Εκατομμύρια φίλαθλοι παρακολούθησαν τον αγώνα Αγγλία-Κονγκό σε παμπς σε όλη την Αγγλία. Έπρεπε να κλείσεις θέση για να μπεις στο συνήθως ανοικτό ναό της αταξικής κοινωνικότητας. Είδα το παιχνίδι σε μια παμπ στο κεντρικό Λονδίνο. Πλούσιοι και φτωχοί, δικηγόροι και εργάτες έζησαν μαζί την αγωνία των πρώτων 70’ και την έκσταση των τελευταίων 20’. Ήταν μια γιορτή εξίσωσης στη χώρα με τις μεγαλύτερες ταξικές διαφορές και την πολιτική δυσλειτουργία των επτά πρωθυπουργών σε δέκα χρόνια. Its coming home τραγουδούν σε κάθε παγκόσμιο από πείσμα παρά από ρεαλιστική προσδοκία.

Το Κονγκό βρίσκεται στην άλλη άκρη. Εκατοντάδες εθνοτητες, γλώσσες και διάλεκτοι, βαθιά πολιτικά, εθνοτικά και κοινωνικά ρήγματα. Το ανατολικό Κονγκό ζει διαδοχικούς πολέμους και δύο μεγάλες επαρχίες, το Βόρειο και το Νότιο Κίβου, διοικούνται από τους αντάρτες M23.

Αλλά κάθε φορά που παίζουν οι «Λεοπαρδάλεις», η εθνική Κονγκό, η χώρα ενώνεται. Μετά την ισοπαλία με την Πορτογαλία, τη νίκη επί του Ουζμπεκιστάν αλλά και την ήττα από την Αγγλία ξέσπασαν πανηγύρια στην Κινσάσα αλλά και στη Γκόμα και το Μπουκάβου στην Κίβου. Ο κόσμος τραγουδούσε, κουνούσε τις σημαίες, χόρευε μέχρι αργά και στην ελεύθερη και στις κατεχόμενες περιοχές. Έστω και για λίγο, το ποδόσφαιρο ένωσε εθνότητες και γλώσσες, κυβέρνηση και αντάρτες.

Αν ένας θεωρητικός του καπιταλισμού ή του εθνικισμού ήθελε να σχεδιάσει μια απασχόληση που θα έκανε τον κόσμο να ξεχνάει την κοινωνική αδικία και τα εθνοτικά μίση και να του δίνει μικρή αποζημίωση για μια ζωή σκληρής και κακά αμειβόμενης δουλειάς, η απάντηση θα ήταν το ποδόσφαιρο. Έχει γίνει το όπιο του λαού γιατί αντιπροσωπεύει ατομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά που είναι αντίθετα στο κυρίαρχο κοινωνικό σύστημα.

Συνδυάζει το περίτεχνο ατομικό ταλέντο με την ανιδιοτελή ομαδική εργασία σαν μια συμφωνική ορχήστρα, μια χορευτική ομάδα ή μια θεατρική παράσταση. Οι κοινωνικές επιστήμες βασανίζονται για να προσδιορίσουν την σχέση ατόμου και συλλογικότητας. Το ποδόσφαιρο δίνει την απάντηση. Συνδυάζει τη τεχνική κατάρτιση, το μάγεμα της τέχνης και την ακρίβεια της δεξιοτεχνίας, με την οργάνωση, την τακτική, το σύστημα της ομάδας. Ισορροπεί την ατομική τεχνική και πρωτοβουλία με την ομαδικότητα, τον προγραμματισμό και τον ανταγωνισμό.

Οι παίκτες λατρεύονται σαν λαϊκοί ήρωες. Όχι μόνο γιατί βοηθάνε την ομάδα να κερδίζει αλλά και γιατί είναι κάπως σαν και μας. Οι περισσότεροι δεν γεννιούνται με χρυσό κουτάλι στο στόμα αλλά σε φτωχογειτονιές. Οι ιστορίες ποδοσφαιρικών αστεριών που έμαθαν την μπάλα σε αλάνες ξυπόλυτοι κλωτσώντας τενεκεδάκια αλλά κατέληξαν πολυεκατομμυριούχοι και διάσημοι είναι ένα σύγχρονο παραμύθι, η μεταμοντέρνα σταχτοπούτα.

