Ξημέρωνε Πέμπτη στις 16 Μαρτίου του 1978, όταν κάποιες «σκιές» άρχισαν να βγαίνουν από δύο τουλάχιστον σπίτια στην Ρώμη, γύρω στις έξι και μισή το πρωί.
Αν τους έβλεπε κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει ότι ήταν νεαροί εργαζόμενοι που πήγαιναν να δουλέψουν σε κάποιο εργοστάσιο ή σε μια βιοτεχνία από αυτές που βρίσκονταν στα περίχωρα της πόλης.
Ένας από αυτούς σχεδόν δεν είχε κοιμηθεί ούτε δυο ώρες, όμως όλες οι αισθήσεις του ήταν σε εγρήγορση, καθώς δεν ήταν ένας εργάτης που πήγαινε για το μεροκάματο ή ένας δημόσιος υπάλληλος.
Λεγόταν Μάριο Μορέτι, ήταν 32 ετών και ηγετικό στέλεχος στις «Ερυθρές Ταξιαρχίες, που εκείνη την ανοιξιάτικη μέρα πραγματοποίησαν ένα ιδιαίτερα παράτολμο χτύπημα.
Άρπαξαν σε μια ματωμένη ενέδρα τον πρώην πρωθυπουργό και ηγέτη του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος Άλντο Μόρο, τον οποίο κράτησαν όμηρο σχεδόν δυο μήνες, σε μια απαγωγή που συγκλόνισε την Ιταλία στα λεγόμενα χρόνια της θύελλας.
Ο ηγέτης των Χριστιανοδημοκρατών, Άλντο Μόρο
Το παράτολμο χτύπημα
Εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό στην αιώνια πόλη, ο ήλιος έλαμπε όταν ο Άλντο Μόρο που είχε μια σχετικά καλή διάθεση, αναχώρησε από το σπίτι του για την Βουλή λίγο μετά τις οχτώ και μισή.
Κλείσιμο
Στην μαύρη λιμουζίνα-ένα Φίατ 128- κάθισε πίσω ενώ μπροστά επιβιβάστηκαν ο οδηγός και έναν σωματοφύλακας του Ιταλού πολιτικού, την ίδια στιγμή που οι άλλοι τρεις αστυνομικοί της ασφάλειάς του ακολούθησαν με μια λευκή Άλφα Ρομέο Αλφέτα.
Όλα έδειχναν να κυλούν φυσιολογικά κατά μήκος της διαδρομής με το Φίατ 128 του Μόρο να προπορεύεται ενώ συνοδευτικό ακολουθούσε σε απόσταση αναπνοής.
Την είχαν κάνει αρκετές φορές, μόνο που εκείνη την Πέμπτη έμελλε να μην ολοκληρωθεί για τον διορατικό Ιταλό πολιτικό, που είχε πετύχει τον «ιστορικό συμβιβασμό».
Την συνεργασία δηλαδή του Κομμουνιστικού Κόμματος με τους Χριστιανοδημοκράτες, κάτι που ορισμένοι μάλλον δεν του συγχώρεσαν ποτέ.
Οι τρομοκράτες κράτησαν όμηρο τον ηγέτη του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος για 54 ημέρες πριν τον σκοτώσει ο Μάριο Μορέτι με εννέα σφαίρες
Στο πιο ριψοκίνδυνο χτύπημα που σχεδίασαν και εκτέλεσαν οι διαβόητες «Ερυθρές Ταξιαρχίες αποφάσισαν να απαγάγουν τον Μόρο» σε μια Ιταλία που εκείνα τα χρόνια «έβραζε» από οργή.
Το σημείο που οι «Ερυθρές Ταξιαρχίες» πραγματοποίησαν την παράτολμη απαγωγή του Μόρο
Η τέλεια ενέδρα
Στους δρόμους του Μόντε Μάριο η κίνηση ήταν αραιή λίγο μετά τις οχτώ και μισή το πρωί, αλλά αυτό ελάχιστα απασχολούσε τον Μάριο Μορέτι που οδηγούσε ένα «απαλλοτριωμένο» Φίατ 128.
Το ηγετικό στέλεχος των Brigate Rosse πλησίαζε στο προκαθορισμένο ραντεβού- βάση του σχεδίου που είχε εκπονήσει μαζί με τα άλλα μέλη της οργάνωσης-για την ενέδρα στον Άλντο Μόρο.
Πολλά χρόνια μετά από εκείνα τα 55 μερόνυχτα που σημάδεψαν για πάντα και τη δική του ζωή θα δηλώσει σε δύο δημοσιογράφους που του πήραν συνέντευξη, ότι το βράδυ πριν από την επιχείρηση στο μυαλό του στριφογυρνούσε μια φράση: «Στο τέλος της ημέρας, ο αντάρτης είναι μόνος του μέσα στους δρόμους με το πιστόλι του και τον φόβο του».
