τη βούληση να εκτονώνουν καταστάσεις με συμφωνίες (όπως για παράδειγμα η συμφωνία ΕΣΣΔ-ΗΠΑ μετά την κρίση  των πυραύλων της Κούβας) το αντιδραστικό μπλοκ εξουσίας στην Ελλάδα όχι απλά δεν επούλωνε άλλα έξυνε τις πληγές του εμφυλίου. Η δεξιά  όχι απλά δεν παρακολουθεί τον κόσμο αλλά προσπαθεί να επιβληθεί με λύσσα αποκομμένη από τις διεθνείς εξελίξεις. Τι δείχνει αυτή η εικόνα για την Ελλάδα των αρχών του ’60;

Με την κρίση της Κούβας τελειώνει, κατά κάποιον τρόπο ο Ψυχρός Πόλεμος, Τα δύο μεγάλα μπλοκ, το Δυτικό και το Ανατολικό, φτάνουν στο χείλος της πυρηνικής σύγκρουσης και καταλαβαίνουν ότι το να συνυπάρχουν ειρηνικά είναι η μοναδική τους επιλογή. Οι άγριες περιφερειακές συγκρούσεις, φυσικά, δεν έπαψαν, οι δύο στρατιωτικοί συνασπισμοί, όμως, σταμάτησαν να αποτελούν ευθεία απειλή ο ένας για τον άλλον, όπως συνέβαινε την δεκαετία του 50.

Την περίοδο εκείνη η μετεμφυλιακή Δεξιά κυβερνούσε ήδη πάνω από 10 χρόνια την Ελλάδα καταστέλλοντας βάναυσα τις δημοκρατικές ελευθερίες. Κρατούσε χιλιάδες ανθρώπους δέσμιους σε φυλακές και εξορίες ,και ακόμα περισσότερους ομήρους των φακέλων και του πιστοποιητικού φρονημάτων, με τον ισχυρισμό ότι η χώρα κινδύνευε από το κομμουνιστικό μπλοκ. Από την στιγμή που η απειλή αυτή είχε πάψει να υπάρχει, είχε πάψει να υπάρχει και κάθε πρόσχημα για την καταστολή της Δημοκρατίας στην Ελλάδα. Ο τόπος έπρεπε να προχωρήσει. Αλλά η καθεστωτική Δεξιά προσπαθούσε να τον κρατήσει καθηλωμένο στην εμφύλια αντιπαράθεση γιατί από εκεί αντλούσε την ισχύ της. Αυτό ήταν η αιτία της σύγκρουσης.

Η δολοφονία Λαμπράκη πυροδοτεί μια σειρά ιστορικών γεγονότων. Αισθάνομαι διαβάζοντας το βιβλίο ότι θεωρείς πως η στρατιωτική δικτατορία ήταν η έξοδος που βρήκε το σύστημα στο αδιέξοδο που προκάλεσαν τα  ψηλά κύματα αυτής της δολοφονίας. Είναι έτσι;

Είναι κάπως αλυσιδωτό. Η δολοφονία του Λαμπράκη προκαλεί την κατάρρευση του Καραμανλή, η κατάρρευση του Καραμανλή ανοίγει τον δρόμο για την νίκη της Ένωσης Κέντρου, που είναι μια ιστορική νίκη της δημοκρατικής πλειοψηφίας. Τα Ανάκτορα μπλοκάρουν την εξέλιξη αυτή με το πραξικόπημα του Ιουλίου του 1965 και ο λαός ξεσηκώνεται.

Η κρίση που δημιουργείται είναι αδύνατον να εκτονωθεί. Τα Ανάκτορα έχουν συγκρουστεί με την θέληση της πλειοψηφίας και έχουν γελοιοποιηθεί, η Δεξιά έχει περιπέσει σε πλήρη ανυποληψία. και όλο αυτό το σύστημα, που κυβερνούσε την Ελλάδα από τον Εμφύλιο και μετά, τρέμει τις επόμενες εκλογές, όποτε και αν γίνουν αυτές. Έτσι επεμβαίνει ο Στρατός για να τις αποτρέψει. Αυτό γίνεται στις 21 Απριλίου 1967.

Μέσα από το βιβλίο βλέπουμε ανάγλυφα τους πρωταγωνιστές της εποχής και τις αντιφάσεις τους τα κέντρα εξουσίας (Πολιτικοί, παλάτι, στρατός, ξένες δυνάμεις) και τις παρακρατικές ομάδες. Κάποιες από τις αντιθέσεις κι αντιφάσεις είναι και ιδιαίτερα κινηματογραφικές όπως για παράδειγμα η σύγκρουση του Παλατιού με τον Καραμανλή με αφορμή το ταξίδι στην Βρετανία εν μέσω κατακραυγής της κυβέρνησης διεθνώς ή το άδειασμα του παλατιού στην ΕΡΕ όταν ανέλαβε η Ένωση Κέντρου.  Ποιες από όλες αυτές τις αντιφάσεις αλλά και τις δυναμικές μεταξύ τους ήταν οι πιο καθοριστικές;

Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που δρουν στην κατάσταση και είναι δύσκολο να απομονώσεις κάποια βασική αντίθεση. Υπάρχουν και μετατοπίσεις όπως η εφήμερη προσπάθεια του Παλατιού να απομακρυνθεί από την Δεξιά και την κρίση της και να διαμορφώσει όρους συγκατοίκησης με την Ένωση Κέντρου. Αλλά την στιγμή που ξεσπάει η κρίση, – και η κρίση κορυφώνεται τον Ιούλιο του 1965 – υπάρχουν δύο στρατόπεδα: Από τη μία τα Ανάκτορα, ο Στρατός και η Δεξιά, που καθοδηγούνται από τους Αμερικανούς και από την άλλη ο κόσμος που κατεβαίνει στον δρόμο για να υπερασπιστεί την Δημοκρατία.

