Κατάπολα της Αμοργού. Το απόγευμα του περασμένου Σαββάτου πλήθος κόσμου σε κλίμα βαρύτατου πένθους και βαθιάς συγκίνησης συνέρρευσε στο λιμάνι για το τελευταίο αντίο στον άνθρωπο που συνέδεσε για δεκαετίες το όνομά του με τη συγκοινωνιακή ζεύξη των Μικρών Κυκλάδων. Ένα θαρραλέο παλικάρι της ναυτοσύνης που υπηρέτησε με αφοσίωση, φιλότιμο και ανθρωπιά τη ζωή των νησιωτών. Ο καπετάν Γιάννης Σκοπελίτης είχε σαλπάρει για το στερνό του ταξίδι στα πέλαγα της αιωνιότητας. Είχε παλέψει γενναία τον καρκίνο επί μια δεκαετία ώσπου έχασε τελικά τη σκληρή μάχη σε ηλικία μόλις 68 ετών.
Για τους κατοίκους της Αμοργού και των γειτονικών νησιών δεν έφυγε από τη ζωή ένας σπουδαίος καραβοκύρης. Χάθηκε ένα αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς τους. Ο συνεχιστής μιας υποδειγματικής ναυτικής παράδοσης της νησιωτικής αλληλεγγύης. Ενα σύμβολο επιμονής, προσφοράς και αυταπάρνησης.
Τουλάχιστον 500 κάτοικοι από τα γειτονικά νησάκια κατέφτασαν εσπευσμένα με το πλοίο της γραμμής για να αποτίσουν φόρο τιμής στον αείμνηστο καπετάνιο. Μαζί με τους συντοπίτες και τους οικείους του τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία στο νεκροταφείο των Τριών Ιεραρχών στον οικισμό Ξυλοκερατίδι, δίπλα στη θάλασσα. Τον τόπο ανάπαυσης που άρμοζε στην ψυχωμένη προσωπικότητά του, που θεωρούσε τη θάλασσα σπίτι του και τους επιβάτες οικογένειά του. Τον αποχαιρέτησαν με θρηνητικά μοιρολόγια και σιγομουρμουρίζοντας, υπό τους ήχους βιολιών και λαούτων, τον στίχο «Νύχτα και αστροφεγγιά, καπετάν Γιάννη, έχε γεια» από ένα τραγούδι που γράφτηκε για τον ίδιο.
Καθώς σουρούπωνε με τον ήλιο να βασιλεύει πίσω από την Κέρο, το «καραβάκι» του «Express Skopelitis» με μεσίστια σημαία στα ανοιχτά του λιμανιού έβγαζε από την μπουρού του έναν οξύ ήχο σαν σπαραχτικό κατευόδιο. Ταιριαστό στην απώλεια ενός ανθρώπου που έκανε ένα κομμάτι γεωγραφίας να μοιάζει με πεπρωμένο. Χωρίς μεγάλα λόγια, δίχως παράσημα, έκανε θεσμό την ένωση σε κοινότητα των διάσπαρτων και αποκλεισμένων γύρω νησιών.
Κλείσιμο
Αξέχαστος σε όλο το Αιγαίο θα μείνει για το έργο που επιτέλεσε ο καπετάν Γιάννης. Γνώρισε, όπως και ο πατέρας του, την πιο τρανή μορφή δόξας. Να μην τον θυμούνται για όσα είπε ή τραγούδησε, αλλά για το ότι έβαζε πλώρη και έφτανε πάντα εγκαίρως να βοηθήσει ακόμα κι όταν λυσσομανούσε η φουρτούνα και η αγριεμένη θάλασσα μπούκαρε ως τη γέφυρα. Την κληρονομιά αυτής της διαχρονικά έμπρακτης στήριξής του σε συνανθρώπους που είχαν ανάγκη και τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης του επωμίζεται πλέον ο γιος του Δημήτρης. Που πήρε το όνομα του ξακουστού παππού του και άντλησε τη θαλασσινή εμπειρία από την υπηρεσία του ως υποπλοίαρχος στα εμπορικά καράβια.
