Η φροντίδα των ελληνικών σπιτιών πέρασε αθόρυβα στα χέρια χιλιάδων μεταναστριών – Είναι οι γυναίκες που μεγαλώνουν παιδιά άλλων, φροντίζουν ηλικιωμένους και ζουν πίσω από κλειστές πόρτες
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Μόνο που αυτό το «ως» έκρυβε συχνά αόρατα όρια και εξαρτήσεις. Στην εποχή μας, οι μετανάστριες, ιδιαίτερα οι Φιλιππινέζες, απορρίπτουν αυτό το μοντέλο. «Αρνούνται να αντιμετωπιστούν ως ψυχοκόρες», εξηγεί η κυρία Αγγελίδου. Η δουλειά είναι δουλειά· όχι συγγένεια.
Οι εσωτερικές
Η διαφορά ανάμεσα στην εσωτερική και την εξωτερική εργασία είναι ίσως η μεγαλύτερη τομή μέσα σε αυτό τον κόσμο. Η εξωτερική βοηθός έχει μια εξαντλητική καθημερινότητα, αλλά κρατά κάποια κομμάτια αυτονομίας: το δικό της σπίτι, μια διαδρομή στην πόλη, τη δυνατότητα να κλείσει πίσω της την πόρτα του εργοδότη στο τέλος της ημέρας. Η εσωτερική εργαζόμενη, αντίθετα, ζει μέσα σε ένα καθεστώς συνεχούς διαθεσιμότητας.
«Οι ίδιες οι γυναίκες σε έρευνά μας περιγράφουν αυτή τη συνθήκη ως φυλακή», λέει ο κ. Ξυπολυτάς. Το σπίτι του εργοδότη γίνεται ταυτόχρονα χώρος εργασίας, ύπνου, φροντίδας και επιτήρησης. Κάποιες από τις γυναίκες που εργάζονται ως εσωτερικές μιλούν για κρούσματα βίας, οι περισσότερες για έλλειψη φαγητού, ενώ το «yes ma’am» είναι η φράση που ονειρεύονται οι εργοδότριες να βγαίνει από τα χείλη της «υπηρεσίας» τους.
Η φροντίδα ως φθηνή γυναικεία εργασία
Πολλές εργοδότριες εμπιστεύονται στις γυναίκες αυτές ό,τι πιο προσωπικό διαθέτουν: τα παιδιά τους, τους ηλικιωμένους γονείς τους, το σπίτι τους. Πολλές εργαζόμενες μετανάστριες περνούν περισσότερες ώρες με έναν ηλικιωμένο απ’ ό,τι τα ίδια του τα παιδιά. Κι όμως, η ισορροπία παραμένει εύθραυστη εξαιτίας της γενικότερης υποτίμησης της ίδιας της οικιακής βοηθού.
«Η οικιακή εργασία στο σύνολό της προϋποθέτει ένα συναισθηματικό δέσιμο», σημειώνει ο κ. Ψημμένος, επισημαίνοντας ωστόσο ότι αυτή η σχέση διαμορφώνεται μέσα σε ένα πλαίσιο έντονης κοινωνικής και εργασιακής ανισότητας.
Ταυτόχρονα, πίσω από αυτή την καθημερινότητα κρύβεται μια βαθύτερη κοινωνική αλήθεια: το ελληνικό κράτος μετέφερε εδώ και χρόνια τη φροντίδα των πιο ευάλωτων ανθρώπων ιδιωτικά μέσα στο σπίτι. Κι έτσι, η φροντίδα των ηλικιωμένων, των παιδιών, των εξαρτημένων ανθρώπων οργανώθηκε τελικά πάνω στην εργασία χιλιάδων μεταναστριών, παρατηρεί ο κ. Ψημμένος.
Σε μια κοινωνία που γερνάει όλο και περισσότερο, οι γυναίκες αυτές έχουν γίνει ο αθόρυβος μηχανισμός που κρατά την καθημερινότητα σε λειτουργία. Κι ακριβώς επειδή στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης πολλές από αυτές τις γυναίκες εγκατέλειψαν την Ελλάδα για να μεταναστεύσουν ξανά, αυτή τη φορά στις σκανδιναβικές χώρες, τα ελληνικά σπίτια βρίσκονται σε μια αγωνιώδη αναζήτηση προσωπικού. Το «από στόμα σε στόμα» δεν αρκεί και η ζήτηση έχει δημιουργήσει την ανάγκη πιο οργανωμένης προσφοράς από ειδικευμένα γραφεία.
