Τρία χρόνια συμπληρώθηκαν από το πολύνεκρο ναυάγιο του αλιευτικού Adriana ανοιχτά της Πύλου στην ελληνική ζώνη έρευνας και διάσωσης, ενώ ακόμη δεν έχουν αποδοθεί ευθύνες. Συλλογικότητες και οργανώσεις κάλεσαν σε συγκεντρώσεις μνήμης και διαμαρτυρίας με κεντρικό σύνθημα «το έγκλημα της Πύλου δεν θα ξεχαστεί».
Τρία χρόνια μετά, η αναζήτηση της αλήθειας, της δικαιοσύνης και της λογοδοσίας παραμένει ανοιχτή. Οι δικαστικές διαδικασίες συνεχίζονται, ενώ οι συγγενείς των θυμάτων εξακολουθούν να ζητούν πλήρη διερεύνηση των συνθηκών που οδήγησαν σε ένα από τα πιο θανατηφόρα ναυάγια των τελευταίων δεκαετιών στη Μεσόγειο με περίπου 650 νεκρούς και αγνοούμενους/ες.
Η οργάνωση Υποστήριξη Προσφύγων στο Αιγαίο (RSA) δημοσιοποίησε ένα ανανεωμένο χρονολόγιο που καταγράφει τις σημαντικότερες εξελίξεις γύρω από την υπόθεση. Το χρονολόγιο συγκεντρώνει τα πορίσματα ανεξάρτητων ερευνών, τις παρεμβάσεις θεσμικών φορέων, τις μαρτυρίες επιζώντων και συγγενών των θυμάτων, καθώς και τις δικαστικές εξελίξεις που βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη.
Το χρονολόγιο εδώ
Τη νύχτα της 13ης προς 14η Ιουνίου 2023 το υπερφορτωμένο αλιευτικό Adriana, το οποίο μετέφερε εκατοντάδες ανθρώπους που είχαν αναχωρήσει από τη Λιβύη με προορισμό την Ευρώπη, ανατράπηκε περίπου 47 ναυτικά μίλια νοτιοδυτικά της Πύλου, εντός της ελληνικής περιοχής έρευνας και διάσωσης. Σύμφωνα με μαρτυρίες, στο σκάφος επέβαιναν περίπου 750 άνθρωποι.
Μετά την πρώτη δημόσια αναφορά για το πλοίο σε κίνδυνο ακολούθησαν 15 ώρες και 31 λεπτά χωρίς οι αρμόδιες ελληνικές αρχές να εκκινήσουν επιχείρηση διάσωσης.
Μόνο ενώ το Adriana είχε ήδη βυθιστεί, το Λιμενικό έδωσε εντολή για την «έναρξη ευρείας επιχείρησης έρευνας και διάσωσης».
Οι μαρτυρίες των επιζώντων αμφισβητούν την εκδοχή του Λιμενικού και καταγγέλλουν απόπειρα ρυμούλκησης του αλιευτικού, η οποία οδήγησε στην ανατροπή του Adriana. Το σκάφος του Λιμενικού δεν κατέγραψε το περιστατικό με τις κάμερές του, παρά τον σύγχρονο εξοπλισμό του και τις σχετικές συστάσεις για καταγραφή των επιχειρήσεών του.
Από το ναυάγιο διασώθηκαν 104 άτομα, προερχόμενα από τη Συρία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, την Αίγυπτο και την Παλαιστίνη, μεταξύ των οποίων και οκτώ ανήλικοι.
Οι ελληνικές αρχές ανέσυραν 82 σορούς, ενώ εκατοντάδες ακόμη άνθρωποι χάθηκαν στη θάλασσα. Εκτιμάται ότι περίπου 650 άτομα έχασαν τη ζωή τους ή αγνοούνται, γεγονός που κατατάσσει το ναυάγιο ανάμεσα στα πιο θανατηφόρα που έχουν καταγραφεί ποτέ στη Μεσόγειο.
Στις 21 Μαΐου 2024, όταν το Δικαστήριο Καλαμάτας έκρινε αθώους τους εννέα Αιγύπτιους επιζώντες που είχαν κατηγορηθεί ως υπεύθυνοι για το ναυάγιο, αποφασίζοντας παράλληλα ότι δεν είχε αρμοδιότητα να εξετάσει την υπόθεση.
Παράλληλα, σύμφωνα με το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες, έπειτα από επίμονες νομικές ενέργειες των συνηγόρων των θυμάτων και των επιζώντων, έχουν ασκηθεί ποινικές διώξεις σε βάρος 21 στελεχών του Λιμενικού Σώματος, μεταξύ των οποίων και δύο πρώην αρχηγοί του Σώματος, με σοβαρές κατηγορίες που σχετίζονται με τους χειρισμούς της επιχείρησης.
Μία νέα δικαστική κίνηση πραγματοποιήθηκε στις 29 Μαΐου 2026, όταν οι δικηγόροι που εκπροσωπούν επιζώντες και συγγενείς θυμάτων υπέβαλαν αίτημα στον ανακριτή του Ναυτοδικείου Πειραιά για τη διενέργεια πρόσθετων ανακριτικών ενεργειών. Στόχος είναι η αναζήτηση, διατήρηση και εξέταση όλων των διαθέσιμων ψηφιακών στοιχείων που αφορούν τόσο τους 21 κατηγορούμενους όσο και το Ενιαίο Κέντρο Συντονισμού Έρευνας και Διάσωσης (ΕΚΣΕΔ).
