Κάθε φορά που η χώρα δοκιμάζεται από ένα νέο κύμα καύσωνα, οι αρμόδιες αρχές εκδίδουν οδηγίες για την προστασία των πολιτών και των εργαζομένων. Συνιστούν περιορισμό των μετακινήσεων, διακοπή υπαίθριων εργασιών τις θερμότερες ώρες της ημέρας και αυξημένη προσοχή στις ευάλωτες ομάδες. Την ίδια στιγμή, όμως, σε αρκετές τουριστικές περιοχές της χώρας, άλογα συνεχίζουν να σέρνουν άμαξες κάτω από τον ανελέητο ήλιο, πάνω σε καυτή άσφαλτο, μεταφέροντας επισκέπτες που συχνά αγνοούν το τίμημα αυτής της «γραφικής» εμπειρίας.
Η αντίφαση είναι προφανής. Αν αναγνωρίζουμε ότι οι ακραίες θερμοκρασίες αποτελούν σοβαρό κίνδυνο για τον άνθρωπο, πώς είναι δυνατόν να θεωρούμε αποδεκτό να εργάζονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες ζώα που δεν μπορούν να επιλέξουν, να διαμαρτυρηθούν ή να απομακρυνθούν από τον κίνδυνο;
Το άλογο δεν είναι μηχανή. Είναι ένα έμβιο ον με συγκεκριμένα φυσιολογικά όρια, το οποίο καταπονείται ιδιαίτερα όταν καλείται να έλκει μεγάλο βάρος σε υψηλές θερμοκρασίες. Η θερμική εξάντληση, η αφυδάτωση, οι μυϊκές βλάβες και η θερμοπληξία δεν αποτελούν θεωρητικούς κινδύνους αλλά καταστάσεις που έχουν καταγραφεί επανειλημμένα σε εργαζόμενα ιπποειδή σε όλο τον κόσμο. Και όσο η κλιματική κρίση καθιστά τους καύσωνες συχνότερους και εντονότερους, τόσο αυξάνεται και ο κίνδυνος για τα ζώα αυτά.
Δεν πρόκειται για ένα ακόμη φιλοζωικό αίτημα που αφορά μόνο όσους αγαπούν τα ζώα. Πρόκειται για ζήτημα στοιχειώδους ηθικής, δημόσιας ευθύνης και εφαρμογής της νομοθεσίας για την ευζωία των ζώων. Η κοινωνία έχει προχωρήσει. Αναγνωρίζει πλέον ότι τα ζώα αισθάνονται πόνο, φόβο, εξάντληση και στρες. Η αντιμετώπισή τους ως απλών εργαλείων παραγωγής ή τουριστικής αξιοποίησης δεν συνάδει με τις σύγχρονες αντιλήψεις ούτε με τις υποχρεώσεις μιας ευρωπαϊκής χώρας.
Γι’ αυτό και οι εκκλήσεις των φιλοζωικών οργανώσεων για την άμεση λήψη μέτρων προστασίας δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως υπερβολικές. Αντίθετα, αποτελούν το ελάχιστο που επιβάλλει η κοινή λογική. Η διακοπή της εργασίας των αλόγων όταν οι θερμοκρασίες υπερβαίνουν ασφαλή όρια, η εξασφάλιση συνεχούς πρόσβασης σε καθαρό νερό και σκιά, τα υποχρεωτικά διαλείμματα, οι τακτικοί κτηνιατρικοί έλεγχοι και η αυστηρή εποπτεία από τις αρμόδιες υπηρεσίες δεν είναι προαιρετικά μέτρα. Είναι στοιχειώδεις προϋποθέσεις για να μην μετατρέπεται η εργασία τους σε βασανιστήριο.