Μια αγορά που αλλάζει
Η συνιδρύτρια της Nannuka, Λέλα Δρίτσα, επισημαίνει ότι τα τελευταία χρόνια αυξάνεται η ζήτηση για πιο ευέλικτες μορφές συνεργασίας, όπως μερική απασχόληση ή συνδυασμός οικιακής βοήθειας με φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων. Οπως εξηγεί, όσο αυξάνονται οι ευθύνες μιας θέσης -από το μαγείρεμα μέχρι τη συνολική διαχείριση του σπιτιού- τόσο ανεβαίνουν και οι απαιτήσεις αλλά και οι αμοιβές.
Παλαιότερα τα παραδοσιακά γραφεία εύρεσης οικιακού προσωπικού λειτουργούσαν σχεδόν σαν χώρος δειγματισμού: οι γυναίκες συγκεντρώνονταν σε ένα γραφείο και οι υποψήφιοι εργοδότες περνούσαν για να επιλέξουν με βάση την ηλικία, την εικόνα ή την εθνικότητα. Η διευθύνουσα σύμβουλος της Athens Home Services Σμαρώ Μανιάτη είναι από αυτές που έχει αλλάξει τα δεδομένα.
Επιβεβαιώνει, όμως, ότι ο έλεγχος της τροφής παραμένει το πιο συχνό αγκάθι. «Υπάρχουν ακόμα και σήμερα εργοδότες που λένε στις γυναίκες: “Δεν θα φας από τα δικά μας” ή “εσύ μπορείς να φας ρύζι, πάρε ένα ρύζι»…
Παρά τις δυσκολίες, οι ίδιες οι κοινότητες των μεταναστριών λειτουργούν συχνά ως βασικό δίκτυο στήριξης για όσες γυναίκες ζουν και εργάζονται μακριά από τις οικογένειές τους. Η Κυριακή είναι ιερή μέρα. Στους Αμπελόκηπους μικρές ομάδες Φιλιππινέζων μαζεύονται σε σπίτια φίλων και τραγουδούν καραόκε μέχρι αργά. Γεωργιανές οικογένειες συναντιούνται σε εστιατόρια, εκκλησίες και συλλόγους της κοινότητάς τους.
Αλλες μαγειρεύουν φαγητά από την πατρίδα τους, στέλνουν δέματα στους συγγενείς τους, οργανώνουν εκδρομές ή απλώς κάθονται για ώρες σε ένα καφέ μιλώντας στη γλώσσα τους. «Η θρησκεία, η δουλειά και τα παιδιά μου είναι αυτά που με κρατούν όρθια και δεν με αφήνουν να νιώθω μόνη», λέει η Μάντσο από τη Γεωργία, περιγράφοντας με λίγες λέξεις τον αόρατο μηχανισμό αντοχής πίσω από τη ζωή χιλιάδων μεταναστριών στην Ελλάδα.
Οι υπηρέτριες του σινεμά
Στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο υπήρξαν πολλές υπηρέτριες, όμως καμία δεν απέκτησε τόσο ισχυρή ταύτιση με τον ρόλο όσο η Δέσποινα Στυλιανοπούλου. Με το χαρακτηριστικό της ύφος, τη λαϊκή προφορά, τις αυθόρμητες αντιδράσεις κι εκείνη τη μοναδική ικανότητα να μοιάζει ταυτόχρονα αφελής και πανέξυπνη, κατάφερε να μετατρέψει μια φιγούρα που βρισκόταν θεωρητικά στο περιθώριο της ιστορίας σε πρωταγωνίστρια του γέλιου.
Οι ηρωίδες της δεν ήταν ποτέ απλώς «η υπηρέτρια του σπιτιού». Ηταν γυναίκες που σχολίαζαν τα πάντα, μπλέκονταν σε παρεξηγήσεις, αποκάλυπταν οικογενειακά μυστικά και συχνά λειτουργούσαν ως ο πιο αυθεντικός άνθρωπος μέσα σε αστικές οικογένειες γεμάτες καθωσπρεπισμό. Με ατάκες όπως «Παναγία μου!», «Χριστέ μου!» ή το θρυλικό «Παναγίτσα μου, ο τρελός!» από τον «Τρελό τα ’χει 400», δημιούργησε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες κωμικές περσόνες της Φίνος Φιλμ εποχής.