Το πιστόλι ενός εκ των σωματοφυλάκων του Μόρο
Όταν έφτασε στο προκαθορισμένο σημείο πάρκαρε και περίμενε με την μηχανή αναμμένη τα δύο αυτοκίνητα που είχαν ξεκινήσει απο το σπίτι του Ιταλού πολιτικού.
Ήταν εννιά και τέταρτο όταν η μικρή αυτοκινητοπομπή έφθασε στην οδό Μάριο Φάνι και η 20χρονη τότε Ρίτα Αλγκρανάτι που την ακολουθούσε και την παρακολουθούσε διακριτικά από μικρή απόσταση, έδωσε το σήμα για την έφοδο.
΄Ενας από τους αστυνομικούς που συνόδευαν τον Ιταλό πολιτικό κείτεται νεκρός μετά την ενέδρα
Δύο αυτοκίνητα μπλοκάρουν από μπροστά και πίσω το Φίατ και την Άλφα Ρομέο, ενώ τέσσερα μέλη των Brigate Rosse που είχαν κρυφτεί στους θάμνους βγαίνουν και αρχίζουν να πυροβολούν με αυτόματα.
Οι πέντε αστυνομικοί γαζώνονται-οι τέσσερις πέθαναν επιτόπου και ο πέμπτος λίγη ώρα αργότερα-ενώ ο Μορέτι αρπάζει τον σοκαρισμένο Άλντο Μόρο από το χέρι.
Οι «σύντροφοί» του εκτελούν με χαριστικές βολές στο κεφάλι τους σωματοφύλακές του πλην του ενός άγνωστο για ποιο λόγο, και όλοι διαφεύγουν με κλεμμένα αυτοκίνητα και μηχανές προς διάφορες κατευθύνσεις της πόλης.
Η αιώνια πόλη που μόλις έχει αρχίσει να «ξυπνάει» είναι ήσυχη αλλά στην οδό Μάριο Φάνι το αίμα των πέντε αστυνομικών κυλάει μέσα και έξω από τα αυτοκίνητα.
Ένας μόνο πρόλαβε να τραβήξει το πιστόλι του, όχι όμως να το απασφαλίσει και μια κόκκινη γραμμή από το αίμα του «ζωγραφίζει» τον δρόμο.
Οι σειρήνες των περιπολικών που καταφθάνουν αναστατώνουν το μέχρι πρότινος ήσυχο προάστιο και πάνοπλοι καραμπινιέροι «κλείνουν» τον δρόμο.
Η δραματική ομηρία
Μισή ώρα αργότερα τα ραδιόφωνα και οι τηλεοράσεις ανακοινώνουν την απαγωγή του Άλντο Μόρο από τις «Ερυθρές Ταξιαρχίες» και η σήμανση βρίσκει πάνω από ενενήντα κάλυκες.
Το θρίλερ που συγκλόνισε την Ιταλία και την παγκόσμια κοινή γνώμη για τους επόμενους δύο μήνες, είχε μόλις αρχίσει να διαδραματίζεται σε ένα διαμέρισμα της οδού Μονταλτσίνι, όπου μεταφέρθηκε ο απαχθείς.
Στην πρώτη προκήρυξη που αποστέλλουν στα ΜΜΕ οι «Ερυθρές Ταξιαρχίες» τονίζουν ότι η απαγωγή του Μόρο είναι μόνο η αρχή και ζητούν να διακοπεί η δίκη των συλληφθέντων «συντρόφων» τους στο Τορίνο.
Ο Άλντο Μόρο είναι σχετικά ψύχραιμος μετά τα πρώτα 24ωρα της απαγωγής του στο διαμέρισμα-κρυσφήγετο της οδού Μονταλτσίνι στη Ρώμη, όπου τον μετέφεραν οι Ερυθρές Ταξιαρχίες.
Ο απαχθείς με φόντο τη σημαία των Brigate Rossi
Βρισκόταν σχεδόν συνέχεια μέσα σε ένα ειδικά ηχομονωμένο δωμάτιο, στο οποίο φωτογραφήθηκε με φόντο την σημαία με το όνομα και το αστέρι των Ερυθρών Ταξιαρχιών.
Στις 26 Μαρτίου είχε εναρμονιστεί σε μεγάλο βαθμό με την νέα πραγματικότητα της ζωής του και όπως κάθε πρωί ήπιε έναν εσπρέσο και έφαγε τα αγαπημένα του μπισκότα.
