website analysis Αλαμπάμα / «Εφυγε» η πρώτη μαθητριούλα που δεν σηκώθηκε στο λεωφορείο – Epikairo.gr

Στις 2 Μαρτίου 1955, η 15χρονη Κλοντέτ Κολβίν αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θέση της σε λευκή επιβάτισσα σε λεωφορείο του Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα, αψηφώντας  τους νόμους του φυλετικού διαχωρισμού.

Με τη στάση της έθετε σε κίνδυνο ακόμη και τη ζωή της, καθώς οι οδηγοί λεωφορείων έφεραν όπλα και απολάμβαναν ατιμωρησίας. Συνελήφθη φυσικά και καταδικάστηκε. Πέθανε την Τρίτη 13 Ιανουαρίου, σε ηλικία 86 ετών, χωρίς να γνωρίσει τη δόξα του κοριτσιού που έγινε διάσημη για την ίδια θαρραλέα πράξη.

Εννέα μήνες αργότερα από την Κλοντέτ, η Ρόζα Παρκς αρνήθηκε τη δική της θέση την 1η Δεκεμβρίου 1955. Η πράξη αυτή οδήγησε στο οργανωμένο μποϊκοτάζ των λεωφορείων υπό την ηγεσία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, τότε νεαρού πάστορα.

Η ίδια μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου ο φυλετικός διαχωρισμός διαπερνούσε κάθε πτυχή της καθημερινότητας: ξεχωριστά πεζοδρόμια, ξεχωριστές βρύσες, ξεχωριστοί δημόσιοι χώροι.

Η Κλοντέτ ήξερε ότι δεν μπορείς να δοκιμάσεις ένα ζευγάρι παπούτσια , αν είσαι μαύρη. Απλά σχεδιάζεις το αποτύπωμα του ποδιού σου σε ένα κομμάτι χαρτί, το δίνεις στον πωλητή ή στην πωλήτρια, δείχνεις από έξω το ζευγάρι που θέλεις να αγοράσεις, περιμένεις και μετά πληρώνεις.

Και αν το ζευγάρι δεν σου κάνει; Λοιπόν, κρίμα, δεν μπορείς να το επιστρέψεις, γιατί ποιος λευκός θα ήθελε ένα ζευγάρι που έχει φορέσει ένας μαύρος;

Οι νόμοι του Τζιμ Κρόου — που έλαβαν το όνομά τους από έναν καρικατουρίστικο θεατρικό χαρακτήρα ο οποίος ενίσχυε τα ρατσιστικά στερεότυπα — είχαν μετουσιωθεί σε ένα σύνολο κανονισμών που νομιμοποιούσε τον θεσμικό διαχωρισμό των μαύρων από τους λευκούς.

Στο πλαίσιο αυτό, η έφηβη, ξεχωριστή μαθήτρια του Booker T. Washington High School, με όνειρο να γίνει δικηγόρος ή ακόμα και πρόεδρος της χώρας, ανέδειξε με την πράξη της την αδικία που βίωνε η κοινότητά της.

Μετά τη σύλληψή της, η Κολβίν αντιμετώπισε την αδιάλλακτη στάση των αρχών αλλά και την επιφυλακτικότητα των μαύρων αξιωματούχων της πόλης της.

Παρά τη στήριξη της Ρόζας Παρκς — που είχε αναγνωρίσει την αξία της κίνησής της — οι ηγέτες της τοπικής κοινότητας θεώρησαν ότι ήταν «πολύ νέα, πολύ φτωχή και πολύ μαύρη» για να συμβολίσει ένα κίνημα που προσπαθούσε να κερδίσει τη συμπάθεια της ευρύτερης αμερικανικής κοινωνίας.

Η άποψη αυτή αντικατοπτρίζει τις βαθύτερες ταξικές και φυλετικές προκαταλήψεις που διαπερνούσαν όχι μόνο το λευκό κατεστημένο αλλά και μέρος της ίδιας της μαύρης κοινότητας.

Η πρώτη της δίκη έληξε εις βάρος της. Η απογοήτευσή της μεγάλωσε όταν βρέθηκε έγκυος από έναν παντρεμένο άνδρα. Γεγονός που, σύμφωνα με τους ηγέτες του κινήματος, την καθιστούσε ακόμη λιγότερο κατάλληλη για δημόσιο σύμβολο.

Ωστόσο, η ραγδαία εξέλιξη των γεγονότων και η άνοδος του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα στις Ηνωμένες Πολιτείες  έμελλε να την επαναφέρουν στο κέντρο του αγώνα.

Οι υπεύθυνοι του κινήματος αποφάσισαν να κινηθούν νομικά με μία συλλογική αγωγή και η Κλοντέτ Κολβίν, παρά την εγκυμοσύνη και τις κοινωνικές πιέσεις, δέχτηκε να αποτελέσει μία από τις βασικές ενάγουσες και μάλιστα τη νεότερη, στα μόλις 16 της χρόνια . Με την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, στις 20 Δεκεμβρίου 1956, οι νόμοι περί διαχωρισμού στις μεταφορές της Αλαμπάμα κηρύχθηκαν αντισυνταγματικοί, επισφραγίζοντας μια από τις πρώτες μεγάλες νομικές νίκες του αντιρατσιστικού κινήματος.

Παρά τη συμβολή της, η Κολβίν δεν έλαβε ποτέ την αναγνώριση που της αναλογούσε. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το Μοντγκόμερι, μετακομίζοντας στη Νέα Υόρκη, όπου εργάστηκε ως βοηθός νοσοκόμα και παρέμεινε ενεργή στον συνδικαλισμό.

Ενώ η Ρόζα Παρκς τιμήθηκε με μνημεία και η μνήμη της εντάχθηκε στο εθνικό αφήγημα, η Κολβίν έμεινε στο περιθώριο, με μία μόνο οδό στο πιο φτωχό τμήμα του Μοντγκόμερι να φέρει το όνομά της.

Παραμένεί όμως ζωντανό, το μήνυμα που άφησε: «Πρέπει να αγωνιζόμαστε πάντα, για τα δικαιώματα όλων».