Στο παρελθόν οι κοινοτοπίες περί κοινωνικής κινητικότητας προς τα πάνω ίσχυαν στο ποδόσφαιρο. Αγαπάμε τους ποδοσφαιριστές και προβάλλουμε στο πρόσωπο και τη φανέλα τους τις δικές μας ελπίδες και προσδοκίες να πετύχουμε, να αναγνωριστούμε, να ανταμειφτούμε πιο δίκαια και πιο πλούσια. Ο ποδοσφαιριστής συνδυάζει το οικείο, το «παιδί της διπλανής πόρτας», με την απόλυτη διαφορά της τέχνης, του πλούτου και της δόξας.

Σε κοινωνίες που χάνουν τις παραδοσιακές τελετουργίες, τη δύναμη του συμβολισμού και την συνεκτική κόλα της κοινότητας το ποδόσφαιρο πλουτίζει την αισθητική της ζωής.

Προσφέρει στους οπαδούς του ομορφιά, δράμα, συγκρούσεις, τελετουργίες και την κάθαρση μιας τραγωδίας. Αντικαθιστά τα καρναβάλια που φέρνουν τον κόσμο πάνω κάτω. Για μια μέρα οι κοινωνικές συμβάσεις ανατρέπονται, οι υποτακτικοί κοροϊδεύουν τους αφέντες, τα ανατρεπτικά συναισθήματα βρίσκουν τη βαλβίδα ασφαλείας τους. Ταυτόχρονα μας μεταφέρει σε μέρη που δεν θα πάμε ποτέ, μας δίνει χαρές που δεν θα ξεχαστούν αυτή την εποχή της γενικευμένης αμνησίας.

Καθορίζει τι ρούχα θα φορέσουμε, τι φωνάζουμε και τραγουδάμε, με ποιους είμαστε σύντροφοι, τι είναι μεταφυσικό στην καθημερινότητα: δίνει απόλυτη πίστη και ακαταμάχητη αλήθεια. Η απεριόριστη αγάπη στην ομάδα, η αντιπαλότητα ή και εχθρότητα προς τους παραδοσιακούς αντιπάλους της απαντούν σε ανθρώπινες ανάγκες και ένστικτα.

Το ποδόσφαιρο είναι θέαμα για τους φιλάθλους αλλά ταυτόχρονα τους προσκαλεί σε έντονη συμμετοχή. Ατομικά, ο φίλαθλος μιλάει, διαφωνεί, βρίζει τους παίκτες και τον διαιτητή στην τηλεόραση. Βγάζει φυλακτά και γούρια πιστεύοντας ότι η τύχη του θα επηρεάσει το αποτέλεσμα.

Ομαδικά, δεν υπάρχει μεγαλύτερη αγαλλίαση και συναισθηματική ταύτιση από αυτή του πλήθους που πανηγυρίζει την νίκη της ομάδας. Ο καπιταλισμός αρνείται τις συλλογικότητες, περιφρονεί την αλληλεγγύη, βάζει το άτομο πάνω από την ομάδα. Το ποδόσφαιρο προωθεί σοσιαλιστικές αξίες. Οι υδραυλικοί και οι ταξιτζήδες ίσως να αισθάνονται αποκλεισμένοι από το Μέγαρο και τη Στέγη. Αλλά παρακολουθούν το παιγνίδι μαζί με καθηγητές, εκτιμούν εξ ίσου την τεχνική των παικτών και έχουν όσο σημαντικά σχόλια για τις επιδόσεις της ομάδας όσο και ο διάσημος συγγραφέας. Άνθρωποι του μεροκάματου και του μόχθου γίνονται εξπέρ, κάνουν εξαιρετικές αναλύσεις για το παιγνίδι, τη δεξιοτεχνία των παικτών, την τακτική του προπονητή. Όπως το θέατρο του Brecht, η μπάλα μετατρέπει τους θεατές σε ειδικούς και αναποδογυρίζει για λίγο τον κόσμο.

