Μία σαρωτική νίκη κατήγαγε στις βουλευτικές εκλογές της Ουγγαρίας ο Πέτερ Μάγιαρ, που «εκθρόνισε» μετά από 16 χρόνια στην εξουσία τον ακροδεξιό Βίκτορ Όρμπαν. Ο ηγέτης της αντιπολίτευσης κέρδισε με καταμετρημένο πάνω από το 97% των ψήφων 138 έδρες σε σύνολο 199, ενώ σε ανάρτησή του στο Facebook ανέφερε ότι ο Όρμπαν τον συνεχάρη τηλεφωνικά για τη νίκη του.

Το δεξιό κόμμα Tisza του Πέτερ Μάγκιαρ, που αποτελεί φιλοευρωπαϊκή πολιτική οντότητα, εξασφάλισε πλειοψηφία δυο τρίτων στο κοινοβούλιο της Ουγγαρίας, κατά τη σχεδόν οριστική καταμέτρηση των αποτελεσμάτων. Το Tisza συνέτριψε τον απερχόμενο λαϊκιστή εθνικιστή πρωθυπουργό Βίκτορ Όρμπαν, που εισέρχεται πλέον στην Βουλή αποδυναμωμένος με μόλις 55 έδρες.

Ο νικητής των εκλογών στην πρώτη του ομιλία, αμέσως μετά το αποτέλεσμα είπε ότι η χώρα του ξεπέρασε μία τυραννία. «Τα καταφέραμε», δήλωσε ο Μάγιαρ, απευθυνόμενος στο πλήθος. «Ανακτήσαμε τη χώρα μας. Κερδίσαμε μια πρωτοφανή εντολή». Ο Μάγιαρ ευχαρίστησε τους 3,3 εκατομμύρια πολίτες που ψήφισαν το κόμμα του, υποσχόμενος «μια πιο ανθρώπινη Ουγγαρία για κάθε πολίτη».

Οι Ούγγροι βγήκαν στους δρόμους έξω από το κοινοβούλιο και γιόρτασαν την νίκη του. Δείτε εικόνες:

Μεγάλο μέρος των ανθρώπων που βρισκόταν στους δρόμους της Βουδαπέστης δήλωσε ότι επειδή θα ξενυχτούσε, είχε πάρει άδεια από την εργασία του την Δευτέρα. Η Γέφυρα των Αλυσίδων της Βουδαπέστης φωτίστηκε με τα εθνικά χρώματα της Ουγγαρίας.

Ο Πέτερ Μάγιαρ μίλησε στο κέντρο της Βουδαπέστης μπροστά σε χιλιάδες υποστηρικτές του. «Η Ουγγαρία θα είναι και πάλι ένας ισχυρός σύμμαχος που θα εκπροσωπεί τα ουγγρικά συμφέροντα, επειδή η θέση της χώρας μας είναι στην Ευρώπη» είπε. Πρόσθεσε ότι τα πρώτα του ταξίδια στο εξωτερικό θα είναι στη Βαρσοβία και τη Βιέννη, ενώ στη συνέχεια θα επισκεφθεί τις Βρυξέλλες σε μια προσπάθεια να πείσει την ΕΕ να αποδεσμεύσει δισεκατομμύρια ευρώ σε δεσμευμένα κεφάλαια.

Στην ομιλία του, ο ηγέτης της Tisza υποστήριξε ότι το κόμμα του ξεπέρασε τα «εμπόδια» που, όπως είπε, οργανώθηκαν από το κράτος υπέρ της κυβέρνησης Fidesz. «Ξεπεράσαμε μια τυραννία», σχολίασε. Και πρόσθεσε: «Ήμασταν ο Δαβίδ απέναντι στον Γολιάθ και στο τέλος, με τη δύναμη της αγάπης, πετύχαμε μια ιστορική νίκη».

Ο Μάγιαρ στην εξέδρα, μετά την νίκη του

Στην πρώτη του ομιλία ο νικητής των εκλογών στην Ουγγαρία δήλωσε ξεκάθαρα τις προθέσεις του: «Η Ουγγαρία θέλει να είναι ξανά μια ευρωπαϊκή χώρα», είπε. «Θέλει να επιστρέψει στην Ευρώπη». Παράλληλα, απευθυνόμενος και στους υποστηρικτές του Όρμπαν τους κάλεσε να δείξουν πνεύμα «εθνικής ενότητας» για την επόμενη ημέρα. Επίσης κατήγγειλε πως υπήρξαν καταγγελίες για νοθεία στο εκλογικό αποτέλεσμα, λέγοντας ότι θα υπάρξει έρευνα κι αν χρειαστεί θα κινηθεί νομικά. «Όποιος διέπραξε ή υποκίνησε εκλογική νοθεία θα λογοδοτήσει ενώπιον του νόμου», είπε χαρακτηριστικά.