Η χημεία της με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα απογείωσε ακόμη περισσότερο αυτούς τους ρόλους. Στον «Μπλοφατζή», στον «Γεροντοκόρο» και φυσικά στον «Τρελό τα ’χει 400», η Στυλιανοπούλου κινείται διαρκώς ανάμεσα στην αθωότητα και την καταστροφή προκαλώντας χάος σχεδόν άθελά της. Στην ταινία «Ο γίγας της Κυψέλης» υποδύεται τη Ζαμπέτα, μια λαϊκή υπηρέτρια που ονειρεύεται μια διαφορετική ζωή και καταλήγει να γίνει αστέρι του λαϊκού τραγουδιού, σε έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς ρόλους της καριέρας της.
Οι γενιές της οικιακής εργασίας
1920-1980: Οι ψυχοκόρες
Η ιστορία της οικιακής εργασίας στην Ελλάδα συνδέεται αρχικά με την εσωτερική μετανάστευση και το προσφυγικό κύμα μετά το 1922. Κορίτσια από αγροτικές περιοχές μετακινούνται προς τα αστικά κέντρα για να εργαστούν σε σπίτια εύπορων οικογενειών. Από τη δεκαετία του 1950 και μετά κυριαρχεί η μορφή της ψυχοκόρης: κορίτσια που ζουν μέσα στο εργοδοτικό σπίτι και αντιμετωπίζονται θεωρητικά ως μέλη της οικογένειας, χωρίς όμως σαφή εργασιακά όρια ή προστασία.
1980: Οι Φιλιππινέζες των βορείων προαστίων
Από τη δεκαετία του 1980 η εξωτερική μετανάστευση αρχίζει να αντικαθιστά σταδιακά την εσωτερική. Από τις πρώτες μεγάλες ομάδες γυναικών που εργάζονται στην οικιακή φροντίδα στην Ελλάδα είναι οι Φιλιππινέζες. Η παρουσία τους συνοδεύεται από στερεότυπα πειθαρχίας και επαγγελματισμού, ενώ αντιμετωπίζονται ακόμη και ως asset κοινωνικού κύρους.
1990: Οι μετανάστριες από τα Βαλκάνια
Φτάνουν μαζικά στην Ελλάδα γυναίκες από την Αλβανία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Πολωνία. Η μεγάλη προσφορά εργατικών χεριών μεταβάλλει ριζικά τον χαρακτήρα της οικιακής εργασίας, η οποία γίνεται πλέον προσιτή όχι μόνο στα ανώτερα αλλά και στα μικρομεσαία κοινωνικά στρώματα.
2000: Οι εσωτερικές από το πρώην ανατολικό μπλοκ
Αυξάνεται η ζήτηση για οικιακές βοηθούς και εσωτερικές φροντίστριες ηλικιωμένων. Γυναίκες από τη Γεωργία, την Ουκρανία και άλλες χώρες της πρώην Σοβιετικής Ενωσης εργάζονται πλέον συστηματικά μέσα στα σπίτια, συχνά σε συνθήκες απομόνωσης και συνεχούς διαθεσιμότητας.
2010: Care drain λόγω οικονομικής κρίσης
Η οικονομική κρίση επιδεινώνει σημαντικά τις συνθήκες ζωής και εργασίας των μεταναστριών στην οικιακή φροντίδα. Πολλές χάνουν δουλειές και εισοδήματα. Ενα μέρος αυτού του εργατικού δυναμικού μετακινείται προς χώρες της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης.
Σήμερα: Παραμένουν χωρίς χαρτιά
Το παράδοξο της οικιακής εργασίας στην Ελλάδα είναι ότι πρόκειται για μία από τις πιο αναγκαίες μορφές απασχόλησης αλλά από τις πιο δύσκολο να καταγραφούν, με αποτέλεσμα πολλές από τις μετανάστριες οικιακές βοηθούς να μην έχουν νομιμοποιηθεί.