Η 25χρονη Άννα-Λάουρα Μπραγκέτι, η οποία είχε νοικιάσει το διαμέρισμα όπου εκτυλίχθηκε το δράμα των 54 ημερών ομηρίας του Ιταλού πολιτικού, φρόντιζε να προσέχει τον διορατικό Ιταλό πολιτικό.
Την ημέρα που τον απήγαγαν οι «Ερυθρές Ταξιαρχίες» επρόκειτο να ανακοινωθεί ο «ιστορικός συμβιβασμός», η συγκρότηση δηλαδή μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας, με την συμμετοχή του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Στην δεύτερη προκήρυξη που στέλνεται στα ΜΜΕ από την οργάνωση οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ζητούν την απελευθέρωση των 13 «συντρόφων» τους, με αντάλλαγμα τον Άλντο Μόρο.
Η Μπραγκέτι, κάθε πρωί μετά το πρωινό που σερβίρει στον Μόρο πηγαίνει κανονικά στην δουλειά της ώστε να μην κινήσει υποψίες, ενώ στο διαμέρισμα τον επιτηρούν τουλάχιστον τρία μέλη της οργάνωσης.
Οι μέρες έρχονται και φεύγουν χωρίς να σημειώνεται κάποια πρόοδος. Υπάρχουν και οι άβολες στιγμές όταν αρκετές φορές του ζητούν ευγενικά να μπει μέσα σε ένα μεγάλο μπαούλο για αρκετή ώρα, συνήθως μετά από κάποιο τηλεφώνημα ή όταν θέλανε να μιλήσουν βέβαιοι ότι δεν θα μπορεί να τους ακούει ο Μόρο.
Μόλις άνοιγε το μπαούλο για να βγει ο Μόρο του ζητούσαν πάντα συγνώμη για την ταλαιπωρία ενώ ο Μάριο Μορέτι θα αρχίσει σταδιακά, να έχει μεγάλης διάρκειας συζητήσεις με τον απαχθέντα.
Για ώρες ανταλλάσουν απόψεις για την φύση του κράτους και ο Μορέτι μαθαίνει πολλά για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η πολιτική ζωή της Ιταλίας, στην οποία ο ίδιος μαζί με τις «Ερυθρές Ταξιαρχίες» θέλει να είναι ο πυροκροτητής για την έκρηξη της επανάστασης.
Τα «παιχνίδια» και οι μυστικές υπηρεσίες
Όταν περνάει ο πρώτος μήνας της απαγωγής του ο Μόρο έχει διαπιστώσει ότι το Ιταλικό κράτος δεν «καίγεται» για την απελευθέρωσή του, αφού η κυβέρνηση αλλά και τα κόμματα-ακόμη και το ΚΚΙ-αρνούνται να συνδιαλλαγούν με τους τρομοκράτες των Brigate Rosse.
Μπορεί οι φωτογραφίες του με φόντο την σημαία της οργάνωσης που τον δείχνουν αξύριστο, ταλαιπωρημένο και κουρασμένο να συγκινούν τους απλούς Ιταλούς και την οικογένειά του, αλλά οι πολιτικοί κωφεύουν.
Η Αντριάνα Φαράντα και ο Βαλέριο Μορούτσι που έλαβαν μέρος στην απαγωγή του Ιταλού πολιτικού που συγκλόνισε τη χώρα
Τελικά θα περάσουν σχεδόν δύο μήνες πριν η μοίρα του σφραγιστεί σε ένα υπόγειο γκαράζ της Ρώμης, στην πολυκατοικία της οδού Μονταλτσίνι.
Θα τον οδηγήσει εκεί ο Μάριο Μορέτι, την τελευταία νύχτα της ζωής του ενώ χρόνια αργότερα έγινε γνωστό ότι την ώρα που η οικογένεια του Μόρο αγωνιούσε για την τύχη του, κάποιοι άλλοι σφύριζαν αδιάφορα.
Η Ιταλική Αστυνομία και οι μυστικές υπηρεσίες της χώρας, φέρεται να γνώριζαν το διαμέρισμα-κρυσφήγετο της οδού Μονταλτσίνι και η SISDE (η Ιταλική Υπηρεσία Πληροφοριών) σύμφωνα με μεταγενέστερα δημοσιεύματα στον Ιταλικό τύπο, είχε εγκαταστήσει ένα βαν στο δρόμο.
Μέσα σε αυτό πράκτορες των Ιταλικών μυστικών υπηρεσιών παρακολουθούσαν τις κινήσεις των μελών των Ερυθρών Ταξιαρχιών, ενώ έτερα ρεπορτάζ αλλά και θεωρίες συνωμοσίας ενέπλεξαν στην υπόθεση, την CIA, την KGB, ακόμη και τον Κίσινγκερ.
