Ο Τζέιμς Δαλαμάγκας, 27 χρόνια μετά το έγκλημα που του αποδίδεται από τις Αρχές της Αυστραλίας, ίσως να είχε πιστέψει ότι η ζωή με νέα ταυτότητα σε ένα χωριό του Αιγίου θα του εξασφάλιζε ισόβια ατιμωρησία. Πλέον, ο επί σχεδόν τρεις δεκαετίες καταζητούμενος επιχειρεί να μην εκδοθεί στην Αυστραλία, επικαλούμενος ότι είναι Ελληνας πολίτης και στην Ελλάδα το έγκλημα που διαπράχθηκε στο Μπέλμορ, νοτιοδυτικά του Σίδνεϊ, τον Απρίλιο του 1999, έχει παραγραφεί οριστικά.
Ο Δαλαμάγκας, όσο κι αν προσπάθησε για το αντίθετο, ήξερε ότι πάντα υπήρχε η πιθανότητα να εντοπιστεί και να βρεθεί αντιμέτωπος με τη Δικαιοσύνη. Οταν πέρασαν 25 χρόνια από το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται κατανόησε ότι η ελληνική νομοθεσία τον ευνοεί: τα κακουργήματα που επισύρουν ποινή ισόβιας κάθειρξης παραγράφονται έπειτα από 20 έτη σε περίπτωση που δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη και έπειτα από 25 σε περίπτωση που έχει ασκηθεί ποινική δίωξη. Οι προθεσμίες ξεκινούν από την ημέρα τέλεσης του αδικήματος. Και ναι μεν ισχύει ο νόμος της χώρας τέλεσης του αδικήματος και όχι εκείνος της χώρας όπου συνελήφθη ο καταζητούμενος-εκζητούμενος, αλλά ο Δαλαμάγκας είναι Ελληνας πολίτης. Συνεπώς, η έκδοσή του δεν είναι μονόδρομος και θα κριθεί από τα αρμόδια όργανα της Δικαιοσύνης.
Ο επί σχεδόν τρεις δεκαετίες καταζητούμενος Τζέιμς Δαλαμάγκας
Σε μια σειρά από εγκλήματα, όμως, που συντάραξαν την ελληνική κοινή γνώμη οι δράστες δεν θα λογοδοτήσουν ποτέ για όσα διέπραξαν γιατί απλά δεν εντοπίστηκαν ποτέ. Σε ορισμένα η παραγραφή έχει ήδη επέλθει, ενώ σε άλλα ο χρόνος μετρά αντίστροφα. Οι ελληνικές διωκτικές αρχές είχαν πάντα υψηλά ποσοστά εξιχνιάσεων ανθρωποκτονιών, που εκτοξεύτηκαν όταν στα μέσα της δεκαετίας του ’90 -με μικρή καθυστέρηση σε σχέση με τις ΗΠΑ και άλλες ευρωπαϊκές χώρες- η επιστήμη ήρθε να σταθεί αρωγός στους παραδοσιακούς αστυνομικούς που αξιοποιούσαν την παρατήρηση, την πληροφορία, τη «συνομιλία» με τον τόπο κάθε εγκλήματος. Ωστόσο, υπάρχουν υποθέσεις που στοίχειωσαν με την ένδειξη «ανεξιχνίαστη» και που πλέον κανένας δεν ερευνά. Αυτοί που εξακολουθούν να ζητούν απαντήσεις, όμως, είναι τυχόν επιζώντες συγγενείς που δεν έμαθαν τι συνέβη με τους ανθρώπους τους.