Μικρές Κυκλάδες 1970
Κοντά 60 χρόνια πριν. Στην αρχή της δεκαετίας του ’70, το τοπίο στις Μικρές Κυκλάδες δεν απεικονιζόταν σε φωτογραφίες και βίντεο στις οθόνες κινητών τηλεφώνων. Δεν αποτυπωνόταν σε αναπτυξιακά πρότζεκτ. Ζωγραφιζόταν νοερά σαν «αίνιγμα διαβασμένο από τη θάλασσα», από τον στίχο σε ένα από τα επτά λυρικά ποιήματα που τους αφιέρωσε ο Οδυσσέας Ελύτης. Η Δονούσα, η Σχοινούσα, η Ηρακλειά, τα Κουφονήσια, μικρές κουκκίδες στον χάρτη του Αιγαίου, στέκονταν εκείνα τα χρόνια σαν ξεχασμένες υποσημειώσεις σε πρωτόκολλο ακτοπλοϊκού δρομολογίου. Αγνές, ανέγγιχτες, ανεξερεύνητες, παραμελημένες, μοναχικές.
Παραδομένες στο άπλετο φως και το αφρισμένο κύμα, ανέμεναν να ανακαλυφθούν σαν μικροί επίγειοι παράδεισοι. Περίμεναν σιωπηλές, όπως οι πέτρες στις ξερολιθιές. Με τη στωικότητα του ντόπιου γερο-βαρκάρη που ήξερε τα ονόματα όλων των ανέμων, καθιστός στο μοναδικό καφενείο με τις τρεις καρέκλες, τη λάμπα φωτιστικού πετρελαίου και τις σκόρπιες εφημερίδες μια εβδομάδα παλιές.
Σε έναν αθώο, λιτό, φιλόξενο -με ανοιχτόκαρδους κατοίκους που φίλευαν τους ξένους επισκέπτες από το υστέρημά τους- αλλά απομονωμένο τόπο. Ζωντανό χάρη στην άυλη κληρονομιά, στις μνήμες και τις παραδόσεις του, αλλά στερημένο από κάθε επικοινωνία με τον υπόλοιπο κόσμο. Χωρίς τηλέφωνα και ηλεκτρικό, ούτε καν λιμάνι. Επίμονο, όμως, και ανθεκτικό στους ανέμους, στην αρμύρα και τον χρόνο, καρτερούσε σαν από άγιο τάμα την ανάδειξη που του άξιζε και του έπρεπε.
Ο πατέρας του Μήτσος δημιούργησε τη μικρή «δυναστεία» – Τα πλοία «Πανορμίτης», «Σκοπελίτης» και «Express Skopelitis» εξελίχθηκαν σε σύμβολα της άγονης γραμμής
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Ο παππούς Μήτσος και ο «Πανορμίτης»
Αλλά μέχρι να έρθει αυτή η στιγμή, υπήρξαν επί δεκαετίες άνθρωποι που καθημερινά με φουρτούνες και μποφόρια επιτελούσαν το λειτούργημα της προσφοράς της ανάσας επιβίωσης και διατήρησης των στιβαρών δεσμών του με την υπόλοιπη χώρα. Η οικογένεια του Γιάννη Σκοπελίτη ανήκει στους πρωτοπόρους παραδειγματικούς εργάτες της ναυτοσύνης και τους θαλασσοδαρμένους αλληλέγγυους ήρωες της άγονης γραμμής. Εστω κι αν δεν προσδοκούσαν να αποκτήσουν αγάλματα προς τιμήν τους.
Κάπου εκεί, γύρω στα πρώιμα χρόνια της μαζικής τουριστικής επέκτασης, καμιά δεκαριά όλοι κι όλοι τουρίστες αγνάντευαν το πέλαγος στο λιμάνι της Νάξου. Δυο-τρεις Γερμανοί φορτωμένοι με ασήκωτα σακίδια, ένα ζευγάρι Γάλλων με φθαρμένους ταξιδιωτικούς οδηγούς Michelin, μερικοί απροσδιόριστης εθνικότητας ανέμελοι χίπις με κιθάρες και κάποιοι Ελληνες φοιτητές με ξεχειλωμένα σλίπιν μπαγκ από το Γιουσουρούμ ετοιμάζονταν να πειραματιστούν με τον εναλλακτικό τουρισμό. Την ίδια περίοδο που τα ακτοπλοϊκά δρομολόγια για την Παροναξία είχαν την ωρολογιακή ακρίβεια του εντελώς φλου. Τότε ακόμη και τα βαπόρια που ταξίδευαν στη δημοφιλή Μύκονο αγκυροβολούσαν αρόδο και κατέβαζαν τους επιβάτες με λάντζες στον γιαλό.