Δυστυχώς, η εμπειρία δείχνει ότι η ύπαρξη κανόνων δεν αρκεί. Χρειάζεται πολιτική βούληση για την εφαρμογή τους. Χρειάζονται έλεγχοι που να πραγματοποιούνται τις ώρες του καύσωνα και όχι μόνο στα χαρτιά. Χρειάζονται κυρώσεις που να λειτουργούν αποτρεπτικά και όχι συμβολικά. Και, κυρίως, χρειάζεται να σταματήσει η ανοχή απέναντι σε εικόνες που, αν αφορούσαν οποιοδήποτε άλλο ζώο, θα προκαλούσαν γενική κατακραυγή.
Το επιχείρημα ότι οι άμαξες αποτελούν μέρος της παράδοσης δεν μπορεί πλέον να χρησιμοποιείται ως ασπίδα απέναντι στην κριτική. Η ιστορία είναι γεμάτη από πρακτικές που κάποτε θεωρούνταν φυσιολογικές αλλά εγκαταλείφθηκαν όταν η κοινωνία αναγνώρισε ότι προκαλούσαν αδικία ή πόνο. Η παράδοση αποκτά αξία όταν συμβαδίζει με τον σεβασμό προς τη ζωή και όταν τον παραβιάζει, οφείλει να επανεξετάζεται.
Άλλωστε, αρκετές πόλεις διεθνώς έχουν ήδη επιλέξει διαφορετικό δρόμο. Έχουν περιορίσει ή καταργήσει τη χρήση ιππήλατων αμαξών, αναζητώντας εναλλακτικές λύσεις που διατηρούν τον τουριστικό χαρακτήρα χωρίς να επιβαρύνουν τα ζώα. Η εμπειρία τους αποδεικνύει ότι ο τουρισμός μπορεί να εξελίσσεται χωρίς να εξαρτάται από πρακτικές που ανήκουν σε μια άλλη εποχή.
Η Ελλάδα, μια χώρα που επιδιώκει να προβάλλει διεθνώς την εικόνα του πολιτισμού και της φιλοξενίας, δεν μπορεί να αδιαφορεί για το μήνυμα που εκπέμπουν εικόνες εξαντλημένων αλόγων να εργάζονται μέσα στον καύσωνα. Ο σεβασμός προς τα ζώα αποτελεί πλέον κριτήριο πολιτισμού και όχι περιθωριακή ευαισθησία. Οι επισκέπτες που επιλέγουν τη χώρα μας είναι ολοένα και περισσότερο ευαισθητοποιημένοι σε ζητήματα ευζωίας και δεν είναι λίγοι εκείνοι που εκφράζουν δημόσια την αποδοκιμασία τους όταν γίνονται μάρτυρες τέτοιων περιστατικών.
Η συζήτηση, επομένως, δεν πρέπει να εξαντλείται στο αν ένα άλογο θα εργάζεται στους 35 ή στους 38 βαθμούς Κελσίου. Αυτό είναι το απολύτως ελάχιστο που οφείλουμε να διασφαλίσουμε όσο εξακολουθεί να υφίσταται αυτή η δραστηριότητα. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν, στη σημερινή εποχή της γνώσης, της τεχνολογίας και της αυξημένης ευαισθησίας για τα δικαιώματα των ζώων, υπάρχει ακόμη χώρος για ένα μοντέλο τουριστικής εκμετάλλευσης που βασίζεται στη σωματική καταπόνηση ενός ζωντανού πλάσματος.
Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί μόνο από τους φιλοζωικούς φορείς. Πρέπει να δοθεί από την Πολιτεία, την τοπική αυτοδιοίκηση, τους επαγγελματίες του τουρισμού αλλά και από όλους εμάς, ως πολίτες και καταναλωτές. Γιατί κάθε φορά που επιλέγουμε να αγνοούμε την ταλαιπωρία ενός ζώου στο όνομα της παράδοσης ή της ψυχαγωγίας, δεν υποβαθμίζουμε μόνο τη δική του ζωή. Υποβαθμίζουμε και το επίπεδο του δικού μας πολιτισμού.
