Η δημοσκοπική εκκίνηση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης φέρνει χαμόγελα στη Λεωφόρο Αμαλίας.
Το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα δείχνει να έχει εδραιωθεί στη δεύτερη θέση, εκτοπίζοντας το ΠΑΣΟΚ, ενώ κάποιες πληροφορίες αναφέρουν ότι η ανοδική του τάση θα αποτυπωθεί και στις επόμενες μετρήσεις, με το ποσοστό του στην πρόθεση ψήφου να κινείται πέριξ του 17%.
Η δημοσκοπική ευφορία οδηγεί τον πρώην πρωθυπουργό και στο ανέβασμα του εκλογικού πήχη. Ο Αλέξης Τσίπρας θέτει ως στόχο την εκλογική νίκη στην πρώτη κάλπη, ίσως κάπως βιαστικά κατά την εκτίμηση πολιτικών αναλυτών.
«Ο μέσος Έλληνας πολίτης έχει κατανοήσει ποια είναι αυτή η πολιτική δύναμη που μπορεί να κερδίσει τον Μητσοτάκη, κι αυτό τελείωσε. Τώρα είναι η ώρα να δούμε όχι ποιος, αλλά πώς θα νικήσει τον Μητσοτάκη, στις πρώτες κάλπες, όχι στις δεύτερες», τόνισε από την εκδήλωση της ΕΛ.Α.Σ. στη Νίκαια.
Ο Αλέξης Τσίπρας παρουσιάζεται ως ο καταλληλότερος για να νικήσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη, επιχειρώντας να απαντήσει στο μόνιμο ερώτημα που αιωρείται πάνω από τον προοδευτικό χώρο μετά τη συντριβή του ΣΥΡΙΖΑ — του οποίου ήταν ο ίδιος πρόεδρος — το 2023.
Αρκεί, όμως, αυτό το αφήγημα προκειμένου η ΕΛ.Α.Σ. να ανατρέψει τους πολιτικούς συσχετισμούς και να στείλει τη Ν.Δ. στην αντιπολίτευση;
Πολιτικοί παρατηρητές διαπιστώνουν «δομικά ελλείμματα» στο σχέδιο της Λ. Αμαλίας, τα οποία ενδέχεται να εμποδίσουν την ΕΛ.Α.Σ. να δημιουργήσει ρεύμα νίκης απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Τα σημεία στα οποία εστιάζουν είναι τα εξής:
Το διακύβευμα κάθε εθνικής κάλπης είναι η κυβερνησιμότητα. Η ΕΛ.Α.Σ. δείχνει να βάζει πλώρη για την αυτοδυναμία, καθώς έχει αποκλείσει κατηγορηματικά οποιαδήποτε συνεργασία με άλλους πολιτικούς φορείς. Πόσο εφικτό είναι, εντούτοις, με βάση τα υφιστάμενα δημοσκοπικά δεδομένα, το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα να αγγίξει ποσοστά της τάξεως του 36% – 37%;
Υπενθυμίζεται πως οι απευθείας εισροές από τη Ν.Δ. προς την ΕΛ.Α.Σ. είναι περιορισμένες και ο πρώην πρωθυπουργός δεν πραγματοποιεί το απαιτούμενο γκελ στους ψηφοφόρους του πολιτικού κέντρου.
Ακόμη και αν, για λόγους προεκλογικής τακτικής, ο Αλέξης Τσίπρας — όπως θα ήταν εύλογο — δεν ανοίγει τα χαρτιά του ως προς τις πιθανές συνεργασίες, φαίνεται πως τέτοιες δυνάμεις δεν υπάρχουν καν στον ευρύτερο προοδευτικό ορίζοντα.
Με το ΠΑΣΟΚ έχει ανοίξει μέτωπο, φωτογραφίζοντάς το ως «συμπληρωματική δύναμη της Δεξιάς» σε μία από τις τελευταίες ομιλίες του, ίσως γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι η ηγεσία της Χαριλάου Τρικούπη δεν θα οδηγούσε σε διάσπαση το κόμμα και την εκλογική του βάση προκειμένου να ξανακυβερνήσει ο Αλέξης Τσίπρας.
Στην επόμενη Βουλή, επίσης, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν θα βρίσκονται οι πρώην σύντροφοί του (σ.σ. όσοι δεν θα τον ακολουθήσουν στην ΕΛ.ΑΣ.) στον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Αριστερά, είτε τα δύο κόμματα δώσουν τη μάχη των εκλογών αυτόνομα είτε προχωρήσουν σε συμπράξεις με άλλες κινήσεις. Η προοπτική, δε, το ΚΚΕ, το ΜέΡΑ25 ή η Πλεύση Ελευθερίας να συμπράξουν με τον Τσίπρα ανάγεται στη σφαίρα της ουτοπίας.