Προορισμός της μικρής και ετερόκλητης ομήγυρης, το τουριστικά πρωτόγονο εκείνα τα φεγγάρια Πάνω Κουφονήσι. Τότε που ελάχιστοι είχαν πάρει χαμπάρι την ασύλληπτη εξωτική ομορφιά του. Και οι μέσα στην καλή χαρά τουρίστες δεν υποψιάζονταν ότι για μια απόσταση 20 μιλίων θα ταξίδευαν 5 ώρες. Μοναδικό μέσο μεταφοράς τους στο νησάκι ένα ταπεινό ξύλινο 14μετρο τρεχαντήρι, που λειτουργούσε περιστασιακά ως αλιευτικό γρι-γρι. Το όνομά του «Πανορμίτης», βαφτισμένο προς τιμήν του Αρχαγγέλου Μιχαήλ του Πανορμίτη, του προστάτη των ναυτικών στα Δωδεκάνησα. Το σκαρί μπήκε με μελτεμάκι, σκάρτα 6 μποφόρ, στον όρμο αργά, σαν να μην το έσπρωχνε μηχανή, αλλά η συνήθεια.
Από το 1956 εξυπηρετούσε το ταχυδρομείο στη γραμμή Νάξος – Δονούσα – Άνω Κουφονήσι – Ηρακλειά – Σχοινούσα – Αμοργός.
Από τότε κιόλας που η κρατική επιδότηση των άγονων ακτοπλοϊκών γραμμών δεν είχε θεσμοθετηθεί. Το καΐκι δεν ήταν γραφικότητα, ούτε ρομαντισμός σε εκείνους τους καιρούς. Ηταν υποδομή που επιτελούσε κοινωνικό έργο. Χειμώνα καλοκαίρι, ήταν ταχυδρομείο, παντοπωλείο, φαρμακείο και ασθενοφόρο. Ηταν ελπίδα, ανακούφιση, υπόσχεση και κυριολεκτικά σανίδα σωτηρίας.
Ακόμη και νύχτα επιβίβαζε κάποια εξαντλημένη άρρωστη γιαγιά ή ένα τραυματισμένο παιδί που χρειαζόταν περίθαλψη στο Νοσοκομείο της Νάξου. Αλλοτε μετέφερε επειγόντως μια έγκυο στο «Βαρδάκειο & Πρώιο» της Σύρου. Με μια ενδόμυχη προσευχή του καπετάνιου στον Αϊ-Νικόλα να τους επιστρέψει σώους στον τόπο τους. Δεν λογάριαζε απαγορευτικά απόπλου, τρικυμίες, παγωνιές, θύελλες στο βόρειο, απαιτητικό κομμάτι του Νοτιοανατολικού Αιγαίου που συνορεύει με το φουρτουνιασμένο από την τραμουντάνα Ικάριο. Δεμένος πολλές φορές με τριχιά στο πηδάλιο, ο ίδιος δάμαζε, χωρίς τα σύγχρονα συστήματα πλοήγησης, τα πελώρια κύματα. Τιθάσευε με επιδέξιους ελιγμούς τα άγρια μπουγάζια και την ξαφνική προβέντζα, κοινώς το μπουρίνι.
Ακούραστος και πιστός στο καθήκον, αφιλοκερδώς τα παλιά χρόνια, σταθερά κοντά στις ανάγκες των κατοίκων των αποκομμένων από συγκοινωνία νησιών. Δεν τον συνόδευε τυχαία ο στίχος «μες στ’ αφρισμένα κύματα περνά ο Πανορμίτης και καπετάνιος με καρδιά είναι ο Σκοπελίτης». Το τραγούδι το έγραψε ο Ναξιώτης λαϊκός τραγουδιστής και βιολιστής Μανώλης Φακίνος, πασίγνωστος ως Μπαρμπεράκης, ο οποίος συνδεόταν με την οικογένεια Σκοπελίτη με ισχυρούς δεσμούς φιλίας και εκτίμησης.
