Σοκάρει η φωτογραφία του Παλαιστίνιου δημοσιογράφου Μουτζάχιντ Μπάνι Μουφλέχ, η οποία δημοσιοποιήθηκε μετά την αποφυλάκισή του και αποτυπώνει τη σοβαρή επιδείνωση της υγείας του έπειτα από μήνες εγκλεισμού και βασανιστηρίων στις ισραηλινές φυλακές.
Παλαιστινιακές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι η περίπτωσή του δεν είναι μεμονωμένη, αλλά αναδεικνύει τις συνθήκες που επικρατούν στις ισραηλινές φυλακές και κάνουν λόγο για συστηματικές παραβιάσεις των δικαιωμάτων των κρατουμένων.
Ο Μουτζάχιντ Μπάνι Μουφλέχ, δημοσιογράφος από την πόλη Μπέιτα, νότια της Ναμπλούς, παρέμεινε υπό ισραηλινή κράτηση για περίπου επτά μήνες, από τις 28 Ιουνίου 2025 έως τις 11 Ιανουαρίου 2026. Κατά τη διάρκεια της κράτησής του στερήθηκε επαρκή ιατρική περίθαλψη και επαρκή διατροφή, γεγονός που επιβάρυνε σημαντικά την ήδη εύθραυστη κατάσταση της υγείας του, καθώς πάσχει από διαβήτη.
Λίγες ημέρες μετά την αποφυλάκισή του υπέστη σοβαρή εγκεφαλική αιμορραγία και υποβλήθηκε σε επείγουσα χειρουργική επέμβαση, κατά την οποία οι γιατροί αναγκάστηκαν να αφαιρέσουν τμήμα του κρανίου του. Η φωτογραφία που δημοσίευσε μετά τη νοσηλεία του αποτυπώνει τις συνέπειες της επέμβασης.
Σε ανακοίνωσή της, παλαιστινιακή οργάνωση υποστήριξε ότι η υπόθεσή του δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο καταγγελιών για βασανιστήρια, στέρηση τροφής, άρνηση ιατρικής περίθαλψης, σωματική και ψυχολογική κακοποίηση εις βάρος Παλαιστινίων κρατουμένων.
#Palestine🇵🇸: Journalist Bani Mufleh shared a photo showing the physical effects of his detention by Israel, which included medical negligence, torture and starvation. It’s outrageous! We demand an international investigation and accountability. https://t.co/iw2i79kWdN https://t.co/w9FgDLTuDR
— IFJ (@IFJGlobal) June 25, 2026
Ο 36χρονος δημοσιογράφος, συντάκτης της ιστοσελίδας «Ultra Palestine» και πατέρας τριών παιδιών, περιέγραψε ότι συνελήφθη στο σπίτι του κατά τη διάρκεια νυχτερινής επιχείρησης. Όπως ανέφερε, Ισραηλινοί στρατιώτες εισέβαλαν βίαια στην κατοικία του, έσπασαν την πόρτα, τον ξυλοκόπησαν μπροστά στη σύζυγο και το μικρότερο παιδί του, ενώ κατέσχεσαν τον φορητό υπολογιστή, τα κινητά του τηλέφωνα και έναν εξωτερικό σκληρό δίσκο. Σύμφωνα με την κατάθεσή του, του έδεσαν τα μάτια και τα χέρια και δεν του επέτρεψαν να αποχαιρετήσει το παιδί του.
Αρχικά μεταφέρθηκε στο κέντρο ανακρίσεων της Χουάρα και στη συνέχεια σε ένα μέρος κοντά στο Τούρμους Άγια, όπου όπως υποστηρίζει παρέμεινε για ώρες δεμένος στο πάτωμα χωρίς τροφή και χωρίς να λάβει τα απαραίτητα φάρμακά του για τον διαβήτη. Μετά από ιατρική εξέταση στο νοσοκομείο Beilinson οδηγήθηκε στη φυλακή Μεγκίντο.
Εκεί υπέστη επανειλημμένα ξυλοδαρμούς, λεκτικές προσβολές, εξαναγκαστικό ξύρισμα των μαλλιών του, εξευτελιστικές σωματικές έρευνες και άλλες μορφές κακομεταχείρισης, μεταξύ των οποίων χτυπήματα σε ευαίσθητα σημεία του σώματός του.