Στην ελληνική ιστορία του εγκλήματος ελάχιστοι έχουν καταγραφεί ως serial killers και οι περισσότεροι έχουν εντοπιστεί και οδηγηθεί στη Δικαιοσύνη. Ωστόσο, 38 χρόνια μετά την πρώτη καταγραφή της δράσης του ο διαβόητος «Δράκος της Θράκης» παραμένει άγνωστος και αν υποθέσει κανείς ότι βρίσκεται στη ζωή δεν θα λογοδοτήσει για τις επιθέσεις του που άφησαν πίσω τους εννέα ανθρώπους νεκρούς και έναν ακόμη βάναυσα κακοποιημένο, ο οποίος αν και επέζησε δεν κατάφερε ποτέ να ανασύρει από τη μνήμη του έστω μία πληροφορία που θα μπορούσε να ρίξει κάποιο φως στις έρευνες. Οπως δεν θα λογοδοτήσει ο δολοφόνος του Κώστα Ταχτσή ή εκείνος που έκοψε το νήμα της ζωής σε τρία μέλη της οικογένειας Ζουμπατλή, επιφανών μελών της Ομογένειας της Αυγύπτου, το 2005, στο Αίγιο.
Ο Δαγκλής και η «γυναίκα χωρίς ταυτότητα»
Στο παρελθόν, εγκλήματα έμειναν ανεξιχνίαστα όχι μόνο γιατί δεν εντοπίστηκε κίνητρο, αλλά και γιατί δεν ταυτοποιήθηκαν τα ίδια τα θύματα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση γυναίκας στον Κηφισό στα τέλη της δεκαετίας του ’80, που τα στοιχεία της δεν έγιναν ποτέ γνωστά, οπότε και η έρευνα για τη δολοφονία της έπεσε εξαρχής σε τοίχο.Το ίδιο ισχύει και για το πρώτο θύμα του κατά συρροή δολοφόνου ιερόδουλων, του Αντώνη Δαγκλή.
Ο Δαγκλής στην αγκαλιά της μητέρας του
Η ταυτότητα της γυναίκας που ο Δαγκλής σκότωσε, τεμάχισε και πέταξε τα κομμάτια της σε διάφορα σημεία σε όλη την Αθήνα δεν έγινε ποτέ γνωστή, αλλά η δολοφονία της είχε αποκαλυφθεί όταν κομμάτια από το σώμα της είχαν βρεθεί σε σακούλες κοντά στο Πολεμικό Μουσείο το 1992. Οταν, τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Δαγκλής συνελήφθη, ομολόγησε και τη δολοφονία της «γυναίκας χωρίς ταυτότητα».
Κανένα ίχνος από τον «Δράκο του Εβρου»
Η δράση του «Δράκου της Θράκης» ή «Δράκου του Εβρου» ξεκίνησε στις 30 Αυγούστου του 1988 και το τελευταίο του χτύπημα ήταν στις 26 Ιουλίου του 1990. Ο άγνωστος δράστης είχε συγκεκριμένη μεθοδολογία στον τρόπο που δρούσε. Επέλεγε τα θύματά του ενώ είχαν σταματήσει για οποιονδήποτε λόγο στους οδικούς άξονες της Θράκης, σε απόμερα σημεία ή σε χώρους που οδηγοί-ταξιδιώτες σταματούσαν για να ξεκουραστούν για λίγο και να συνεχίσουν τη διαδρομή τους. Τα θύματα δεν συνδέονταν μεταξύ τους με κανέναν τρόπο. Απλώς ήταν πάντα δύο, άνδρας και γυναίκα, στα αυτοκίνητα. Σε μία περίπτωση, μάλιστα, δεν επρόκειτο καν για ζευγάρι, παρά για έναν 52χρονο μετανάστη στη Σουηδία που ταξίδευε στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1989 με την 78 ετών μητέρα του. Ο δολοφόνος αιφνιδίαζε τα θύματά του, πυροβολούσε με περίστροφο ή καραμπίνα, χρησιμοποιούσε μαχαίρια για να βασανίσει, βίαζε τις γυναίκες και εντέλει έβαζε φωτιά και έκαιγε τα πάντα – θύματά του βρέθηκαν απανθρακωμένα μέσα στα αυτοκίνητά τους.