Προφανώς, όλα τα συμπεράσματα και οι σχετικές αναλύσεις είναι πρώιμα, καθώς ο δρόμος για τις εκλογές είναι μακρύς, αν όντως ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιθυμεί να εξαντλήσει την τετραετία.
Ήδη, πάντως, στη Ν.Δ. προσανατολίζονται να εστιάσουν στα παραπάνω σημεία, προκειμένου να ενισχύσουν τα διλήμματα «κυβερνησιμότητα ή ακυβερνησία» και «σταθερότητα ή αστάθεια».
Η Ν.Δ., άλλωστε, φέρεται να διαθέτει περισσότερες εφεδρείες στα δεξιά της για τη συγκρότηση κυβέρνησης, ανεξαρτήτως του αν θα παραμείνει ή όχι επικεφαλής ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Υπό αυτό το πρίσμα, δεν περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι γαλάζια στελέχη ανασύρουν από τα συρτάρια του 2023 (σ.σ. όταν ο ΣΥΡΙΖΑ είχε εγκλωβιστεί στο αφήγημα της απλής αναλογικής) το δίλημμα «αυτοδύναμη Νέα Δημοκρατία ή κυβέρνηση των ηττημένων».
Οι τελευταίες δηλώσεις, μάλιστα, του στενού συνεργάτη του Αλέξη Τσίπρα, Γιώργου Σιακαντάρη, περί αυτοδιάλυσης του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ, επειδή είναι «τοξικά κόμματα», πυροδοτούν νέες αντιδράσεις από τη Χαριλάου Τρικούπη και τους «μένουμε ΣΥΡΙΖΑ» προς τη Λεωφόρο Αμαλίας, δίνοντας μια συνολική εικόνα ανταγωνισμών και αντιπαραθέσεων στον προοδευτικό χώρο.
Επιπλέον, κάποιες από τις προτάσεις που παρουσίασε ο Αλέξης Τσίπρας εγείρουν επιφυλάξεις ή διαφωνίες ακόμη και σε πολιτικούς υποστηρικτές του.
Οι διαφωνίες του Λιάκου για δωρεάν εισιτήρια και εισαγωγή στα ΑΕΙ χωρίς εξετάσεις
Ο ακαδημαϊκός Αντώνης Λιάκος, που υπέγραψε την ιδρυτική διακήρυξη της ΕΛ.Α.Σ., πήρε αρχικά αποστάσεις από την εξαγγελία για την καθιέρωση δωρεάν μετακινήσεων στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς.
«Όποιοι χρησιμοποιούν τις δημόσιες συγκοινωνίες (λεωφορεία, τρόλεϊ, μετρό, ηλεκτρικό, προαστιακό) ξέρουν πολύ καλά, γνωρίζουν βιωματικά, πως το πρόβλημα δεν είναι καθόλου η τιμή του εισιτηρίου.
Είναι τα πολύ αραιά δρομολόγια, η σαρδελοποίηση των επιβατών — που στις ώρες αιχμής δεν μπορούν καν να επιβιβαστούν, κυρίως οι ασθενέστεροι — οι άθλιες και αναξιόπιστες συνθήκες μεταφοράς, το γεγονός ότι δεν μπορεί κανείς να πάρει ανάσα, οι καθυστερήσεις λόγω του μποτιλιαρίσματος στους δρόμους, παρά τους λεωφορειοδρόμους.
Τι να την κάνουν, επομένως, την εξαγγελία για δωρεάν εισιτήρια και δωρεάν μετακίνηση; Μόνο άνθρωποι που δεν ταξιδεύουν με τα δημόσια μέσα μεταφοράς, που ζουν ενδεχομένως στον Ψηλορείτη, θα μπορούσαν να εισηγηθούν παρόμοια εξαγγελία στον Αλέξη Τσίπρα», σημείωσε αρχικά.
Αναφορικά, δε, με τη δέσμευση περί απευθείας πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ο κ. Λιάκος έκανε λόγο για ένα «εξαιρετικά σύνθετο ζήτημα» και υπογράμμισε πως όποιος εισηγείται την κατάργηση του υφιστάμενου συστήματος πρέπει να ξεκαθαρίσει με ποιον τρόπο θα εισάγονται οι φοιτητές στις σχολές υψηλής ζήτησης.
Αναρωτιέται, μάλιστα, ποιος προχωρά σε τέτοιες ανακοινώσεις για θέματα «που τα γνωρίζουν και οι γάτες».