Ο ίδιος δήλωσε ότι παρέμεινε στη φυλακή Μεγκίντο για 45 ημέρες, διάστημα κατά το οποίο έγινε μάρτυρας του θανάτου δύο κρατουμένων, ενώ κρατούνταν σε άθλιες συνθήκες μαζί με άτομα που έπασχαν από ψώρα και άλλες δερματικές παθήσεις. Αργότερα μεταφέρθηκε στη φυλακή Νεγκέβ, όπου παρέμεινε μέχρι την αποφυλάκισή του.
Ο Μπάνι Μουφλέχ υποστήριξε ότι οι ισραηλινές αρχές τον κατηγόρησαν πως αποτελούσε απειλή για την περιφερειακή ασφάλεια, ότι ενεργούσε για λογαριασμό παλαιστινιακών οργανώσεων και ότι υποστήριζε τρομοκρατικές ομάδες. Ο ίδιος αρνείται τις κατηγορίες και εκτιμά ότι η κράτησή του συνδεόταν με τη δημοσιογραφική του δραστηριότητα.
Παρ’ όλο που το δικαστήριο είχε διατάξει την αποφυλάκισή του στις 25 Δεκεμβρίου 2025, η κράτησή του παρατάθηκε με διοικητική εντολή.
Κατά τη διάρκεια της κράτησής του, ο δημοσιογράφος αναφέρει ότι έχασε 23 κιλά, αποδίδοντας τη δραματική απώλεια βάρους στην περιορισμένη και κακής ποιότητας διατροφή που του παρεχόταν. Όπως υποστηρίζει, το φαγητό ήταν ανεπαρκές, ενώ το ρύζι συχνά περιείχε χώμα και πέτρες.
Στις 15 Ιανουαρίου 2026, λίγες ημέρες μετά την αποφυλάκισή του, μεταφέρθηκε αρχικά στο Εθνικό Νοσοκομείο της Ναμπλούς και στη συνέχεια στο Συμβουλευτικό Νοσοκομείο της Ραμάλα, όπου οι γιατροί διέγνωσαν σοβαρή εγκεφαλική αιμορραγία. Η κατάσταση της υγείας του σταθεροποιήθηκε μετά τη χειρουργική επέμβαση.
Η μαρτυρία του συμπεριλήφθηκε στην ειδική έκθεση της Επιτροπής Προστασίας Δημοσιογράφων (CPJ), με τίτλο «Επιστρέψαμε από την κόλαση», που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2026. Η έκθεση συγκεντρώνει τις καταθέσεις 58 Παλαιστινίων δημοσιογράφων, οι οποίοι περιγράφουν περιστατικά κακοποίησης, βασανιστηρίων και άλλων μορφών κακομεταχείρισης κατά τη διάρκεια της κράτησής τους.
Ο ισραηλινός στρατός δεν απάντησε στις καταγγελίες που κατέγραψε η CPJ, ζητώντας στοιχεία ταυτοποίησης και γεωγραφικές συντεταγμένες. Εκπρόσωπος των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων δήλωσε ότι όλοι οι κρατούμενοι αντιμετωπίζονται σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, ότι οι δημοσιογράφοι δεν αποτελούν στόχο των στρατιωτικών επιχειρήσεων και πως κάθε καταγγελία για παραβίαση των προβλεπόμενων διαδικασιών διερευνάται.
Ανάλογη ήταν και η απάντηση της Υπηρεσίας Φυλακών του Ισραήλ (IPS), η οποία υποστήριξε ότι όλοι οι κρατούμενοι κρατούνται σύμφωνα με τη νομοθεσία και ότι διασφαλίζονται τα βασικά τους δικαιώματα. Παράλληλα, ανέφερε πως δεν είχε γνώση των συγκεκριμένων καταγγελιών, σημειώνοντας ότι οποιοσδήποτε κρατούμενος έχει το δικαίωμα να υποβάλει επίσημη καταγγελία, η οποία εξετάζεται από τις αρμόδιες αρχές.
Την ίδια ώρα, ο Σύλλογος Παλαιστίνιων Κρατουμένων υποστηρίζει ότι οι συλλήψεις Παλαιστίνιων δημοσιογράφων έχουν αυξηθεί σημαντικά μετά τον Οκτώβριο του 2023, κάνοντας λόγο για 245 συλλήψεις.
Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, από τις 8 Οκτωβρίου 2023 η κλιμάκωση της βίας στη Δυτική Όχθη έχει προκαλέσει τον θάνατο 1.173 Παλαιστινίων, τον τραυματισμό 12.666 ανθρώπων, περίπου 23.000 συλλήψεις και τον εκτοπισμό 33.000 κατοίκων.