Παγοκολόνες, φάρμακα, γάλα
Ξαφνιαστήκαν τη μέρα εκείνου του μακρινού καλοκαιριού οι παραζαλισμένοι από το πολύωρο ταξίδι ελάχιστοι επιβάτες όταν έπιασαν το υποτυπώδες λιμανάκι. Είδαν σύσσωμους τους λιγοστούς κατοίκους του Κουφονησιού μαζεμένους με προσμονή στην αποβάθρα. Στον νου εκείνων των χαλαρών επισκεπτών -κάτι σαν εξωγήινοι για τους αυτόχθονες και μοναδικοί τουρίστες όλης της σεζόν- κυριαρχούσε το ελεύθερο κάμπινγκ στην απάτητη αμμουδιά στο Πορί ή στην άθικτη από ανθρώπινη παρέμβαση παραλία Χαροκόπου. Στο μυαλό των ντόπιων, όμως, δέσποζε η καθημερινή χρεία.
Περίμεναν με λαχτάρα το καΐκι να ξεφορτώσει από το στριμωγμένο αμπάρι παγοκολόνες τυλιγμένες με λινάτσα, σκεπασμένα με μουσαμά χαρτόκουτα με φάρμακα, τσουβάλια με πατάτες, τελάρα με φρούτα, δοχεία με γάλα σε σκόνη για τα μωρά, σακούλες με καφέ, φιάλες υγραερίου, τον σάκο της αλληλογραφίας. Είχαν την επίγνωση οι νησιώτες ότι δίχως τη συμβολή του μικρού αυτού σκάφους θα μπορούσε ο ξεκομμένος τόπος όπου γεννηθήκαν να καταντήσει καταδικασμένος στην αφάνεια σαν ερημική βραχονησίδα. Θα περίμεναν, άλλωστε, μέχρι να μπει η Ελλάδα στην ΕΟΚ και να έρθει η κυβέρνηση της Αλλαγής για να φτάσει το 1984 ρεύμα στο νησί.
Πώς να μην υποδεχτούν, τότε, με ενθουσιασμό, αγάπη και ευγνωμοσύνη τον τιμονιέρη του «Πανορμίτη». Τον καπετάν Μήτσο Σκοπελίτη, ένα θρυλικό θαλασσόλυκο, ζυμωμένο και ψημένο από μικρό παιδί στο θαλασσινό αλάτι. Στα 45 του πάνω κάτω, τότε, αποτελούσε μόνος του μια ολόκληρη ιστορία ναυτοσύνης. Ανήκε στη γενιά των εμπειρικών ναυτικών που δεν αποφοίτησαν από σχολές εμποροπλοιάρχων. Εμαθε τα μυστικά της θάλασσας με τη βιωματική τριβή του στο πέλαγος. Ψύχραιμος καπετάνιος, τη σεβόταν τη θάλασσα. Δεν συγχωρούσε στον εαυτό του αποκοτιές όσο τολμηρός κι αν ήταν.
Με την αξιόπιστη στάση και την ορθολογική συμπεριφορά του χάριζε εγγύηση σιγουριάς στους επιβάτες σε επίπονες πλεύσεις με αντίξοο καιρό και κατά την προσέγγιση των δυσπρόσιτων λιμανιών όταν γύριζε νοτιάς. Πάντα αφοσιωμένος στην εξυπηρέτηση των νησιωτών της άγονης γραμμής, δεν ανέβαλε ποτέ δρομολόγιο αφήνοντάς το για τη επόμενη μέρα όταν ίσως θα καλυτέρευε ο καιρός. Παρακαταθήκη ακεραιότητας και συνέπειας, που μεταβίβασε με την ευχή του στον γιο του Γιάννη. Ο οποίος την εφάρμοσε πιστά και κατά γράμμα.
Στα πλοία του Ωνάση
Με ρίζες στη Σύμη ο καπετάν Μήτσος, γεννημένος το 1926 στο Κουφονήσι, όπου βρέθηκε ο ψαράς και λαουτιέρης πατέρας του, είχε στα 8 του χρονιά ρόζους στις παλάμες από το κουπί της ψαρόβαρκας. Το πραγματικό του επίθετο ήταν Τερεζές, καθώς ο προπάππους του Νικόλαος Τερεζές γεννήθηκε στη Σκόπελο και αφότου εγκαταστάθηκε στη Σύμη το παρατσούκλι της καταγωγής του έγινε το επίσημο επώνυμο. Μόλις ολοκλήρωσε τη θητεία του στο Βασιλικό Ναυτικό και αφού παντρεύτηκε τη σύζυγό του Σοφία -εν ζωή σήμερα- στο κατοικημένο Πάνω Κουφονήσι, μπάρκαρε στα ποντοπόρα φορτηγά πλοία του Ωνάση.