Δημοσίευμα της εποχής που ανέφερε ότι κάποιος είδε τον μανιακό δολοφόνο της Θράκης. Παρ’ όλα αυτά, δεν βρέθηκε ποτέ
Ολα είχαν ξεκινήσει στις 30 Αυγούστου του 1988. Πρώτα θύματα ήταν μια 23χρονη φοιτήτρια και ο 34χρονος φίλος της.
Η κοπέλα δολοφονήθηκε με περίστροφο και κακοποιήθηκε, ο σύντροφός της είχε βρεθεί σε άθλια κατάσταση, μεταφέρθηκε και νοσηλεύτηκε για μεγάλο διάστημα στην Εντατική και όταν συνήλθε διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί αμνησία από τον τρόμο και τα βασανιστήρια που τον είχε υποβάλει ο δολοφόνος.
Καμία λεπτομέρεια, τίποτα δεν μπόρεσε να ανακαλέσει στη μνήμη του που να φανεί χρήσιμο στην Αστυνομία. Εναν μήνα αργότερα, στις 28 Σεπτεμβρίου του 1988, ένα νεαρό ζευγάρι επέστρεφε οδικώς στην Αθήνα από την Τουρκία. Ο 35χρονος Ελληνας και η 27χρονη Αυστριακή φίλη του είχαν σταματήσει στο 15ο χιλιόμετρο του δρόμου Κομοτηνής – Ξάνθης, όταν εντοπίστηκαν από τον δολοφόνο, που αργότερα, του δόθηκε το προσωνύμιο «Ελληνας Zodiak» από τον Αμερικανό serial killer που η δράση του είχε κοινά στοιχεία και επίσης ποτέ δεν ταυτοποιήθηκε. Το ζευγάρι δολοφονήθηκε με καραμπίνα. «Επί σχεδόν ένα χρόνο δεν υπήρξε συνέχεια», ανασύρει από τη μνήμη της η δημοσιογράφος Μελαχροινή Μαρτίδου που μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας «Χρόνος της Κομοτηνής» κάλυπτε επί δεκαετίες τα γεγονότα στη Θράκη και ήταν από τους πρώτους που είχαν καλύψει και τα εγκλήματα του «Δράκου», τα οποία προκάλεσαν πρωτοφανή πανικό σε όλη την περιοχή για περισσότερο από τρία χρόνια. «Πολλά σενάρια είχαν υπάρξει τότε για το ποιος θα μπορούσε να ήταν ο δολοφόνος. Ξεκίνησε το 1988, χτύπησε ξανά το 1989, επανήλθε το καλοκαίρι του 1990 και η δράση του απλά σταμάτησε. Ενα από τα σενάρια τότε τον ήθελε να είναι Ελληνας, μετανάστης που ερχόταν στην Ελλάδα για κάποια διαστήματα, ήξερε καλά την περιοχή και δεν έδινε στόχο», θυμάται η Μελαχροινή Μαρτίδου. «Μπορεί να πέθανε, μπορεί να φοβήθηκε ότι θα πιανόταν, κανείς δεν ξέρει. Η περιοχή της Θράκης έχει πολλούς κυνηγούς, ένας άνθρωπος που κυκλοφορεί με καραμπίνα δεν προκαλεί υποψίες. Τα εγκλήματά του, φριχτά: βασάνιζε, βίαζε, σκότωνε, έκαιγε. Ολα έγιναν, δε, σε μια εποχή όπου δεν υπήρχε η δυνατότητα αξιοποίησης στοιχείων όπως DNA, ενδεχομένως σήμερα τα πράγματα να ήταν πολύ διαφορετικά γι’ αυτόν».