Από την πλευρά του ο Βίκτορ Όρμπαν παραδέχτηκε ότι το αποτέλεσμα των εκλογών είναι οδυνηρό. «Δεν μας δόθηκε η ευθύνη και η δυνατότητα διακυβέρνησης, είπε. Συγχαίρω τον νικητή. Δεν τα παρατάμε ποτέ, αυτό είναι το μόνο σίγουρο για εμάς. Οι ημέρες που έρχονται θα μας βοηθήσουν να θεραπεύσουμε τις πληγές μας», δήλωσε ο Όρμπαν σε ομιλία του προς τους ψηφοφόρους του κόμματος Fidesz, αμέσως μετά την ήττα του.

Ο Ορμπαν διεκδίκησε στις 12 Απριλίου μια νέα – κατά σειρά πέμπτη – πρωθυπουργική θητεία, εκπροσωπώντας πολιτικά όχι μόνον τον εαυτό του και το κόμμα του (Fidesz), αλλά και όλους εκείνους τους «μεγάλους» που τον στήριξαν, κυρίως δηλαδή τον Πούτιν και το αντιευρωπαϊκό κίνημα. Υπήρξε σταθερά μία εστία ευρωπαϊκού διχασμού, και ένα εμπόδιο στη βοήθεια προς την Ουκρανία καθώς και επίμονο ανάχωμα στις αντιρωσικές ευρωπαϊκές κυρώσεις. Συν τοις άλλοις, ο Ορμπαν ήταν ο μακροβιότερος εθνολαϊκιστής ηγέτης στην Ευρώπη και, ως εκ τούτου, το «παράδειγμά» του λειτουργούσε ενισχυτικά υπέρ όλων εκείνων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ομοϊδεάτες του. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ο Πούτιν επηρεάζεται από την ήττα του και χάνει έδαφος στην φιλονικία του με την Ενωμένη Ευρώπη, καθώς ο Όρμπαν εκπροσωπούσε την στήριξη των φιλορωσικών θέσεων .

Όπως γράφει το Euronews, ο Μαγιάρ κατάγεται από οικογένεια με ισχυρή νομική και συντηρητική παράδοση και νονός του ήταν ο πρώην Πρόεδρος της Ουγγαρίας Φέρεντς Μαντλ. Ήδη από τα πρώτα χρόνια της ενασχόλησής του με τα κοινά διατηρούσε στενούς ιδεολογικούς και προσωπικούς δεσμούς με τη δεξιά. Μέσω της πρώην συζύγου του, της πρώην υπουργού Δικαιοσύνης Τζουντίτ Βάργκα, απέκτησε πρόσβαση στα ανώτατα κλιμάκια του κυβερνώντος κόμματος, το Φιντέζ και κατείχε θέσεις στη διοίκηση διαφόρων κρατικών επιχειρήσεων.

Στις αρχές του 2024 ο Μαγιάρ στράφηκε δημόσια κατά της κυβέρνησης του Βίκτορ Όρμπαν, εκφράζοντας την οργή του για το γεγονός ότι η πρώην σύζυγός του εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, εν μέσω σκανδάλου για την απονομή προεδρικής χάρης σε άτομο που καταδικάστηκε για παιδεραστία. Σε ανάρτησή του στο Facebook, που συγκέντρωσε εκατομμύρια προβολές, κατήγγειλε την κατάσταση — ένα σημείο καμπής στην πορεία του.

Λίγες ημέρες αργότερα, έδωσε στη δημοσιότητα ηχητικό ντοκουμέντο στο οποίο η πρώην σύζυγός του αναφερόταν σε υποτιθέμενες σχέσεις μεταξύ της κυβέρνησης και του επικεφαλής των δικαστικών επιμελητών, ο οποίος είχε κατηγορηθεί για διαφθορά. Η δημοτικότητά του εκτοξεύθηκε. Λίγες εβδομάδες πριν από τις ευρωεκλογές του 2024, οργάνωσε πολιτική συγκέντρωση και χιλιάδες Ούγγροι πολίτες κατέκλεισαν τους δρόμους της Βουδαπέστης. Τον Μάρτιο του ίδιου έτους επανενεργοποίησε ένα μικρό κόμμα, το Τίσα.

Η ισχυρή επίδοση του κόμματος στις ευρωεκλογές — όπου εξελέγη και ο ίδιος ευρωβουλευτής — κατέδειξε τη διευρυνόμενη απογοήτευση των πολιτών απέναντι σε αυτό που ο ίδιος αποκαλεί «παλαιά αντιπολίτευση». Το Φιντέζ έχει εξαπολύσει σειρά επιθέσεων εναντίον του, από κατηγορίες για ενδοοικογενειακή βία έως κατασκοπεία και χρήση ναρκωτικών, ωστόσο όλες οι επιθέσεις έπεσαν στο κενό και ο ίδιος κατάφερε να αποδομήσει σταδιακά το αφήγημα των υποστηρικτών του Όρμπαν και να κερδίσει μία μεγάλη και ξεκάθαρη εκλογική νίκη.