Τέσσερα χρόνια μετά το ξέσπασμα του Qatargate, και ενώ η βελγική έρευνα παραμένει ανοιχτή, η υπόθεση επιστρέφει στο προσκήνιο μετά την έκδοση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης εις βάρος του Δημήτρη Αβραμόπουλου.
Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος κατά τη διάρκεια ομιλίας του / Φωτογραφία: Intimenews-ΚΑΠΑΝΤΑΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Ενός πολιτικού προσώπου που από την πρώτη στιγμή ενεπλάκη το όνομά του στο περιθώριο του σκανδάλου, χωρίς ωστόσο να είχε μέχρι σήμερα βρεθεί στο επίκεντρο των δικαστικών ερευνών.
Η εξέλιξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν αναλογιστεί κανείς ότι η έρευνα διανύει ήδη τον τέταρτο χρόνο της και, τουλάχιστον σε επίπεδο δημόσια γνωστών στοιχείων, δεν έχουν παρουσιαστεί μέχρι στιγμής νέα δεδομένα διαφορετικά από εκείνα που είχαν δει το φως της δημοσιότητας τον Δεκέμβριο του 2022.
Τότε ήταν που διεθνή μέσα ενημέρωσης, με πρώτο το δημοσίευμα της ιταλικής La Stampa, αποκάλυπταν ότι ο πρώην Ευρωπαίος Επίτροπος είχε λάβει αμοιβές ύψους περίπου 60.000 ευρώ από τη ΜΚΟ Fight Impunity του Αντόνιο Παντσέρι, του ανθρώπου που θεωρείται κεντρικό πρόσωπο του Qatargate.
Ο ίδιος ο Δημήτρης Αβραμόπουλος ουδέποτε αρνήθηκε την οικονομική σχέση του με τη συγκεκριμένη οργάνωση. Αντίθετα, είχε δηλώσει ότι αμειβόταν με 5.000 ευρώ μηνιαίως επί έναν χρόνο, ότι είχε λάβει γραπτή άδεια από την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και ότι τα χρήματα είχαν δηλωθεί και φορολογηθεί κανονικά στην Ελλάδα. Είχε, ακόμη, υποστηρίξει ότι η συμμετοχή του στη Fight Impunity ήταν τιμητική, χωρίς διαχειριστικές ή εκτελεστικές αρμοδιότητες, και ότι αποχώρησε αμέσως μόλις ξέσπασε το σκάνδαλο.
Αυτό ακριβώς είναι και το στοιχείο που προκαλεί σήμερα τα περισσότερα ερωτήματα, καθώς οι βασικές πληροφορίες για τη συμμετοχή του στη ΜΚΟ και τις αμοιβές που λάμβανε ήταν γνωστές από το 2022 και ουδέποτε αποκρύφθηκαν από τον ίδιο. Γιατί λοιπόν η βελγική Δικαιοσύνη τον βάζει τώρα στο στόχαστρο;
Η χρονική διάρκεια της έρευνας, πάντως, αποτελεί από μόνη της ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της υπόθεσης, καθώς ακόμη η υπόθεση δεν έχει οδηγηθεί σε δίκη, ενώ το προηγούμενο διάστημα βρέθηκε αντιμέτωπη με σειρά δικονομικών και θεσμικών αναταράξεων.
Η σημαντικότερη από αυτές σημειώθηκε τον Ιούνιο του 2023, όταν ο Βέλγος ανακριτής Μισέλ Κλεζ, ο άνθρωπος που είχε αναλάβει από την πρώτη στιγμή τη διερεύνηση του σκανδάλου και θεωρήθηκε ο βασικός αρχιτέκτονας των πρώτων αποκαλύψεων και συλλήψεων, αποχώρησε από την υπόθεση λόγω πιθανού ασυμβίβαστου. Η αποχώρησή του αποφασίστηκε αφού αποκαλύφθηκε ότι ο γιος του διατηρούσε επιχειρηματική σχέση με τον γιο της Βελγίδας ευρωβουλευτού Μαρί Αρενά, το όνομα της οποίας είχε επανειλημμένα αναφερθεί στη δικογραφία λόγω των σχέσεών της με τον Αντόνιο Παντσέρι. Ο ίδιος ο Κλεζ επέλεξε να αποσυρθεί, επικαλούμενος λόγους θεσμικής δεοντολογίας και την ανάγκη να προστατευθεί η ακεραιότητα της έρευνας, ενώ η βελγική Εισαγγελία είχε τότε διευκρινίσει ότι δεν υπήρχαν στοιχεία που να θέτουν υπό αμφισβήτηση το έργο του.
Η αλλαγή του βασικού ανακριτή θεωρήθηκε τότε σοβαρό πλήγμα για την ταχύτητα της διαδικασίας. Ακολούθησαν προσφυγές κατηγορουμένων, ενστάσεις για τη νομιμότητα ορισμένων αποδεικτικών μέσων και αλλεπάλληλες δικονομικές εμπλοκές.
Στον απόηχο όλων των παραπάνω έρχεται το ένταλμα εις βάρος του κ. Αβραμόπουλου, που φέρεται να αφορά τα αδικήματα της δωροληψίας, της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, οι βελγικές αρχές θεωρούν ότι περίπου 75.000 ευρώ μεικτά που καταβλήθηκαν στον πρώην επίτροπο συνδέονται με ένα δίκτυο το οποίο ερευνάται ως εγκληματική οργάνωση. Από την άλλη πλευρά, ο κ. Αβραμόπουλος επιμένει ότι πρόκειται για νόμιμες αμοιβές που δηλώθηκαν τόσο στις φορολογικές αρχές όσο και στο πόθεν έσχες του εδώ στην Ελλάδα.
Πληροφορίες αναφέρουν επίσης ότι ο πρώην Επίτροπος είχε κληθεί δύο φορές από τις βελγικές αρχές να δώσει εξηγήσεις χωρίς να παραστεί, γεγονός που ενδεχομένως να συνεκτιμήθηκε στην απόφαση για την έκδοση του εντάλματος.
Κατόπιν των παραπάνω, ο φάκελος θα διαβιβαστεί μέσω της ελληνικής Δικαιοσύνης στη Βουλή, η οποία θα κληθεί να αποφασίσει για την άρση της ασυλίας του βουλευτή Ηλείας.
Από την πλευρά του, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος αρνείται κατηγορηματικά οποιαδήποτε εμπλοκή σε παράνομη δραστηριότητα, χαρακτηρίζει αβάσιμη τη σύνδεση του ονόματός του με το σκάνδαλο και δηλώνει ότι δεν πρόκειται να επικαλεστεί τη βουλευτική του ασυλία, ζητώντας ο ίδιος να διερευνηθεί πλήρως η υπόθεση.
Το βέβαιο είναι ότι τέσσερα χρόνια μετά τις πρώτες αποκαλύψεις, το Qatargate εξακολουθεί να παράγει πολιτικούς και δικαστικούς κραδασμούς. Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι αν το βελγικό ένταλμα στηρίζεται σε νέα στοιχεία που δεν έχουν ακόμη δημοσιοποιηθεί ή αν πρόκειται για μια διαφορετική νομική αξιολόγηση γνωστών ήδη δεδομένων του 2022.