Μάντσο, 34 ετών / Γεωργία: «Οι πρώτες μέρες στην Αθήνα ήταν εφιάλτης»
Μάντσο: 34 ετών / Γεωργία
«Ηρθα στην Αθήνα πριν από δύο χρόνια από τη Γεωργία. Δεν ήταν εύκολη απόφαση. Στη χώρα μου τα οικονομικά είχαν γίνει πολύ δύσκολα και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πώς θα μπορέσω να εξασφαλίσω ένα καλύτερο μέλλον για τα δύο παιδιά μου. Σήμερα είμαι 34 ετών και μένουμε όλοι μαζί σε ένα μικρό νοικιασμένο διαμέρισμα στην Καλλιθέα.. Δεν μιλούσα τη γλώσσα και ένιωθα φόβο ακόμα κι όταν πήγα πρώτη φορά τα παιδιά στο ελληνικό δημόσιο σχολείο. Οι δάσκαλοι και το σχολείο όμως τα αγκάλιασαν από την πρώτη στιγμή και τα βοήθησαν πολύ να προσαρμοστούν. Δουλεύω ως εξωτερική οικιακή βοηθός. Κάνω καθαριότητα και φροντίζω ηλικιωμένους σε τρεις διαφορετικές οικογένειες. Συνολικά εργάζομαι περίπου επτά με οκτώ ώρες την ημέρα, αλλά το πρόγραμμά μου είναι σπαστό και όλη η ζωή μου εξαρτάται από το ωράριο των παιδιών. Η καθημερινότητα είναι ένας πραγματικός μαραθώνιος».
Μαλβίνα, 42 ετών / Αλβανία: «Κατάφερα να πάρω διαμέρισμα»
«Ηρθα στην Ελλάδα το 2014 από την Αλβανία. Ημουν τότε 30 ετών και είχα σπουδάσει Οικονομικά στα Τίρανα. Οταν έφτασα στην Αθήνα, κατάλαβα πολύ γρήγορα ότι, παρά το πτυχίο μου, οι δυνατότητες που είχα ως μετανάστρια ήταν περιορισμένες. Ετσι ξεκίνησα να δουλεύω στην οικιακή καθαριότητα. Σήμερα, στα 42 μου, εργάζομαι ως house manager σε βίλα στα βόρεια προάστια. Το μεγαλύτερο επίτευγμά μου είναι ότι κατάφερα να αγοράσω το δικό μου διαμέρισμα στην Κυψέλη χωρίς τραπεζικό δάνειο. Για δώδεκα χρόνια έκανα πολύ αυστηρή οικονομία. Ζούσα ως εσωτερική βοηθός. Αποταμίευα σχεδόν τα πάντα και επένδυα τις οικονομίες μου. Για μένα αυτό ήταν μια προσωπική νίκη και μια αίσθηση ασφάλειας που δεν είχα ποτέ πριν. Τις Κυριακές διαβάζω τη Βίβλο. Ο Ιησούς είναι ο ήρωάς μου».
Μαριάννα, 38 ετών / Φιλιππίνες: «Οι Ελληνες εργοδότες είναι οι καλύτεροι»
Μαριάννα: 38 ετών / Φιλιππίνες
«Εφυγα από τις Φιλιππίνες πριν από 17 χρόνια, γιατί ήξερα ότι στην Ελλάδα μπορούσα να βγάζω περισσότερα χρήματα και να βοηθάω την οικογένειά μου. Σήμερα είμαι 38 ετών και μένω στη Νέα Ερυθραία. Δουλεύω ως εσωτερική και εξωτερική οικιακή βοηθός σε σπίτια στην ίδια περιοχή. Κυρίως εργάζομαι από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, αλλά πολλές φορές χρειάζεται να δουλέψω και τα Σαββατοκύριακα. Μου αρέσει πολύ το σουβλάκι γιατί είναι γρήγορο και εύκολο όταν δουλεύεις πολλές ώρες. Λατρεύω και τα γεμιστά, κυρίως επειδή έχουν ρύζι. Εμείς οι Φιλιππινέζοι τρώμε πάντα ρύζι. Αν δεν φάμε ρύζι, νιώθουμε ότι δεν έχουμε ενέργεια για να δουλέψουμε. Στα ρεπό μας μαζευόμαστε σε σπίτια, τρώμε, πίνουμε και τραγουδάμε καραόκε για ώρες. Αυτό μας βοηθάει πολύ γιατί όλοι είμαστε μακριά από τις οικογένειές μας. Οταν έχω πρόβλημα στη δουλειά, προσεύχομαι. Η πιο δύσκολη στιγμή μου ήταν όταν ένας παλιός εργοδότης με παρενόχλησε σεξουαλικά. Δεν ήταν Ελληνας. Από τη δική μου εμπειρία, οι Ελληνες εργοδότες είναι πολύ καλύτεροι από άλλες εθνικότητες».
Φωτογραφίες: Getty images / Ideal image, Πάνος Κουφαλέξης
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ
Αποδοχή