Ο θρυλικός καπετάν Μήτσος στο λιμάνι της Νάξου τη δεκαετία του 1950
Με τις οικονομίες από τους μισθούς του στα καράβια αγόρασε το πρώτο του μικρό σκάφος με κυκλικά δίχτυα για νυχτερινό ψάρεμα. Εμελλε με το ίδιο ξύλινο σκαρί να γράψει ιστορία. Εγκαταστάθηκε στα Κατάπολα της Αμοργού και ξεκίνησε τα δρομολόγια που συνέδεαν τις Μικρές Κυκλάδες με Νάξο και Αμοργό. Το ημερολόγιο έγραφε 1958.
Η γέννηση του Γιάννη
Την ίδια χρονιά γεννήθηκε ο μοναχογιός του Γιάννης. Καταδεκτικός, έντιμος, καλόκαρδος και τρυφερός οικογενειάρχης, ο Δημήτρης Σκοπελίτης κρατούσε πάντα στην καμπίνα του «Πανορμίτη» το βιολί του. Με την πρώτη ευκαιρία το έπιανε στα χέρια στήνοντας αυτοσχέδια γλέντια στην κουβέρτα του σκαριού. Με μάτι κοφτερό, κουμάντο γερό, αυτί οξυήκοο και λαρύγγι καλλίφωνο, υπήρξε βιολιτζής και τραγουδιστής από τους λίγους στις Κυκλάδες. Από παιδάκι με κοντά παντελόνια έπαιζε σε νησιώτικα γλέντια. Θεωρούνταν αυτοδίδακτος, αν και στην εφηβεία του είχε μαθητεύσει για λίγο κοντά στον φημισμένο οργανοπαίκτη Σταματομανώλη από την Απείρανθο της Νάξου.
Οι δοξαριές του στον παραδοσιακό σκοπό της Αμοργιανής σούστας ήταν απαράμιλλες. Αξεπέραστα και τα ιδιόμορφα αλά τούρκα κουρδίσματα του βιολιού σε μερακλίδικους συρτούς και στα παλιά περίτεχνα καραβοκυραίικα ντουζένια. Μοναδικός και στις εμπνευσμένες καταπολιανές μαντινάδες, χάριζε με τα γλυκά του δάχτυλα δείγματα της μουσικής μαστοριάς του. Το αστείρευτο ταλέντο του διακρινόταν επί χρόνια παίζοντας μαζί με τις τοπικές ορχήστρες στο μεγάλο πανηγύρι στις 21 Νοεμβρίου στο Μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας.
Προκομμένος άνθρωπος, ο καπετάνιος αξιώθηκε να χτίσει και να δουλέψει αρκετά ακόμα ξύλινα καΐκια όπως τα «Νίκη», «Νικόλαος», «Χοζοβιώτισσα Ι και ΙΙ», «Βαρσαμίτης». Έζησε ως τα βαθιά γεράματα. Συνέχιζε όσο τον κρατούσαν τα πόδια του, παρά τα καρδιολογικά προβλήματα, ως αθεράπευτα ερωτευμένος με τη θάλασσα να πηγαίνει για ψάρεμα με το τρεχαντήρι του «Δημήτριος», να συχνάζει τα πρωινά στο καφενείο του Δρόσου στο λιμάνι και να παίζει αριστοτεχνικά βιολί για τη διασκέδαση της παρέας τραγουδώντας «Αμοργιανό μου πέραμα, να ’χεις καλό ξημέρωμα». Αποδήμησε τον Ιανουάριο του 2014 στα 88 του χρόνια σκορπίζοντας πάνδημη συγκίνηση σε ολόκληρη την τοπική κοινωνία.
«Μαριάννα» Vs «Μιαούλης»
Από τα τέλη του ’70 είχε νηολογήσει στην άγονη γραμμή το σιδερένιο αμιγώς επιβατηγό «Μαριάννα», που άρχισε συνεσταλμένα να φέρνει από τη Νάξο στα Κατάπολα και τον Αιγιαλό της Αμοργού τουρίστες. Οι οποίοι σχεδόν έκπληκτοι ανακάλυπταν ότι υπάρχουν και άλλα ελκυστικά Κυκλαδονήσια εκτός από τις φημισμένες Μύκονο και Σαντορίνη. Σε εκείνη τη χρονική φάση ο καπετάν Μήτσος παρέδιδε σταδιακά το τιμόνι στον γιο του Γιάννη, ο οποίος συνέχισε με προσήλωση το έργο που άρχισε ο πατέρας του.
