Οι πρώτες επαγγελματικές εμπειρίες της Gen Z αποδεικνύονται οικονομικά πιο αποδοτικές σε σύγκριση με εκείνες των millennials, σύμφωνα με νέα έρευνα που διερευνά τις αλλαγές στην εργασία.

Όσοι γεννήθηκαν μεταξύ 1997 και 2012 φαίνεται να βιώνουν μικρή ανάκαμψη στους μισθούς τους, όπως προκύπτει από μελέτη του Resolution Foundation, σε αντίθεση με τον τρόπο που η προηγούμενη γενιά εισήλθε στην αγορά εργασίας.

Οι millennials, δηλαδή όσοι γεννήθηκαν από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990, αποτελούν την πρώτη γενιά που δεν κατάφερε να απολαύσει υψηλότερα  εισοδήματα σε σχέση με τους γονείς της, σύμφωνα με το βρετανικό ερευνητικό ίδρυμα. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι αυτή η εξέλιξη οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι πολλοί millennials ξεκίνησαν την επαγγελματική τους πορεία την περίοδο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008, ενώ έκτοτε οι πραγματικοί μισθοί παρέμειναν ουσιαστικά στάσιμοι για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ωστόσο, προκαταρκτικά στοιχεία από έκθεση που αναμένεται να δημοσιευθεί την Πέμπτη δείχνουν ότι ο πραγματικός εβδομαδιαίος μισθός των ατόμων ηλικίας 24 ετών που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1990 ήταν κατά 12% υψηλότερος σε σύγκριση με όσους γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1980.

Παράλληλα, σύμφωνα με τη μελέτη, οι νέοι ηλικίας 24 ετών που γεννήθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 2000 αμείβονται καλύτερα από κάθε προηγούμενη γενιά, ακόμη και σε σύγκριση με όσους γεννήθηκαν τη δεκαετία του 1950.

Ο οικονομολόγος του Resolution Foundation, Charlie McCurdy, δήλωσε:

«Η στασιμότητα του βιοτικού επιπέδου των millennials έχει τεκμηριωθεί εκτενώς την τελευταία δεκαετία. Πολλοί εκτιμούσαν ότι η διακοπή της διαγενεακής οικονομικής προόδου θα επηρέαζε εξίσου και τη Gen Z.

Ωστόσο, τώρα που τα μεγαλύτερα σε ηλικία μέλη της Gen Z βρίσκονται ήδη αρκετά χρόνια στην αγορά εργασίας, τα καλά νέα είναι ότι έχουν επωφεληθεί από μια μικρή ανάκαμψη των αποδοχών τους.»

Η έκθεση διαπιστώνει ότι οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι, όσοι ανήκουν στο χαμηλότερο 10% της μισθολογικής κλίμακας, κατέγραψαν τις μεγαλύτερες αυξήσεις στις αποδοχές τους, κυρίως λόγω των αυξήσεων στον κατώτατο μισθό, ιδιαίτερα μετά το 2016. Οι πραγματικοί μισθοί τους αυξήθηκαν κατά 36% την περίοδο 2012-2025.

Στη μεσαία μισθολογική κατηγορία, οι εργαζόμενοι ηλικίας 22 έως 29 ετών με μέσες αποδοχές είδαν τον ωριαίο μισθό τους να αυξάνεται κατά 15% την ίδια περίοδο, έναντι μόλις 4% για τους εργαζόμενους ηλικίας 30-39 ετών και 11% για το σύνολο των εργαζομένων.

Παρόλα αυτά, η μελέτη προειδοποιεί ότι αυτή η θετική εικόνα ενδέχεται να ανατραπεί. Οι πραγματικοί μισθοί μπορεί να αρχίσουν να μειώνονται εξαιτίας των αυξημένων τιμών και της επιβράδυνσης της οικονομικής ανάπτυξης που συνδέονται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.

Την ίδια στιγμή, ο αριθμός των νέων ηλικίας 16 έως 24 ετών που δεν εργάζονται, δεν σπουδάζουν και δεν συμμετέχουν σε κάποιο πρόγραμμα κατάρτισης, οι λεγόμενοι NEETs (Not in Employment, Education or Training), έχει πλέον φτάσει περίπου το 1 εκατομμύριο.

Ο πρώην υπουργός των Εργατικών, Άλαν Μίλμπερν, προειδοποίησε τον περασμένο μήνα ότι η Βρετανία κινδυνεύει να δει τον αριθμό των NEETs να αυξάνεται κατά 25%, φτάνοντας τα 1,25 εκατομμύρια έως τις αρχές της δεκαετίας του 2030, εάν δεν ληφθούν άμεσα κυβερνητικά μέτρα ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία μιας «χαμένης γενιάς».

Όπως καταλήγει η έκθεση του Resolution Foundation: «Για ένα σημαντικό ποσοστό των νεότερων μελών η επαγγελματική τους πορεία δεν έχει καν ξεκινήσει. Η κρίση των NEETs στη Βρετανία αποτελεί μια τεράστια, μακροπρόθεσμη πρόκληση για τη Gen Z και η αντιμετώπισή της θα πρέπει να αποτελεί κορυφαία προτεραιότητα για την κυβέρνηση».