Από την μια μεριά λοιπόν αυτοί που θεωρούν την Δημοκρατία απειλή για την ύπαρξή τους και από την άλλη αυτοί που την θεωρούν οξυγόνο για να αναπνεύσει η κοινωνία και να προχωρήσει μπροστά. Αυτή η αντίθεση χαρακτηρίζει την περίοδο, αλλά και έναν ευρύτερο ιστορικό κύκλο που ξεκινά με την λήξη του Εμφυλίου και τελειώνει με την Μεταπολίτευση.

Πώς απαντούν αυτές οι αντιφάσεις στο ερώτημα του τίτλου σου; Τελικά ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;

Σε εκείνο τον γύρο, φάνηκε ότι ο Στρατός ήταν περισσότερο αποφασισμένος να επιβάλλει την εκτροπή, από ότι ήταν αποφασισμένη η δημοκρατική πλειοψηφία να υπερασπιστεί την ομαλότητα. 7 χρόνια αργότερα όμως, τίποτα από το σύστημα που μεθόδευσε την εκτροπή στην Ελλάδα δεν είχε μείνει όρθιο.

Ο Στρατός είχε αποσυρθεί από την πολιτική, η μετεμφυλιακή νομοθεσία είχε καταργηθεί οριστικά και η βασιλική δυναστεία ήταν παρελθόν. Νέες αντιπαραθέσεις άρχιζαν αλλά ο κύκλος αυτός είχε κλείσει οριστικά. Φαίνεται λοιπόν ότι οι καιροί έχουν πάντα γυρίσματα και κανείς δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι είπε την τελευταία λέξη για το ποιος κάνει κουμάντο στον τόπο.

Ποια είναι η κληρονομιά εκείνης της περιόδου στο σήμερα; Και από άποψη λειτουργίας των μηχανισμών (ιδεολογικών και άλλων) και από άποψη λειτουργίας του κράτους και άσκησης εξουσίας. Επίσης πως μπορεί να ειδωθεί η σύγχρονη εικόνα μιας σκληρής δεξιάς με εργαλείο την εποχή που ερευνάς;

Οι εποχές είναι πολύ μακρινές μεταξύ τους για να μπορούμε να διακρίνουμε καθαρές επιδράσεις του τότε στο τώρα. Η άσκηση εξουσίας γίνεται σήμερα με πολύ διαφορετικούς όρους, και αντίστοιχα διαφορετική είναι η λειτουργία των ιδεολογικών μηχανισμών. Έχουν μεσολαβήσει άλλωστε εξαιρετικά σημαντικές τομές όπως η Μεταπολίτευση, το 1981, το 1989 και η περίοδος της οικονομικής κρίσης – και στις τομές τα πράγματα παύουν να έχουν συνέχεια.

Ωστόσο μελετώντας την πολιτική αντιπαράθεση της εποχής εκείνης, βλέπεις να αναδύονται ομοιότητες  με την σημερινή εποχή, που είναι εντυπωσιακές. Υπήρχαν και τότε fake news, θεωρίες συνομωσίας, τοξικότητα, συγκάλυψη, επιθετική προπαγάνδα, διαστρέβλωση, εξαρτήσεις, διαφθορά και σκάνδαλα σχεδόν στον βαθμό που υπάρχουν και σήμερα.

Υπάρχει επίσης η εμφυλιοπολεμική ρητορική του τότε, που σήμερα γίνεται όλο και πιο δημοφιλής στην βάση της Δεξιάς. Το γιατί τόσοι οπαδοί της Δεξιάς νοσταλγούν την μετεμφυλιακή περίοδο είναι μεγάλο θέμα προς συζήτηση. Πιθανότατα  σχετίζεται με την ιδεολογική φτώχεια και το απελπιστικό έλλειμμα δημοκρατικής κουλτούρας που χαρακτηρίζει την σημερινή συντηρητική παράταξη, αλλά και με την αυξανόμενη επιρροή της ακροδεξιάς.

Αλλά οφείλω, επεκτείνοντας την ερώτησή σου, να πω ότι μια μεγάλη διαφορά του τότε με το σήμερα εντοπίζεται στην Αριστερά. Γιατί η Αριστερά της εποχής του 60 έχει συνοχή, λαμπρά στελέχη, παραδειγματικό ήθος και αξιοθαύμαστες οργανωτικές δυνατότητες, Γι αυτό αντέχει, κερδίζει μάχες και διατηρεί τις ρίζες της μέσα στα λαϊκά στρώματα. Από αυτό το πρίσμα, η έρευνα της περιόδου δίνει πάντα αφορμές για σκέψη, προβληματισμό και συγκρίσεις γεμάτες ενδιαφέρον. Και αυτό επιδιώκει, με έναν τρόπο, και το βιβλίο.

Το βιβλίο παρουσιάζεται στις 23 Απριλίου στις 6.30 μ.μ. στην ΕΣΗΕΑ