Αξιος συνεχιστής του, αξιοποίησε τη συγκυρία του αυξανόμενου ρεύματος τουριστών. Ανοιξε δουλειές και έφερε εισόδημα στα φτωχικά και ξεχασμένα από την πολιτεία γύρω νησάκια. Ντόπιοι και ξένοι προτιμούσαν το εξυπηρετικό «Μαριάννα» για τις μετακινήσεις τους στη συγκεκριμένη περιοχή του Αιγαίου. Μόνο ανίδεοι ή μαζοχιστές σάλπαραν στον Πειραιά με το παρακμιακό και σκουριασμένο πλέον αγονοπλοίο «Μιαούλης», που ήταν δρομολογημένο στη γραμμή.
Οι επιβάτες του έτρωγαν με το κουτάλι εκείνα τα χρόνια την αφόρητη καπνίλα από την τσιμινιέρα και γίνονταν σχεδόν χαλκομανία στους φθαρμένους μπουλμέδες του κατά τις ατέλειωτες -έως και 32- ώρες της διαδρομής ως την Ηρακλειά, ας πούμε. Οι πιο ψαγμένοι, που δεν ήθελαν να υποδυθούν τον Μαγγελάνο στον περίπλου της Γης, έφταναν στη Νάξο και από εκεί επέβαιναν στο σκαρί του καπετάν Γιάννη είτε για απόδραση στην κυκλική διαδρομή των Μικρών Κυκλάδων είτε για διακοπές στην Αμοργό.
Στα μέσα του ’80, πατέρας και γιος Σκοπελίτης έφεραν ένα πιο γρήγορο και αξιόπλοο βαποράκι που το έλεγαν «Σποράδες» και το έριξαν στη γραμμή αντικαθιστώντας το προηγούμενο σκάφος. Χωρούσε τέσσερα-πέντε αυτοκίνητα, μερικές μοτοσικλέτες, καμιά κατοσταριά επιβάτες, κάμποσα εφόδια πρώτης ανάγκης, άντε και καμιά μεταφερόμενη αγελάδα στο κατάστρωμα από τη Νάξο στη Δονούσα. Το καινούριο σκαρί το αποκαλούσαν όλοι με το επώνυμο του ιδιοκτήτη ώσπου ο ίδιος το βάφτισε με το οικογενειακό επίθετο. Ήταν πια ο πολυτραγουδισμένος «Σκοπελίτης» που υμνήθηκε μέσα από νησιώτικα άσματα με στίχους όπως «Φουρτούνα έπιασε ο καιρός, το κύμα αγριεύει / όλα τα πλοία δέσανε, μα ένα ταξιδεύει. / Ο “Σκοπελίτης” είναι αυτός που κύμα δεν τον πιάνει / και έχει για καπετάνιο του πάντα εσένα, Γιάννη».
Λαούτο και τραγούδι
Η σκυτάλη στο πηδάλιο είχε πλέον περάσει από τον καπετάν Μήτσο στον καπετάν Γιάννη, ο οποίος κυβέρνησε τον «Σκοπελίτη» αδιάκοπα, ακούραστα και με περίσσια ναυτική δεινότητα στην άγονη γραμμή για 13 χρόνια. Συνεισέφερε μεταφέροντας επιβάτες τα καλοκαίρια κατά την ενίσχυση του τουρισμού τη δεκαετία του ’90 χωρίς ποτέ να παραλείψει να καλύψει με φροντίδα τις αμέτρητες μικρές και μεγάλες ανάγκες των συμπατριωτών του. Λεβεντάνθρωπος, πρόσχαρος, ντόμπρος, ο καπετάν Γιάννης υπήρξε μια ψυχωμένη και αγαπητή μορφή σε όλες τις Κυκλάδες. Με τα σγουρά μαύρα του μαλλιά και το καλοψαλλιδισμένο του μουστάκι να διαγράφεται σε μολυβένια ευθεία γραμμή στο επάνω χείλος, το κομπολόι στο χέρι και το τσιγάρο στο στόμα ήταν ένας σωστός αρχοντικός γλεντζές, εξέχων ανοιχτοχέρης και μεγάλος λάτρης της μουσικής.