Το ίδιο με τον εθνικισμό που διαχωρίζει εθνότητες και tribes και τις κάνει αντίπαλες. Μια νίκη της ομάδας βάζει όλους στην ίδια πλευρά, σε μια ονειρική και ανεπανάληπτη συμπαράταξη.

Ο παγκόσμιος καπιταλισμός ομνύει στις ελεύθερες αγορές αλλά λειτουργεί με νοθευμένες. Οι ισχυροί του χρήματος και της εξουσίας ενδιαφέρονται μόνο να παγιώνουν και να επεκτείνουν τις υπάρχουσες ανισότητες. Οι καπιταλιστές πάντα ήθελαν όχι μόνο να κερδίζουν αλλά και να φτιάχνουν τους κανόνες του παιχνιδιού έτσι ώστε να αποφεύγουν οποιοδήποτε ρίσκο ή ατυχία.

Οι φιλελεύθεροι υποστηρίζουν ότι το ποδόσφαιρο αποτελεί τέλεια αγορά. Αλλά τις τύχες των ομάδων αποφασίζει η οικονομική επιφάνεια του ιδιοκτήτη. Οι θεωρητικοί της ελεύθερης αγοράς υποστηρίζουν ότι ο καπιταλισμός λειτουργεί μέσω του ανταγωνισμού και της εισόδου νέων παικτών και επιχειρήσεων. Αποδέχονται τις ανισότητες αν οι φτωχοί έχουν την δυνατότητα να ανελιχθούν και να γίνουν πετυχημένοι και πλούσιοι. Αλλά αυτό γίνεται σπανιότατα.

Τις τύχες των ομάδων αποφασίζει η οικονομική επιφάνεια του μεγαλοκαπιταλιστή ιδιοκτήτη ή ισχύς του κράτους. Ο Μπερλουσκόνι έδειξε τον δρόμο, σε μας ο Κοσκωτάς, ο Μαρινάκης, ο Μελισσανίδης, ο Αλαφούζος. Η Επιτροπή Πισσαρίδη διέταξε την καταστροφή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και την δημιουργία γιγαντιαίων ολιγοπωλίων και η κυβέρνηση Μητσοτάκη το εφαρμόζει. Οι οικονομικοί γίγαντες εξαγοράζουν τους ανταγωνιστές τους, οι ιδιοκτήτες τους καλύτερους παίκτες των φτωχότερων ομάδων. Ο Τραμπ παρεμβαίνει και κομπάζει επειδή η FIFA ακύρωσε την κόκκινη κάρτα του Αμερικανού παίκτη.

Ίσως αυτό το ξεδιάντροπο πραξικόπημα δώσει ένα χρήσιμο μάθημα στα εκατομμύρια των φιλάθλων για το πως λειτουργεί ο καπιταλισμός. Γιατί το ποδόσφαιρο έχει γίνει το όπιο των λαών. Αυτό επιτρέπει στους ιδιοκτήτες των μεγάλων ομάδων να αλλάζουν την αθλητική και ανταγωνιστική του φύση και να το κάνουν μέσο αυτοπροβολής και πλουτισμού. Μόνο οι λαοί μπορούν να το επιστρέψουν στην λαϊκή του καταγωγή και τις αξίες της συλλογικότητας.

Γι’ αυτό το καλύτερο σύμβολο αντίστασης είναι όταν η Ελλάδα κερδίζει το Ευρωπαϊκό, όταν σπάνια παίρνει το πρωτάθλημα η Λάρισα ή η Leicester στην Αγγλία, όταν ο Αστέρας Τρίπολης κερδίζει τον Ολυμπιακό, η Παραγουάη την Γερμανία. Αποτελούν σπάνιες και καρναβαλικές ανατροπές αλλά δίνουν την εντύπωση ότι κάποιος αθλητικός ανταγωνισμός επιβιώνει.