- Στην «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» φαίνεται πως η ελπίδα περισσεύει, αλλά οι άνθρωποι που τη στελέχωσαν λιγοστεύουν…Οι διαδοχικές αποχωρήσεις στελεχών, συνοδευόμενες από καταγγελίες για «παράλληλα κέντρα» και «αυλές», δημιουργούν πλέον ένα δύσκολο εσωτερικό παζλ για τη Μαρία Καρυστιανού, που καλείται να απαντήσει αν το πρόβλημα βρίσκεται στους πολιτικούς αντιπάλους ή τελικά… εντός των τειχών
Η πιο πρόσφατη και ίσως πιο ηχηρή αποχώρηση ήταν εκείνη του δημοσιογράφου Θανάση Αυγερινού από τη θέση του εκπροσώπου Τύπου. Ο ίδιος, μέχρι πρόσφατα ένα από τα πρόσωπα που βρίσκονταν κοντά στην ηγετική ομάδα της Μαρίας Καρυστιανού, υποστήριξε ότι από τις 12 Ιουλίου είχε ουσιαστικά παραμεριστεί. Όπως ανέφερε, λειτουργούσε ένα «παράλληλο Γραφείο Τύπου», χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει ποιοι συμμετείχαν σε αυτό ή ποιοι είχαν τον τελικό λόγο στις αποφάσεις.
Παράλληλα, έκανε λόγο για «ύποπτους και φυτευτούς συμβουλάτορες των διαδρόμων», αφήνοντας να εννοηθεί ότι στο εσωτερικό του κόμματος λειτουργούν άτυποι μηχανισμοί και κέντρα επιρροής παράλληλα με τις επίσημες οργανωτικές δομές.
Η περίπτωση Αυγερινού δεν αποτελεί, ωστόσο, μεμονωμένο περιστατικό. Είχε προηγηθεί η αποχώρηση του πραγματογνώμονα Βασίλη Κοκοτσάκη, ενός προσώπου που είχε συνδεθεί στενά με τον αγώνα των οικογενειών των θυμάτων των Τεμπών. Ο ίδιος είχε μιλήσει για οργανωτικές αδυναμίες, έλλειψη λογοδοσίας και λειτουργία μέσα από «αυλές».
Στη συνέχεια αποχώρησε ο πτέραρχος ε.α. Αθανάσιος Παπανικολάου, ο οποίος υποστήριξε ότι μέσα από την εμπειρία του διαπίστωσε πως το κόμμα ελεγχόταν από έναν περιορισμένο κύκλο προσώπων. Είχε προηγηθεί η αποχώρηση του Νίκου Σκιαδά, ο οποίος κατήγγειλε εσωτερική υπονόμευση και αναφέρθηκε ονομαστικά στον Θανάση Αυγερινό και τη Μαρία Γρατσία.
Οι εντάσεις, πάντως, είχαν κάνει την εμφάνισή τους ήδη από την περίοδο δημιουργίας του κόμματος, προκαλώντας αναταράξεις και στον Σύλλογο Συγγενών Θυμάτων των Τεμπών. Πέντε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου είχαν ζητήσει τότε την παραίτηση της Μαρίας Καρυστιανού από την προεδρία, εκφράζοντας την άποψη ότι ο Σύλλογος δεν θα έπρεπε να μετατραπεί σε μέσο κομματικής δράσης.
Μετά τις εξελίξεις αυτές, ο Παύλος Ασλανίδης εξελέγη πρόεδρος, ενώ επιφυλάξεις για την πολιτική εμπλοκή είχαν διατυπώσει δημόσια και οι Νίκος Πλακιάς και Πάνος Ρούτσης, εκτιμώντας ότι η πολιτική διάσταση μπορούσε να επισκιάσει τον κοινό στόχο για την απόδοση δικαιοσύνης.
Αργότερα ακολούθησε η έντονη αντιπαράθεση με τον Νίκο Καραχάλιο. Ο ίδιος, από πρόσωπο που είχε συνομιλίες με το εγχείρημα, εξελίχθηκε σε έναν από τους πλέον σφοδρούς επικριτές του, κάνοντας λόγο για αυταρχικό τρόπο λειτουργίας και ασκώντας έντονη πολιτική κριτική. Από την πλευρά της, η Μαρία Καρυστιανού επέλεξε τη δικαστική οδό, καταθέτοντας μηνύσεις για συκοφαντική δυσφήμηση.
Την ίδια στιγμή, η πρόεδρος της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία» συνεχίζει τις κινήσεις πολιτικής εξωστρέφειας, επιχειρώντας να ενισχύσει την παρουσία του κόμματος στην περιφέρεια. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η πρόσφατη επίσκεψή της στη Λάρισα, όπου είχε επαφές με τον δήμαρχο Θανάση Μαμάκο, τη διοίκηση του Επιμελητηρίου Λάρισας, μέλη του κινήματος και τον περιφερειάρχη Θεσσαλίας Δημήτρη Κουρέτα. Ωστόσο, οι εσωτερικές εξελίξεις εξακολουθούν να επισκιάζουν την πολιτική δραστηριότητα.
Παράλληλα, σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν τις εσωτερικές διεργασίες, αρκετά στελέχη εμφανίζονται προβληματισμένα για τη δημοσκοπική πορεία του κόμματος.
Κατά τις ίδιες εκτιμήσεις, η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» βρίσκεται σήμερα οριακά πάνω από το απαιτούμενο ποσοστό για την είσοδο στη Βουλή. Ωστόσο, η επικείμενη δημιουργία του κόμματος του Αντώνη Σαμαρά, το οποίο αναμένεται να απευθυνθεί σε σημαντικό τμήμα του ίδιου εκλογικού ακροατηρίου, σε συνδυασμό με την παραδοσιακή ενίσχυση της συσπείρωσης των μεγαλύτερων κομμάτων όσο πλησιάζουν οι εκλογές, ενδέχεται να ασκήσει πρόσθετες πιέσεις στα ποσοστά του.
Το βασικό ζήτημα, ωστόσο, αφορά την επανάληψη των ίδιων καταγγελιών. Όταν πρόσωπα όπως ο Κοκοτσάκης, ο Παπανικολάου, ο Σκιαδάς και πλέον ο Αυγερινός, που συμμετείχαν στην προσπάθεια από τα πρώτα της βήματα, αναφέρονται σε κλειστούς κύκλους, παράλληλα κέντρα λήψης αποφάσεων και έλλειψη συλλογικής λειτουργίας, τότε η ευθύνη δύσκολα μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά σε εξωτερικούς αντιπάλους.
Η ευθύνη για τη δομή, την οργάνωση και τον τρόπο λειτουργίας ενός κόμματος βαρύνει πρωτίστως την ηγεσία του, δηλαδή τη Μαρία Καρυστιανού και τη στενή συνεργάτιδά της Μαρία Γρατσία. Και όσο οι αποχωρήσεις συνεχίζονται, τόσο εντείνεται το ερώτημα εάν οι μεγαλύτερες δυσκολίες για την «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» προέρχονται τελικά από το εξωτερικό πολιτικό περιβάλλον ή από τις ίδιες τις εσωτερικές της δομές.
