Αναφερόμενος στις δολοφονικές επιθέσεις στη Θεσσαλονίκη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε για «τρομοκρατικές, εγκληματικές συμπεριφορές».

Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης στο υπουργικό συμβούλιο / Φωτογραφία: ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI

Σε συνέντευξή του στο Liberal, που δημοσιεύθηκε τα μεσάνυχτα της Πέμπτης (2/7), ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι τέτοιες πράξεις δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απλές «παρεμβάσεις», αλλά ως καθαρά εγκληματικές ενέργειες.

Υπογραμμίζει ότι η απερίφραστη καταδίκη τους αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία της δημοκρατίας, όπου οι διαφωνίες πρέπει να λύνονται αποκλειστικά με πολιτικό διάλογο και όχι με βία. Οπως τόνισε, «δεν μπορούμε άλλο να παραμένουμε σιωπηλοί και να δικαιολογούμε συμπεριφορές οι οποίες ενδύονται το «φωτοστέφανο» της κοινωνικής, πολιτικής ή ταξικής πάλης. Μιλάμε για κανονικές τρομοκρατικές, εγκληματικές συμπεριφορές. Έτσι πρέπει να αντιμετωπιστούν από τις διωκτικές αρχές και από τη Δικαιοσύνη. Δεν έχουμε το περιθώριο πια να αντιμετωπίζουμε συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους ωσάν να βρίσκονται στο απυρόβλητο και να δικαιολογούμε πράξεις βίας, δήθεν υπό τον μανδύα της έννοιας της “παρέμβασης”».

Παράλληλα, εκφράζει προβληματισμό για την ένταση στον δημόσιο λόγο, σημειώνοντας ότι συγκεκριμένες πολιτικές συμπεριφορές και διατυπώσεις ενδέχεται να διαμορφώνουν περιβάλλον που διευκολύνει ακραίες ενέργειες. Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρει ότι η κυβέρνηση έχει έρθει σε σύγκρουση με οργανωμένες ομάδες που, όπως λέει, για χρόνια δεν αντιμετωπίζονταν πολιτικά.

Αναφερόμενος στις σχέσεις με την Τουρκία, ο κ. Μητσοτάκης ξεκαθαρίζει ότι δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για πολεμική σύγκρουση, επισημαίνοντας ωστόσο την ανάγκη ενίσχυσης της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας.

Τονίζει επίσης ότι η βασική εκκρεμότητα μεταξύ των δύο χωρών είναι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, υπογραμμίζοντας πως η Ελλάδα επιδιώκει να την αντιμετωπίσει. Παράλληλα, απορρίπτει τις αιτιάσεις περί «ενδοτισμού», χαρακτηρίζοντάς τες αβάσιμες και άδικες.

Ο πρωθυπουργός επαναλαμβάνει ότι οι εθνικές εκλογές θα διεξαχθούν την άνοιξη του 2027, στο τέλος της τετραετίας, αποκλείοντας το ενδεχόμενο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες. «Η κυβέρνηση αυτή μόλις συμπλήρωσε τρία χρόνια από τότε που μας τίμησε ο ελληνικός λαός με την εμπιστοσύνη του. Έχουμε έναν χρόνο ακόμα δουλειάς. Καταλαβαίνω ότι όσο πλησιάζουμε προς τις εκλογές τόσο μπορεί να υπάρχει μια τάση να προεξοφλούνται πρόωρες εκλογές ή να υπάρχει μια αίσθηση χαλάρωσης του κυβερνητικού έργου και χρέος μου είναι αυτό να μην το επιτρέψω.

Δώσαμε στη δημοσιότητα έναν πολύ λεπτομερή απολογισμό όσων πετύχαμε, όχι μόνο αυτά τα τρία χρόνια, ουσιαστικά τα επτά χρόνια, από τότε που μας εμπιστεύθηκε ο ελληνικός λαός το 2019, δίνοντας, όμως, ιδιαίτερη έμφαση στις προεκλογικές δεσμεύσεις του 2023.

Και θα σας έλεγα ότι ανεξάρτητοι φορείς, όχι πάντα φιλικοί προς την κυβέρνηση, όπως το ΚΕΦΙΜ, διαπιστώνουν ότι υπάρχει ένα πολύ μεγάλο ποσοστό συμμόρφωσης ως προς τις προεκλογικές μας δεσμεύσεις. Αυτό είναι κάτι εξαιρετικά σπάνιο. Κανείς δεν σε ψηφίζει και δεν θα σε ψηφίσει για αυτά τα οποία έκανες. Όλοι θα σε ψηφίσουν γι’ αυτά τα οποία θα κάνεις».

Παράλληλα, δήλωσε ότι στόχος της Νέας Δημοκρατίας είναι η εκ νέου επίτευξη αυτοδυναμίας, την οποία θεωρεί ρεαλιστική επιλογή. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις εξασφαλίζουν μεγαλύτερη πολιτική σταθερότητα, ενώ υποστηρίζει ότι δεν διαφαίνεται σήμερα αξιόπιστη εναλλακτική κυβερνητική πρόταση ή ουσιαστικές προϋποθέσεις συνεργασίας της αντιπολίτευσης.

Ασκώντας κριτική προς τους πολιτικούς αντιπάλους του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης κάνει λόγο για έλλειψη νέων ιδεών και επανάληψη των ίδιων επιχειρημάτων από την αντιπολίτευση, χωρίς προσαρμογή στις σύγχρονες ανάγκες.

Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στον Αλέξη Τσίπρα, σημειώνοντας ότι, παρότι είχε αναδειχθεί ως βασικός πολιτικός αντίπαλος στις εκλογές του 2023, στη συνέχεια αποχώρησε από αυτόν τον ρόλο. Προσθέτει ότι επιχειρεί επανεμφάνιση με νέο πολιτικό σχήμα, αλλά με παρόμοιο πολιτικό λόγο και χαρακτηριστικά.

Ο ίδιος δηλώνει ότι επιλέγει ως κύριο «αντίπαλο» τα προβλήματα της χώρας και θέτει ως ορίζοντα την προοπτική της Ελλάδας του 2030.

Τέλος, αναφέρεται στην απομάκρυνση του Αντώνη Σαμαρά από τη Νέα Δημοκρατία, υποστηρίζοντας ότι η συγκεκριμένη απόφαση ήταν αναπόφευκτη λόγω των δημόσιων παρεμβάσεών του.

Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, «θεωρώ ότι η διαγραφή του κ. Σαμαρά κατέστη, δυστυχώς, αναπόφευκτη με αυτά τα οποία είχε πει. Και, δυστυχώς, με αυτά τα οποία εξακολουθεί να λέει δικαιώνεται απόλυτα».