Η εμπορική διαμάχη μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών – Κίνας, αποτελεί ένα από τα καθοριστικά επεισόδια της σύγχρονης γεωοικονομικής ιστορίας, με άμεσες επιπτώσεις σε επιχειρήσεις, εργαζομένους, κυβερνήσεις και παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Ads Η αντιπαράθεση άρχισε όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, επέβαλε εκτεταμένους δασμούς σε βασικούς εμπορικούς εταίρους, με την Κίνα να αντιδρά αναλόγως. Τα μέτρα αυτά οδήγησαν σε μια κλιμακούμενη οικονομική σύγκρουση που ανατροφοδοτείται από παρανοήσεις, στρατηγικούς υπολογισμούς και βαθύτερα δομικά προβλήματα στην παγκόσμια οικονομία . Ads Κλιμάκωση των δασμών και άμεσο οικονομικό κόστος
Μέχρι τις 11 Απριλίου 2025, οι δασμοί σε κινεζικά προϊόντα που εισέρχονταν στις ΗΠΑ είχαν φτάσει το 145%, ενώ η Κίνα απάντησε με δασμούς 125% σε αμερικανικά προϊόντα . Αυτές οι αυξήσεις έχουν ήδη πλήξει καταναλωτές και βιομηχανίες σε αμφότερες τις χώρες: Ads Αμερικανοί εισαγωγείς αναφέρουν αυξήσεις τιμών σε βασικά προϊόντα τεχνολογίας και μηχανημάτων.
Κινέζοι εξαγωγείς μικρομεσαίου μεγέθους βλέπουν την πρόσβασή τους στην αμερικανική αγορά να συρρικνώνεται δραματικά.
Εκτός και αν οι δύο χώρες βάλουν νερό στο κρασί τους, το ετήσιο διμερές εμπόριο των 700 δισ. δολαρίων θα μπορούσε να μειωθεί έως και κατά 80% μέσα στα επόμενα δύο χρόνια—εξέλιξη που θα επηρέαζε εκατομμύρια θέσεις εργασίας και στις δύο οικονομίες . Ads Εσφαλμένες εκτιμήσεις και διπλωματικές αδυναμίες
Μια βασική αιτία της κρίσης εντοπίζεται στην λανθασμένη εκτίμηση της αμερικανικής κυβέρνησης για την αντοχή της κινεζικής οικονομίας. Πολλοί στο επιτελείο Τραμπ ήταν πεπεισμένοι ότι ο Σι Τζινπίνγκ θα έσπευδε να συνάψει συμφωνία ώστε να αποφύγει το πολιτικό κόστος στο εσωτερικό της χώρας. Ωστόσο, η κινεζική ηγεσία επέλεξε να προβάλει αντίσταση.
Παράλληλα, στο Πεκίνο η έλλειψη ευέλικτης εμπορικής διπλωματίας έκανε την κατάσταση δυσκολότερη. Η κυβέρνηση Σι απέτυχε να αντιμετωπίσει έγκαιρα τις παγκόσμιες ανησυχίες για ένα πιθανό «δεύτερο κινεζικό σοκ» που θα έπληττε τις βιομηχανίες άλλων κρατών, μέσω μαζικών χαμηλού κόστους εξαγωγών .
Στόχοι της κυβέρνησης Τραμπ και στρατηγική του Πεκίνου
Οικονομολόγοι και αναλυτές εμφανίζονται μπερδεμένοι ως προς το τι προσπαθεί να επιτύχει η κυβέρνηση Τραμπ . H Ουάσιγκτον φαίνεται να έχει στραφεί από το όραμα μιας πλήρους «αναδιάρθρωσης του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος» σε μια πιο στοχευμένη στρατηγική πίεσης κατά της Κίνας .
Από την άλλη πλευρά, ο Σι Τζινπίνγκ αντιλαμβάνεται πως η Κίνα δεν μπορεί να κερδίσει έναν εκτεταμένο εμπορικό πόλεμο με τις ΗΠΑ. Ωστόσο, είναι διατεθειμένος να εμπλακεί σε μια μακρά αντιπαράθεση με την ελπίδα ότι ο αντίπαλος—δηλαδή ο Τραμπ—θα υποστεί μεγαλύτερη πολιτική ή οικονομική φθορά .
Η μακροπρόθεσμη στρατηγική του Σι και η κινεζική αναπροσαρμογή
Μια σχετική ανάλυση στο Foreign Affairs, παρουσιάζει την ευρύτερη πολιτική στρατηγική του Σι, η οποία περιλαμβάνει την αντίσταση σε εξωτερικές πιέσεις και τη διαχείριση των εσωτερικών αγώνων εξουσίας . Οι αμερικανικοί δασμοί προσέφεραν, κατά κάποιον τρόπο, ιδεολογική «κάλυψη» για μια βαθύτερη κινεζική οικονομική αναδιάρθρωση που περιλαμβάνει:
Ενίσχυση της αυτάρκειας.
Μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση.
Παλινόρθωση επιχειρηματιών που είχαν προηγουμένως τεθεί στο περιθώριο, όπως ο Τζακ Μα, γεγονός που υποδηλώνει μια νέα ισορροπία μεταξύ κράτους και ιδιωτικού τομέα .
Επιπτώσεις στις αλυσίδες εφοδιασμού και στις διεθνείς σχέσεις
Στο πλαίσιο των αμερικανικών πιέσεων, το Πεκίνο ενίσχυσε την ανθεκτικότητα της εφοδιαστικής του αλυσίδας και θέσπισε νέα νομικά εργαλεία για να δικαιολογήσει αντίμετρα . Παράλληλα:
Εμβάθυνε περιφερειακές συνεργασίες.
Προώθησε συστήματα πληρωμών σε ρενμίνμπι, με στόχο τη μείωση της εξάρτησης από το δολάριο .
Η στροφή αυτή έχει άμεσες συνέπειες για ασιατικές οικονομίες που στηρίζονται στην κινεζική αγορά, αλλά και για αμερικανικές επιχειρήσεις που αναγκάζονται να ανακατευθύνουν τις αλυσίδες εφοδιασμού τους. Προτάσεις για την επόμενη μέρα
H συγγραφέας του άρθρου ZONGYUAN ZOE LIU, υποστηρίζει ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να αποδεχθούν πως ένα εμπορικό έλλειμμα με την Κίνα είναι αναπόφευκτο, αλλά μπορούν να κερδίσουν πλεονέκτημα εάν επικεντρωθούν σε τεχνολογίες του μέλλοντος, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η καθαρή ενέργεια . Προτείνεται επίσης:
Διατήρηση της εγχώριας παραγωγής υψηλής τεχνολογίας.
Εξαγωγή πρώτων υλών και βιομηχανικών εισροών.
Η Κίνα να ανακυκλώνει το εμπορικό πλεόνασμά της σε αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία και να διατηρεί την έκθεσή της στο σύστημα του δολαρίου .
Ωστόσο, χωρίς ένα κοινό καθεστώς δασμών μεταξύ των συμμάχων των ΗΠΑ, η στρατηγική αυτή χάνει την αποτελεσματικότητά της . Το άρθρο επισημαίνει ότι ακόμα και παρατεταμένοι δασμοί δεν αρκούν για να περιορίσουν την κινεζική εμπορική επέκταση, ενώ για να επιτευχθεί μια συμφωνία ο Τραμπ ίσως χρειαστεί να προχωρήσει σε δύσκολους συμβιβασμούς.