Επίσης υπάρχουν δημοσιευμένα πολλά story για την εμπλοκή των μυστικών υπηρεσιών της Ιταλίας και των Καραμπινιέρων στην υπόθεση Μόρο τα οποία «γέννησαν» δεκάδες ερωτήματα.
Ερωτήματα που αφορούσαν πρωτίστως την στάση που κράτησε το κράτος απέναντι στην απαγωγή του πολιτικού και ακολούθως την «διάβρωση» των Brigate Rosse από πράκτορες της SISDE.
Έχει αποδειχθεί σύμφωνα με δεκάδες ρεπορτάζ ότι θα μπορούσε να γίνει μια επιχείρηση διάσωσης του Άλντο Μόρο με έφοδο στο διαμέρισμα που πέρασε τις τελευταίες 54 ημέρες της ζωής του.
Εκεί όπου έγραψε 86 ιδιόχειρες επιστολές, προς πολιτικούς φίλους και αντιπάλους, στην οικογένειά του, ακόμη και στον Πάπα Παύλο ΣΤ’, ο οποίος έκανε προσωπική έκκληση για την απελευθέρωση του πολιτικού.
Εκτέλεση με δέκα σφαίρες
Μόνο που αυτή η απελευθέρωση δεν θα έρθει ποτέ.
Ξημερώνει η 9η Μαϊου του 1978, όταν ο Μάριο Μορέτι ξυπνάει μέσα στην μαύρη νύχτα τον Άλντο Μόρο και τον ενημερώνει ότι για λόγους ασφαλείας θα πρέπει να τον μεταφέρουν σε άλλο κρησφύγετο.
Κατεβαίνουν στο υπόγειο γκαράζ της πολυκατοικίας μαζί με άλλα δύο μέλη της οργάνωσης, τον Τζερμάνο Μάκαρι και τον Πρόσπερο Γκαλινάρι, μέσα σε μια νεκρική σιωπή.
Εκεί είναι παρκαρισμένο ένα κόκκινο Ρενό 4L, το αυτοκίνητο με το οποίο θα μετέφεραν-όπως είχαν ενημερώσει για να τον καθησυχάσουν-τον Άλντο Μόρο στο νέο κρησφύγετο.
Δεν αντιλαμβάνεται ότι βιώνει τις τελευταίες στιγμές της ζωής του όταν οι τρομοκράτες του λένε να ξαπλώσει στο πορτ μπαγκάζ και τον σκεπάζουν με μια κουβέρτα.
Ο Μάριο Μορέτι τον πυροβολεί πολύ γρήγορα δέκα φορές, με ένα περίστροφο που φέρει σιγαστήρα και από τις τρύπες που ανοίγουν το αίμα του Μόρο ποτίζει την κουβέρτα.
Μέσα σε εκείνο το ανήλιαγο υπόγειο γκαράζ της Via Montalcini οι δέκα πυροβολισμοί ακούγονται πνιχτοί, μετά το πορτ μπαγκάζ του Ρενό κλείνει και λίγα λεπτά αργότερα θα ξεκινήσει προτού ο ήλιος φωτίσει τον ουρανό της αιώνιας πόλης.
Αστυνομικοί και δημοσιογράφοι κοιτούν το άψυχο σώμα του Άλντο Μόρο που βρέθηκε στο πόρτ μπαγκάζ ενός κόκκινο Ρενό
Μετά από κάποιες διερευνητικές διαδρομές προκειμένου να διαπιστώσουν αν τους παρακολουθεί κανείς τα τρία μέλη των Brigate Rosse θα παρκάρουν το αυτοκίνητο στην οδό Μικελάντζελο Καετάνι, μέσα στο ιστορικό κέντρο της Ρώμης.
Τραγική ειρωνεία; Το συγκεκριμένο σημείο βρισκόταν στην μέση της διαδρομής που χώριζε τα γραφεία του ΚΚΙ και του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος.
Οι Μορέτι, Μάκαρι και Γκαλινάρι αφήνουν το αυτοκίνητο όταν είναι ασφαλείς ειδοποιούν τις αρχές και λίγη ώρα μετά το άψυχο σώμα του Μόρο αποτυπώνεται σε μια φωτογραφία τραβηγμένη από ψηλά.
Τον δείχνει αξύριστο με το κεφάλι του γερμένο αριστερά, ντυμένο με το ίδιο κουστούμι που φόραγε την ημέρα που τον απήγαγαν μέσα σε ένα καταιγισμό πυρών οι «Ερυθρές Ταξιαρχίες».
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ
Αποδοχή
