Για δεκαετίες η Βρετανία αποτελούσε παράδειγμα πολιτικής και κυβερνητικής σταθερότητας, αλλά η παραίτηση του πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ υπενθυμίζει πως την τελευταία δεκαετία συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι πριν από το 2016 η χώρα είχε αλλάξει μόλις τέσσερις υπουργούς Οικονομικών σε διάστημα 23 ετών, ενώ οι πρωθυπουργοί παρέμεναν συνήθως για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην εξουσία.

Eπτά πρωθυπουργούς έχει αλλάξει η Βρετανία μόλις σε δέκα χρόνια / Φωτογραφίες: AP

Η εικόνα αυτή μοιάζει πλέον να ανήκει στο παρελθόν. Από το δημοψήφισμα του Brexit και έπειτα, η χώρα έχει γνωρίσει έξι διαφορετικούς πρωθυπουργούς και με την παραίτηση του Στάρμερ και την πιθανότερη διαδοχή του από τον Άντι Μπέρναμ, η Βρετανία θα έχει αποκτήσει τον έβδομο πρωθυπουργό της μέσα σε μόλις 10 χρόνια.

Ντέιβιντ Κάμερον, Τερέζα Μέι, Μπόρις Τζόνσον, Λιζ Τρας, Ρίσι Σούνακ, Κιρ Στάρμερ και πιθανόν ο Άντι Μπέρναμ συνθέτουν έναν «συνωστισμό» πρωθυπουργών σε μόλις 10 χρόνια, που δύσκολα συναντάται στη σύγχρονη βρετανική ιστορία.

Πρώτα παραιτήθηκε ο Κάμερον, γιατί έχασε το δημοψήφισμα για το Brexit. Τον διαδέχθηκε η Mέι, η οποία έμεινε μέχρι που απέτυχε να περάσει συμφωνία για το Brexit. Μετά ήρθε ο Τζόνσον, που εξελέγη εσωκομματικά και κατάφερε να «κλειδώσει» το Brexit, αλλά αργότερα αποδυναμώθηκε πολιτικά και παραιτήθηκε. Τον διαδέχθηκε η Τρας, η οποία έπεσε πολύ γρήγορα εξαιτίας οικονομικής κρίσης και έλλειψης εμπιστοσύνης μέσα στο ίδιο της το κόμμα. Μετά ήρθε ο Σούνακ, πάλι χωρίς εκλογές.

Ένα μέρος της απάντησης για τη διαδοχική αλλαγή πρωθυπουργών βρίσκεται στον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας του βρετανικού κοινοβουλευτικού συστήματος.

Οι Βρετανοί ψηφοφόροι δεν εκλέγουν άμεσα τον επικεφαλής της κυβέρνησης. Εκλέγουν τους βουλευτές και ο αρχηγός του κόμματος που διαθέτει την πλειοψηφία στη Βουλή των Κοινοτήτων γίνεται πρωθυπουργός, διατηρώντας τη θέση του όσο η κυβέρνηση εξακολουθεί να απολαύει της εμπιστοσύνης της Βουλής και μέχρι να ολοκληρωθεί η θητεία της.

Ένας πρωθυπουργός μπορεί να αντικατασταθεί χωρίς να προηγηθούν εθνικές εκλογές, εφόσον το κυβερνών κόμμα αποφασίσει να αλλάξει ηγεσία.

Στη Βρετανία υπάρχουν τρεις βασικοί τρόποι με τους οποίους μπορεί να αποχωρήσει ένας πρωθυπουργός.

Ο πρώτος είναι η ήττα του κόμματός του στις βουλευτικές εκλογές.

Ο δεύτερος είναι η απώλεια της εμπιστοσύνης της Βουλής, ύστερα από πρόταση μομφής που οδηγεί στην πτώση της κυβέρνησης.

Ο τρίτος είναι να αμφισβητηθεί και τελικά να απομακρυνθεί από το ίδιο του το κόμμα.

Ακριβώς αυτός ο τρίτος δρόμος φαίνεται να έχει μετατραπεί σε κανόνα τα τελευταία χρόνια, καθώς οι ηγεσίες των κομμάτων προχωρούν σε αλλαγές προσώπων προκειμένου να αποτρέψουν μια πολιτική ή εκλογική κατάρρευση.

Η πρόσφατη ιστορία των Βρετανών πρωθυπουργών επιβεβαιώνει ότι, πολλές φορές, η μεγαλύτερη απειλή για έναν ηγέτη δεν προέρχεται από την αντιπολίτευση, αλλά από το ίδιο του το κόμμα.

Το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί η κυβερνητική αστάθεια έχει αυξηθεί τόσο έντονα τα τελευταία δέκα χρόνια.

Αυτό που κατά καιρούς συζητείται στα πολιτικά πάνελ του Ηνωμένου Βασιλείου αφορά στη χρονική σύμπτωση αυτής της παρατεταμένης πολιτικής αστάθειας με το Brexit, και μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτή η σύμπτωση.

