Η Formula 1 στην Ελλάδα παραμένει ένα μεγάλο όνειρο. Ένα όνειρο που συγκινεί τους φίλους του μηχανοκίνητου αθλητισμού, θα έδινε διεθνή προβολή στη χώρα και θα μπορούσε να τοποθετήσει την Αθήνα στον παγκόσμιο χάρτη των μεγάλων αθλητικών διοργανώσεων.

Όμως, όπως ξεκαθάρισε ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, απαντώντας στον Τάκη Τρακουσέλλη και το newsauto, άλλο η επιθυμία και άλλο η πραγματικότητα.

Στο ερώτημα αν η Ελλάδα θέλει έναν αγώνα Formula 1, η απάντηση είναι ξεκάθαρη: ναι. Στο ερώτημα όμως αν μπορεί να τον φέρει σύντομα, η απάντηση είναι πολύ πιο δύσκολη. Ο Πρωθυπουργός ήταν απολύτως ρεαλιστής, λέγοντας ότι η δημιουργία μιας νέας πίστας Formula 1 είναι μια τεράστια επένδυση, ενώ ακόμη και η λύση ενός city race στην Αθήνα έχει πολύ μεγάλη επιβάρυνση για την πόλη.

Η Ελλάδα, σύμφωνα με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, έχει εξετάσει στο παρελθόν το ενδεχόμενο ενός αγώνα πόλης στην Αθήνα και εξακολουθούν να υπάρχουν κάποιες επαφές με τη Formula 1. Ωστόσο, όπως τόνισε, δεν βλέπει τη δυνατότητα να έρθει η F1 στη χώρα μας σύντομα. «Έχω μάθει να μην κοροϊδεύω τον κόσμο», ήταν το ξεκάθαρο μήνυμά του.

Η πραγματικότητα είναι πως η Formula 1 σήμερα δεν είναι απλώς ένας αγώνας. Είναι μια τεράστια εμπορική, τηλεοπτική και τουριστική πλατφόρμα. Το καλεντάρι του 2026 περιλαμβάνει αγώνες σε όλο τον κόσμο, από την Αυστραλία και την Ιαπωνία μέχρι το Μονακό, τη Σιγκαπούρη, το Λας Βέγκας, το Κατάρ και το Άμπου Ντάμπι. Η ζήτηση για μια θέση στο πρόγραμμα είναι τεράστια και ο ανταγωνισμός ανάμεσα σε χώρες και πόλεις πολύ σκληρός.

Το πρώτο μεγάλο εμπόδιο είναι το κόστος. Τα ετήσια δικαιώματα φιλοξενίας ενός Grand Prix μπορούν να φτάσουν σε δεκάδες εκατομμύρια δολάρια, με διεθνείς εκτιμήσεις να τα τοποθετούν περίπου από τα 20 έως και σχεδόν 60 εκατ. δολάρια τον χρόνο, ανάλογα με τη χώρα και τη συμφωνία. Σε αυτό δεν υπολογίζονται τα έργα υποδομής, η ασφάλεια, οι κυκλοφοριακές ρυθμίσεις, οι εξέδρες, τα paddock, οι χώροι φιλοξενίας, οι τηλεοπτικές εγκαταστάσεις και όλη η λειτουργία μιας διοργάνωσης τέτοιου μεγέθους.

Το δεύτερο εμπόδιο είναι η πίστα. Για να διεξαχθεί αγώνας Formula 1 απαιτείται πίστα προδιαγραφών FIA Grade 1 ή ειδικά εγκεκριμένη διαδρομή πόλης. Αυτό σημαίνει αυστηρές απαιτήσεις σε ασφάλεια, διαφυγές, οδόστρωμα, πρόσβαση, pit building, κέντρα ελέγχου, ιατρικές εγκαταστάσεις και υποδομές για ομάδες, θεατές και τηλεοπτική παραγωγή.

Η λύση ενός city race στην Αθήνα ακούγεται εντυπωσιακή, όμως στην πράξη είναι εξαιρετικά σύνθετη. Θα απαιτούσε κλείσιμο δρόμων για πολλές ημέρες, τεράστιες παρεμβάσεις στην κυκλοφορία, προστατευτικά τοιχία, γέφυρες, εξέδρες, ειδικά συστήματα ασφαλείας και λεπτομερή σχεδιασμό ώστε να μην παραλύσει η πόλη. Για μια Αθήνα που ήδη πιέζεται καθημερινά από την κίνηση, ένα τέτοιο εγχείρημα δεν μπορεί να γίνει πρόχειρα.

Από την άλλη πλευρά, τα οφέλη θα ήταν μεγάλα. Ένα Grand Prix στην Ελλάδα θα έφερνε τουρισμό υψηλού εισοδήματος, παγκόσμια τηλεοπτική προβολή, ξενοδοχειακή πληρότητα, εμπορικές συμφωνίες και εικόνες της Αθήνας σε εκατοντάδες εκατομμύρια τηλεθεατές. Θα μπορούσε να συνδεθεί με τη νέα εποχή της χώρας, με την τεχνολογία, την ηλεκτροκίνηση, τη βιώσιμη κινητικότητα και τον σύγχρονο τουρισμό.

Όμως ο Πρωθυπουργός έβαλε τα πράγματα στη σωστή τους βάση. Η Formula 1 στην Ελλάδα δεν είναι αδύνατη ως ιδέα, αλλά δεν είναι βραχυπρόθεσμο σχέδιο. Χρειάζεται στρατηγική, ιδιωτικά κεφάλαια, σοβαρή μελέτη, υποδομές, διεθνείς συμφωνίες και κυρίως ένα μοντέλο που να μην επιβαρύνει υπερβολικά την πόλη και τους πολίτες.

Η Ελλάδα θέλει Formula 1. Το κοινό τη θέλει, η εικόνα της χώρας θα την άντεχε και η Αθήνα θα μπορούσε να αποτελέσει ένα μοναδικό σκηνικό. Όμως, όπως είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στον Τάκη Τρακουσέλλη και το newsauto, η αλήθεια είναι πως δεν είμαστε ακόμη εκεί. Και σε τέτοια ζητήματα, ο ρεαλισμός είναι πιο χρήσιμος από τις εύκολες υποσχέσεις.

Η Formula 1 στην Ελλάδα παραμένει λοιπόν ένα μεγάλο όραμα. Όχι ένα σχέδιο για αύριο. Αν κάποτε γίνει, θα πρέπει να γίνει σωστά, με σοβαρότητα και όχι ως επικοινωνιακό πυροτέχνημα. Μέχρι τότε, το μήνυμα είναι καθαρό: τη θέλουμε, αλλά για να την αποκτήσουμε πρέπει πρώτα να αποδείξουμε ότι μπορούμε.\