Πιέσεις στην αγορά ακινήτων και ανησυχία για καθυστερήσεις ή αναβολή έργων

Τα emails με ανατιμήσεις στα οικοδομικά υλικά από τους προμηθευτές έρχονται στις κατασκευαστικές εταιρείες το ένα μετά το άλλο αποτυπώνοντας σε πραγματικό χρόνο τις πιέσεις που προκαλεί η κρίση στη Μέση Ανατολή στον τεχνικό κόσμο.

Οι ανατιμήσεις στα υλικά από την αρχή του πολέμου μέχρι σήμερα κυμαίνονται από 6% έως 12% και έρχονται από εταιρείες προμήθειας μπετόν, σιδήρου, ξυλουργικών υλικών και βαφών, αναφέρει στέλεχος εταιρείας κατασκευής επαγγελματικών κτιρίων, ξενοδοχείων και κατοικιών με μεγάλα έργα στον ιδιωτικό τομέα. Αντίστοιχα αυξήσεις 15%-20% καταγράφονται και στον τομέα του αλουμινίου, το οποίο κάνει ράλι στο χρηματιστήριο μετάλλων στο Λονδίνο μετά τα απανωτά χτυπήματα νευραλγικών εγκαταστάσεων στον Περσικό Κόλπο.

Πρόκειται για μια ταχεία προσαρμογή των τιμών, η οποία συνδέεται άμεσα με την άνοδο του ενεργειακού κόστους και κυρίως των καυσίμων, ως αποτέλεσμα τόσο των μεγάλων εμποδίων στη ναυσιπλοΐα και τα Στενά του Ορμούζ όσο και των ζημιών και των χτυπημάτων σε ενεργειακές υποδομές στη Μέση Ανατολή.

Οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις εντοπίζονται κυρίως σε βασικά υλικά και στοιχεία της κατασκευής, όπως είναι ο σίδηρος και το μπετόν, που επηρεάζουν τόσο την παραγωγή όσο και τη μεταφορά. Οπως σημειώνουν επαγγελματίες του κλάδου, εκτός από την αύξηση των τιμών, σημαντικό ρόλο στο τελικό κόστος παίζει και ο όγκος των υλικών. Υλικά όπως ο σίδηρος και το μπετόν που αποτελούν δομικά συστατικά ενός κτιρίου έχουν ειδικό βάρος στο συνολικό κόστος μιας κατασκευής, με αποτέλεσμα ακόμη και μικρές ποσοστιαίες αυξήσεις να συνεπιφέρουν σημαντικές επιβαρύνσεις.

Η εικόνα διαφοροποιείται ανάλογα με το στάδιο στο οποίο βρίσκονται τα έργα. Σε κατασκευές που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη, οι κατασκευαστές επιχειρούν σε αρκετές περιπτώσεις να απορροφήσουν μέρος των αυξήσεων προκειμένου να διατηρήσουν τις συνεργασίες τους και να μην τινάξουν στον αέρα υφιστάμενες συμφωνίες. Αντίθετα, στα νέα έργα, αλλά και σε προσφορές που έχουν κατατεθεί τους προηγούμενους μήνες, η επανακοστολόγηση θεωρείται πλέον δεδομένη, με τις τιμές να αναθεωρούνται προς τα πάνω. «Προσφορά που έγινε πριν από δύο ή τρεις μήνες και τώρα έρχεται ο πελάτης και μας ζητά να προχωρήσουμε, τότε είναι σίγουρο ότι η τιμή θα αναθεωρηθεί», λέει στέλεχος εταιρείας του κλάδου, και προσθέτει ότι η αγορά συνεχίζει τον ανηφορικό δρόμο των τιμών που ξεκίνησε το 2022, ο οποίος δεν αναμένεται να ανακοπεί με τη λήξη του πολέμου. «Δεν έχουμε δει την τελευταία δεκαετία ό,τι έχει ανέβει να έχει υποχωρήσει, επομένως δεν είμαστε αισιόδοξοι ότι αυτή η κρίση μπορεί να τερματιστεί όταν σταματήσουν οι βομβαρδισμοί».

Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι το φαινόμενο δεν είναι πρωτόγνωρο. Και μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία οι τιμές των υλικών κατέγραψαν σημαντική άνοδο, η οποία στην πράξη δεν αποκλιμακώθηκε ποτέ, απλώς σταθεροποιήθηκε σε υψηλότερα επίπεδα.
Ωστόσο, σε αντίθεση με την προηγούμενη κρίση, η τρέχουσα χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη ένταση σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα. Οι αυξήσεις εμφανίζονται βίαια, δημιουργώντας αιφνιδιασμό και περιορίζοντας τα περιθώρια προσαρμογής των επιχειρήσεων.

Ιδιαίτερα έντονες είναι οι πιέσεις σε υλικά που συνδέονται άμεσα με την ενέργεια και τα παράγωγα πετρελαίου. Τα πλαστικά προϊόντα, όπως σωληνώσεις και μονωτικά, καταγράφουν ήδη σημαντικές αυξήσεις, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις, σύμφωνα με αρμόδιες πηγές του κλάδου της κατασκευής κτιρίων, φτάνουν στο 30%. Αντίστοιχα, τα αλουμίνια και άλλα βασικά υλικά ακολουθούν ανοδική πορεία, με ανατιμήσεις που κινούνται σε διψήφια ποσοστά. Το φαινόμενο δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες κατηγορίες, αλλά τείνει να επηρεάσει συνολικά την εφοδιαστική αλυσίδα των κατασκευών.