Το δημοψήφισμα του 2016 για την αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση προκάλεσε έναν πρωτοφανή πολιτικό σεισμό στη χώρα.

Το Brexit δίχασε όχι μόνο την κοινωνία αλλά και το ίδιο το Συντηρητικό Κόμμα, δημιουργώντας βαθιές διαφωνίες και ρωγμές γύρω από ζητήματα όπως η μετανάστευση, το εμπόριο, η οικονομική πολιτική και οι σχέσεις της Βρετανίας με την Ευρώπη. Αυτό οδήγησε σε απανωτές «ανατροπές» Συντηρητικών πρωθυπουργών.

Η διαδικασία αυτή όμως οδήγησε σε έναν ευρύτερο ιδεολογικό και πολιτικό κατακερματισμό, οι συνέπειες του οποίου εξακολουθούν να γίνονται αισθητές μέχρι και σήμερα και απλώνονται σε όλο το πολιτικό φάσμα.

Το Brexit είτε γέννησε είτε εξέφρασε αυτή τη διαδικασία κατακερματισμού του πολιτικού σκηνικού.

Ο Κιρ Στάρμερ είχε εκλεγεί με την υπόσχεση ότι θα έβαζε τέλος στην πολιτική περιδίνηση που χαρακτήρισε τη χώρα τα προηγούμενα χρόνια. Ωστόσο, ούτε ο ίδιος κατάφερε να ανατρέψει το κλίμα.

Η δυσαρέσκεια των πολιτών απέναντι στην οικονομική κατάσταση, το υψηλό κόστος ζωής και τη συνολική πορεία της χώρας προκάλεσε σημαντική φθορά στην κυβέρνησή του, προκαλώντας παράλληλα ανησυχία στο Εργατικό Κόμμα.

Σύμφωνα με την εταιρεία δημοσκοπήσεων Ipsos, μόλις έναν χρόνο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ο καθαρός δείκτης ικανοποίησης για τον Στάρμερ είχε καταρρεύσει στο -66, το χαμηλότερο ποσοστό που έχει καταγράψει η εταιρεία για οποιονδήποτε Βρετανό πρωθυπουργό από το 1977.

Έκτοτε, η εικόνα του δεν παρουσίασε ουσιαστική βελτίωση και οι αρνητικές γνώμες εξακολουθούν να κυριαρχούν.

Η Λιζ Τρας, της οποίας η πρωθυπουργική θητεία των 49 ημερών έγινε αντικείμενο χλευασμού και συγκρίσεων με τη διάρκεια ζωής ενός μαρουλιού, είχε φτάσει έως το -51 στις μετρήσεις της Ipsos.

Επί δεκαετίες, η Βρετανία θεωρούνταν πρότυπο κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, με τους Συντηρητικούς και τους Εργατικούς να αποτελούν τους δύο βασικούς πυλώνες του πολιτικού συστήματος.

Στην πράξη, τα δύο κόμματα είχαν αποκτήσει σχεδόν θεσμικό χαρακτήρα, καθώς η διακυβέρνηση της χώρας εναλλασσόταν μεταξύ αυτών.

Τα τελευταία χρόνια, όμως, η Βρετανία βιώνει έναν βαθύτερο πολιτικό και κοινωνικό μετασχηματισμό, ο οποίος συνδέεται με τις μεγάλες οικονομικές και γεωπολιτικές αλλαγές της εποχής: οικονομική κρίση, Brexit, πανδημία, πόλεμος στην Ουκρανία και Μέση Ανατολή.

Σήμερα, νέα πολιτικά σχήματα διεκδικούν ολοένα και μεγαλύτερο χώρο. Το Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ, οι Φιλελεύθεροι Δημοκράτες, οι Πράσινοι, αλλά και άλλα μικρότερα κόμματα αμφισβητούν την κυριαρχία των δύο παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων.

Η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους Εργατικούς και τους Συντηρητικούς φαίνεται να υποχωρεί, μετατρέποντας τα μεγάλα κόμματα σε πιο εύθραυστους πολιτικούς οργανισμούς, οι οποίοι αναζητούν επειγόντως νέες ισορροπίες, συχνά σπασμωδικά, για να διατηρήσουν το εκλογικό και πολιτικό τους πλεονέκτημα σε ένα πολιτικό τοπίο που μοιάζει με «κινούμενη άμμο».

Εκεί ίσως βρίσκεται και ένα μέρος της απάντησης για τη συχνότητα με την οποία αλλάζουν οι πρωθυπουργοί στη Βρετανία από το Brexit κι έπειτα.

Δεύτερο και εξίσου σημαντικό, η εξέλιξη του κοινοβουλευτισμού στη Βρετανία μπορεί να δίνει τη δυνατότητα της συχνής αλλαγής πρωθυπουργών χωρίς να απειλείται εύκολα η κυβερνητική πλειοψηφία στη Βουλή, καθώς το βρετανικό πολιτικό σύστημα είναι στενά συνδεδεμένο με τα κόμματα και δευτερευόντως με τα πρόσωπα, για την ώρα…