Yπό ψυχολογική παρακολούθηση από ειδικό της Ελληνικής Αστυνομίας, βρισκόταν ο 51χρονος γυναικοκτόνος από τη Δράμα, ο οποίος είχε περάσει τα πρόσφατα ψυχομετρικά τεστ της αστυνομίας και είχε κριθεί κατάλληλος να φέρει οπλισμό.

Κατά την κατάθεσή του ο ψυχολόγος της αστυνομίας, ανέφερε ότι αν είχε εντοπίσει ενδείξεις επικινδυνότητας θα είχε ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές. Παράλληλα, υποστήριξε ότι ο δράστης δεν είχε εκδηλώσει αυτοκτονικό ιδεασμό, αυτοκαταστροφική συμπεριφορά ή πρόθεση να βλάψει άλλους ανθρώπους.

Οι κηδείες της 45χρονης και του 50χρονου θα πραγματοποιηθούν σήμερα στη Δράμα. Την ίδια στιγμή, ένας συγγενής της γυναίκας αποκάλυψε ότι λίγες ημέρες πριν, ο δράστης φέρεται να την είχε απειλήσει με όπλο.

Η ιατροδικαστική εξέταση έδειξε ότι η 45χρονη δέχθηκε επτά μαχαιριές, κυρίως στην περιοχή της πλάτης και των πλευρών. Ένα από τα τραύματα έπληξε την καρδιά της, ενώ τα υπόλοιπα προκάλεσαν σοβαρές βλάβες στους πνεύμονες και σε γειτονικούς ιστούς. Το μαχαίρι που χρησιμοποιήθηκε είχε λεπίδα μεγαλύτερη των δέκα εκατοστών.

Τα ευρήματα έδειξαν ότι προηγήθηκε πάλη ανάμεσα στο ζευγάρι πριν από την επίθεση. Όσον αφορά τον δράστη, οι ιατροδικαστές διαπίστωσαν τραύμα στον αριστερό κρόταφο. Κατά την έρευνα που ακολούθησε στην κατοικία τους, οι Αρχές εντόπισαν ηρεμιστικά, αντικαταθλιπτικά φάρμακα και σκευάσματα για την αντιμετώπιση κρίσεων πανικού.

Φίλη της 45χρονης ανέφερε ότι σε πρόσφατη επικοινωνία τους η γυναίκα της είχε εκμυστηρευτεί πως αισθανόταν ανακουφισμένη μετά την αποχώρηση του συζύγου της από το σπίτι, γεγονός που είχε συμβεί περίπου τρεις εβδομάδες νωρίτερα. Σύμφωνα με την ίδια, η 45χρονη επιθυμούσε εδώ και χρόνια να απομακρυνθεί από τη σχέση, καθώς δεν ένιωθε ευτυχισμένη, ούτε ήρεμη στο πλευρό του. Τον περιέγραψε ως έναν άνθρωπο που κοινωνικά έδινε πολύ καλή εικόνα, αλλά στο οικογενειακό περιβάλλον ήταν συναισθηματικά απόμακρος, τόσο απέναντι στη σύζυγό του, όσο και στα παιδιά τους.

Μια δεύτερη φίλη υποστήριξε ότι το ζευγάρι βρισκόταν ουσιαστικά σε διάσταση και ότι η 45χρονη είχε ζητήσει επανειλημμένα διαζύγιο. Όπως ανέφερε, ο άνδρας την απειλούσε συχνά ότι θα βάλει τέλος στη ζωή του, κάτι που προκαλούσε έντονη ανησυχία στη γυναίκα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, της έστελνε μηνύματα στα οποία ανέφερε ότι σκόπευε να αυτοκτονήσει, παραδίδοντάς της ακόμη και προσωπικούς κωδικούς και οικονομικά στοιχεία. Παράλληλα, φέρεται να ασκούσε ψυχολογική πίεση, να χρησιμοποιούσε προσβλητική γλώσσα και να επιχειρούσε να την χειραγωγήσει. Η φίλη της υποστήριξε ότι η 45χρονη είχε πειστεί σταδιακά πως ευθυνόταν η ίδια για τα προβλήματα της σχέσης, προσπαθώντας διαρκώς να διατηρήσει ενωμένη την οικογένειά της.

Μιλώντας στο Mega, η εκπρόσωπος της ΕΛ.ΑΣ., Κωνσταντία Δημογλίδου ανέφερε πως δεν υπήρχε καταγγελία και ότι το ζευγάρι δεν είχε απασχολήσει ποτέ τις Αρχές, ενώ το επιχείρημά της ότι «δεν μπορούσε να ξεπεράσει τον χωρισμό» είναι προβληματικό για τις αιτίες και την αντιμετώπιση των γυναικοκτονιών.

«Αυτό το ζευγάρι δεν είχε απασχολήσει ποτέ την αστυνομία και την υπηρεσία, ήταν απόλυτα λειτουργικοί στις υπηρεσίες τους, χωρίς να έχουν δημιουργήσει ποτέ ζήτημα. Δεν μας προκύπτει ένταση ή κακοποίηση, ενώ δεν υπήρχε καταγγελία. Αυτό που μας προκύπτει, είναι ότι το ζευγάρι είχε μπει ίσως σε μια διαδικασία να διακοπεί ο γάμος. Όμως, ο ένας δεν μπορούσε να δεχτεί, δεν μπορούσε να ξεπεράσει αυτόν τον χωρισμό. Γι’ αυτό και φαίνεται ότι ο άνδρας είχε ζητήσει ιδιωτικά βοήθεια από ειδικό», είπε.

Η εκπρόσωπος της ΕΛ.ΑΣ. επισήμανε πως «από το ανήλικο παιδί της οικογένειας έφτασαν οι συνάδελφοι και διαπίστωσαν ότι πρόκειται για τη συγκεκριμένη συνάδελφο. Κάλεσαν πολύ γρήγορα το ΕΚΑΒ. Oι γιατροί έκαναν ό,τι μπορούσαν για να κρατήσουν τη γυναίκα στη ζωή. Δυστυχώς, μετά από λίγη ώρα ενημερωθήκαμε ότι κατέληξε».

Η κ. Δημογλίδου σημείωσε πως θα εξεταστεί εάν λάμβανε φαρμακευτική αγωγή ο αστυνομικός ενώ επισήμανε πως «αυτό δεν σημαίνει πως μια δολοφονία συνοδεύεται πάντα από κάποια ψυχική νόσο».