Αξέχαστος σε όλο το Αιγαίο θα μείνει για το έργο που επιτέλεσε ο καπετάν Γιάννης
Έπαιζε λαούτο, έγραφε δικά του τραγούδια που τα ερμήνευε ανεπιτήδευτα με γνήσια λαϊκή φωνή και συναισθηματική εσωτερικότητα. Η μελωδική του εκφραστικότητα συναντούσε τον ρυθμό της νησιωτικής μουσικής παράδοσης. Ξεχώριζε με το τραγούδι του στα τοπικά γλέντια, καθώς και στο ετήσιο πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα στα Κατάπολα στις 27 Ιουλίου. Εκεί που η ορχήστρα μπορεί και να παίξει ίσαμε 100 φορές σε ένα βράδυ τη χορευτική ρούμπα «Λυγαριά», τον πιο αγαπημένο σκοπό της Αμοργού, ενώ η σύναξη ποτίζεται με ακατάπαυστα κεράσματα τοπικής ψημένης ρακής. Καλός οικογενειάρχης ο Γιάννης Σκοπελίτης μαζί με τη σύζυγό του Φωτούλα έφεραν στον κόσμο δύο παιδιά, τον Δημήτρη και την Κυριακή. Δημιουργικά ανήσυχος, έχρισε με παραδοσιακό τρόπο και διακόσμησε με γούστο τα στούντιο «Καστελόπετρα» με θέα στο λιμάνι των Καταπόλων και το μαγευτικό ηλιοβασίλεμα.
Χειμώνα καλοκαίρι
Ποτέ όμως δεν έγινε στεριανός. Δεν έδενε άλυτους κάβους στην ξηρά. Δεν ήταν πρόθυμος να διαχειρίζεται σχεδόν απρόσωπα μια ξενοδοχειακή επιχείρηση. Έγνοια, κίνητρο και μεράκι του ήταν πάντα η θάλασσα. Οταν το 1998 έκρινε ότι ο «Σκοπελίτης» έπρεπε να αντικατασταθεί για να καλυφθούν οι ανάγκες μεταφοράς περισσότερων επιβατών και οχημάτων, δεν δίστασε στιγμή. Αγόρασε από τη Μυτιλήνη το ναυπηγημένο το 1986 45μετρο κλειστού τύπου πλοίο «Ερεσός ΙΙ». Του έκανε εκτεταμένη μετασκευή προκειμένου να γίνει πιο ανταγωνιστικό, να χωράει 340 επιβάτες και 11 αυτοκίνητα. Και το έβαλε στην καθιερωμένη άγονη γραμμή να εκτελεί πεισματικά δρομολόγια, χειμώνα καλοκαίρι, μέχρι σήμερα.
Το νέο πλοίο με καπετάνιο τον Γιάννη Φωστιέρη εγκωμιάστηκε στο πρόσωπο του ιδιοκτήτη του από τους «Financial Times» και επαινέθηκε από τον Lloyd’s. Ξανάγινε δημοφιλές τραγούδι, ερμηνευμένο πάλι από τον αειθαλή Μανώλη Μπαρμπεράκη, με το δίστιχο: «Το βαπόρι στο λιμάνι / γεια σου Σκοπελίτη Γιάννη / το τρεχαντήρι σου γοργό / στολίδι μες στην Αμοργό». Επιβραβεύσεις, άσματα, αλλά στην ουσία ενέργεια και δράση πιστοποιούσαν τη γραμμή συνέχειας των οριζόντων ενός οικογενειακού ονόματος ανάμεσα στη θάλασσα και τον ουρανό. Επικύρωναν ότι οι λαϊκοί θρύλοι δεν στηρίζονται στις κολόνες πεντάστερων ξενοδοχείων. Θεμελιώνονται στις σχέσεις συμπαράστασης ανάμεσα σε ανθρώπους.
Οταν ο καπετάνιος με το καραβάκι του έρχεται το πρωί στο Κουφονήσι να πάρει έναν νησιώτη για το ραντεβού στην τράπεζα ή στην εφορία. Οταν μεταφέρει έναν φοιτητή από τη Σχοινούσα για να προλάβει το πλοίο της γραμμής και να δώσει εξετάσεις στη σχολή του. Οταν κουβαλά ένα κρίσιμο φάρμακο για την υγεία ενός παππού στη Δονούσα. Χρέος που πραγμάτωνε καθημερινά, υπεύθυνα, ευσυνείδητα, επιμελημένα και αγόγγυστα, επί δεκαετίες ο εκλιπών καπετάν Γιάννης Σκοπελίτης.
Φωτογραφίες: EUROKINISSI
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ
Αποδοχή