Η ρίζα του προβλήματος εντοπίζεται στις διαταραχές των διεθνών logistics και τις ζημιές σε κρίσιμες υποδομές που στηρίζουν τη ροή πρώτων υλών.

Σε αντίθεση με προηγούμενες κρίσεις, όπου η αγορά μπορούσε σχετικά γρήγορα να προσαρμοστεί, η παρούσα συγκυρία φαίνεται πιο σύνθετη και δυνητικά πιο μακροχρόνια. Η αποκατάσταση τέτοιων υποδομών απαιτεί σημαντικούς πόρους και χρόνο, γεγονός που παρατείνει τις επιπτώσεις πέρα από τη διάρκεια των συγκρούσεων.

Τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα προκαλούν καθυστερήσεις και στις παραδόσεις υλικών, κάτι που εταιρείες του κλάδου καταγράφουν όλο και συχνότερα. Παράγοντες της αγοράς δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο ορισμένες από αυτές τις καθυστερήσεις να συνδέονται και με πρακτικές αναμονής από πλευράς προμηθευτών, οι οποίοι επιδιώκουν να διαθέσουν τα προϊόντα τους σε υψηλότερες τιμές.

Η αβεβαιότητα αυτή μεταφέρεται και στα ίδια τα έργα. Κατασκευαστές καλούνται να πάρουν αποφάσεις υπό πίεση, με προμηθευτές να ζητούν άμεσο κλείσιμο τιμών, προειδοποιώντας για νέες αυξήσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σε αυτό το περιβάλλον, αρκετά έργα επιβραδύνονται ή επανεξετάζονται, ενώ νέα projects αναβάλλονται.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η αγορά δεν ξεκινά από μηδενική βάση. Την τελευταία τετραετία το κόστος κατασκευής έχει ήδη αυξηθεί σημαντικά, με σωρευτικές ανατιμήσεις που πλησιάζουν στο 30%. Σε ορισμένες κατηγορίες, όπως τα τεχνητά δομικά υλικά (τούβλα, κεραμίδια, τσιμεντόλιθοι), οι αυξήσεις είναι ακόμη πιο μεγάλες, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω το συνολικό κόστος των έργων.

Η νέα αυτή φάση ανατιμήσεων δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: οι κατασκευαστές δυσκολεύονται να κοστολογήσουν, οι επενδυτές γίνονται πιο επιφυλακτικοί και τελικά η αγορά κατοικίας και επαγγελματικών κτιρίων ενδέχεται να δεχτεί νέες πιέσεις είτε μέσω αυξημένων τιμών πώλησης είτε μέσω καθυστερήσεων στην υλοποίηση έργων. Σε περίπτωση που η γεωπολιτική αστάθεια συνεχιστεί ή ενταθεί, οι επιπτώσεις δεν θα είναι μόνο βραχυπρόθεσμες, αλλά μπορεί να επηρεάσουν τη δυναμική του κλάδου για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Παράγοντες του κλάδου εκτιμούν ότι η πορεία της αγοράς ακινήτων επηρεάζεται έντονα από τις εξελίξεις αυτές. Σε χώρες του Κόλπου, όπως τα ΗΑΕ, παρατηρείται προσπάθεια συγκράτησης εργαζομένων, όμως αν η κρίση συνεχιστεί, είναι πιθανό πολλοί να αποχωρήσουν. Αυτό μπορεί να οδηγήσει αφενός σε αύξηση της ζήτησης για κατοικίες στην Ελλάδα από ξένους, αφετέρου δημιουργεί επιφυλακτικότητα στους εγχώριους αγοραστές. Παράλληλα, η άνοδος του κόστους κατασκευής οδηγεί αρκετούς σε στάση αναμονής, ενώ η οικοδομική δραστηριότητα συνεχίζεται με πιο ήπιους ρυθμούς.

Η ανησυχία μεγαλώνει από τις προβλέψεις ότι ακόμη και σε περίπτωση άμεσης αποκλιμάκωσης των γεωπολιτικών εντάσεων η επιστροφή στην κανονικότητα δεν θα είναι άμεση. Η αγορά εκτιμάται ότι θα χρειαστεί αρκετούς μήνες για να επανέλθει, καθώς οι αυξήσεις έχουν ήδη ενσωματωθεί στο κόστος και οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα δεν αναμένεται να αποκατασταθούν άμεσα.

Το μόνο βέβαιο, σύμφωνα με στελέχη του χώρου, είναι ότι η κατασκευαστική δραστηριότητα εισέρχεται σε νέα φάση, με υψηλότερο κόστος, αυξημένο ρίσκο και έντονη μεταβλητότητα, που αναμένεται να επηρεάσει συνολικά την αγορά ακινήτων το επόμενο διάστημα.
newmoney.gr