Η δυσπιστία απέναντι στην πολιτική φαίνεται να αποτελεί πλέον μόνιμο χαρακτηριστικό των σύγχρονων δημοκρατιών. Στην Ισπανία, σύμφωνα με τα στοιχεία του Κέντρου Κοινωνιολογικών Ερευνών (CIS), η καχυποψία των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα παραμένει σχεδόν αδιάλειπτη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, οι ηγέτες εναλλάσσονται, όμως η αίσθηση απογοήτευσης και έλλειψης εμπιστοσύνης παραμένει σταθερή.
Η εικόνα αυτή αποτυπώθηκε ξεκάθαρα και στο βαρόμετρο του CIS του Νοεμβρίου 2019, όπου κανένας από τους βασικούς πολιτικούς αρχηγούς δεν κατάφερε να συγκεντρώσει θετική αξιολόγηση από την πλειονότητα των πολιτών. Ακόμη πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι το τι κινητοποιεί τους ψηφοφόρους. Περίπου οι μισοί Ισπανοί δήλωσαν ότι ψήφισαν όχι για να υποστηρίξουν ένα πολιτικό σχέδιο, αλλά για να αποτρέψουν τη νίκη της δεξιάς ή της αριστεράς.
Το στοιχείο αυτό αποκαλύπτει μια βαθύτερη μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η πολιτική επικοινωνία. Αντί να στηρίζεται στην παρουσίαση προγραμμάτων και προτάσεων, φαίνεται να οικοδομείται ολοένα και περισσότερο πάνω στον φόβο, τη σύγκρουση και την ιδεολογική αντιπαράθεση. Η πολιτική μετατρέπεται σταδιακά σε έναν μηχανισμό κοινωνικής πόλωσης, σύμφωνα με ανάλυση στο The Conversation.
Οι σύγχρονες προεκλογικές εκστρατείες βασίζονται σε τρεις κυρίαρχες τάσεις. Η πρώτη είναι η μετάβαση από την πολιτική των προγραμμάτων στην πολιτική των συναισθημάτων. Σε ένα περιβάλλον διαρκούς προεκλογικής εκστρατείας, τα κόμματα επιδιώκουν να δημιουργήσουν συναισθηματικούς δεσμούς με το εκλογικό σώμα. Η συγκίνηση, η οργή, η αγανάκτηση ή ο φόβος έχουν μεγαλύτερη απήχηση από τα ψυχρά στοιχεία και τις νομοθετικές πρωτοβουλίες.
Δεν είναι τυχαίο ότι μόλις το 6,3% των ψηφοφόρων δήλωνε πως επέλεξε κόμμα με βάση τις συγκεκριμένες προτάσεις του. Για τα επιτελεία επικοινωνίας, οι προγραμματικές θέσεις φαίνεται να έχουν μικρότερη σημασία από την ενίσχυση της ιδεολογικής ταυτότητας των υποστηρικτών τους.
Η δεύτερη τάση αφορά την ενίσχυση των πολιτικών αφηγήσεων εις βάρος της πραγματικότητας. Τα κόμματα επενδύουν στη δημιουργία ισχυρών αφηγημάτων που διαχωρίζουν το «εμείς» από το «αυτοί». Η διαφοροποίηση από τον πολιτικό αντίπαλο γίνεται κεντρικό στοιχείο της στρατηγικής τους, ακόμη κι όταν αυτό δυσκολεύει τη συνεννόηση ή τη δημιουργία κυβερνητικών συνεργασιών.
Παράλληλα, ένα ισχυρό αφήγημα έχει την ικανότητα να ενισχύει τις πεποιθήσεις των υποστηρικτών και να τους κάνει πιο ανεκτικούς απέναντι σε λάθη ή αντιφάσεις των πολιτικών που στηρίζουν. Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύχθηκε και η έννοια της «μετα-αλήθειας», που είχε περιγράψει ήδη από το 1992 ο κοινωνιολόγος Στιβ Τέσιτς. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, οι πολίτες αποδέχονται ακόμη και ανακριβείς ισχυρισμούς όταν αυτοί εξυπηρετούν ένα αφήγημα που τους προσφέρει ψυχολογική ασφάλεια.
Η περίπτωση του Brexit αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πολλοί από τους ισχυρισμούς που κυριάρχησαν κατά την προεκλογική εκστρατεία αμφισβητήθηκαν αργότερα, χωρίς όμως αυτό να αναιρεί την αποτελεσματικότητά τους στην κινητοποίηση των ψηφοφόρων.
Η τρίτη τάση συνδέεται με τις νέες τεχνολογίες και τη μικροστόχευση των πολιτών. Τα πολιτικά κόμματα διαθέτουν πλέον τη δυνατότητα να απευθύνονται σε εξαιρετικά συγκεκριμένες ομάδες ψηφοφόρων, προσαρμόζοντας το μήνυμά τους στις πεποιθήσεις και τις ανησυχίες κάθε κοινού. Αν και η πρακτική αυτή αυξάνει την αποτελεσματικότητα της επικοινωνίας, ενισχύει ταυτόχρονα τη δημιουργία ιδεολογικών «φούσκων», μέσα στις οποίες οι πολίτες εκτίθενται κυρίως σε απόψεις που επιβεβαιώνουν τις ήδη υπάρχουσες πεποιθήσεις τους.
Την ίδια στιγμή, ενισχύεται το φαινόμενο των υπερ-ηγεσιών. Τα κόμματα προβάλλουν έναν κυρίαρχο ηγέτη, γύρω από τον οποίο περιστρέφεται ολόκληρη η πολιτική αφήγηση. Οι εσωτερικές διαφωνίες περιορίζονται και η εικόνα του ηγέτη μετατρέπεται στο βασικό πολιτικό προϊόν.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική κινδυνεύει να χάσει τον ουσιαστικό κοινωνικό της ρόλο. Η επικοινωνία δεν θα έπρεπε να λειτουργεί ως εργαλείο διχασμού, αλλά ως γέφυρα μεταξύ πολιτών και θεσμών. Η δημοκρατία απαιτεί διάλογο, συμβιβασμούς και κατανόηση της διαφορετικής άποψης.
Η μεγαλύτερη πρόκληση για τους ψηφοφόρους να είναι να αντισταθούν στις παγίδες της πόλωσης και να αναζητήσουν πολιτικές επιλογές που βασίζονται λιγότερο στον φόβο του αντιπάλου και περισσότερο στην ελπίδα για το κοινό μέλλον.