Μετά τον Ελληνα μετανάστη και τη μητέρα του που δολοφονήθηκαν στο 27ο χιλιόμετρο Αλεξανδρούπολης – Κήπων, τον Ιούλιο του 1989, ο δολοφόνος ξαναχτύπησε τον Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, μια μέρα μετά τις εθνικές εκλογές. Θύματα ένας 43χρονος αστυφύλακας και η 35χρονη σύζυγός του, που είχαν ταξιδέψει για να ψηφίσουν στο χωριό τους και βρέθηκαν νεκροί στο αυτοκίνητό τους κοντά στο αεροδρόμιο της Χρυσούπολης Καβάλας. «Ο φόβος είχε κυριεύσει τους πάντες», περιγράφει η κυρία Μαρτίδου. «Κανένας στην Κομοτηνή και την Αλεξανδρούπολη δεν έβγαινε έξω μετά τις 8 το βράδυ, το αίσθημα ασφάλειας των ταξιδιωτών που εύκολα σταματούσαν να ξεκουραστούν, ακόμη και να κοιμηθούν λίγες ώρες στο αυτοκίνητο, αντί να πάνε σε ξενοδοχείο, δεν υπήρχε. Εκείνη την εποχή δίνονταν συμβουλές για ασφάλεια ακόμη και στα σχολεία, στις εκκλησίες, στα κατηχητικά, ενώ πολιτιστικές εκδηλώσεις ματαιώνονταν αφού όλοι φοβόντουσαν να κυκλοφορούν τα βράδια. Ο τρόμος διακατείχε τους πάντες, ενώ είχαν αρχίσει και διάφορα σενάρια που στοχοποιούσαν ανθρώπους, οι οποίοι βεβαίως καμία απολύτως σχέση δεν είχαν με τα εγκλήματα». Το τελευταίο χτύπημα του «Δράκου» καταγράφηκε στις 26 Ιουλίου του 1990 και έγινε στο 25ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού Αλεξανδρούπολης – Κομοτηνής. Τα θύματά του, που βρέθηκαν απανθρακωμένα, ήταν ένα νεαρό ζευγάρι από την πρώην Γιουγκοσλαβία που ταξίδευε οδικώς στην Ελλάδα.
Ποιος στραγγάλισε τον Κώστα Ταχτσή;
Τρεις ημέρες πριν από το πρώτο έγκλημα του «Δράκου της Θράκης», στις 27 Αυγούστου του 1988, είχε αποκαλυφθεί η δολοφονία του συγγραφέα Κώστα Ταχτσή. Ο σπουδαίος λογοτέχνης είχε στραγγαλιστεί μέσα στο σπίτι του, στον Κολωνό, 36 ώρες πριν από τη στιγμή που η αδελφή του, ανήσυχη καθώς δεν μπορούσε να τον εντοπίσει, πήγε στο σπίτι του και τον βρήκε νεκρό. Η εικόνα που είχε αντικρίσει ήταν αποτρόπαιη. Τα πάντα στο σπίτι ήταν αναστατωμένα. Ντουλάπια ανοιχτά, τα πάντα πεταμένα και το θύμα πεσμένο γυμνό στην κρεβατοκάμαρα, με μια ξανθιά γυναικεία περούκα πλάι του και βαμμένα κόκκινα νύχια. Η Αστυνομία, αναζητώντας το κίνητρο, εκτίμησε ότι θα μπορούσε να ήταν η ληστεία. Ωστόσο, τα χρήματα του θύματος ήταν ανέγγιχτα, ενώ ο δράστης δεν πήρε πίνακες μεγάλης αξίας που υπήρχαν στο σπίτι – μπορεί κάλλιστα να μην μπορούσε να αντιληφθεί την αξία τους, ενώ το μόνο που διαπιστώθηκε ότι έλειπε ήταν ένα video player, συσκευή ιδιαίτερα δημοφιλής εκείνη την εποχή. Μια μαρτυρία γείτονα είχε αξιολογηθεί τότε ως ιδιαίτερα αξιόπιστη για τις τελευταίες ώρες πριν από τη δολοφονία του σπουδαίου λογοτέχνη και τις κινήσεις του. Σύμφωνα με αυτήν, είχε δει τον Ταχτσή ντυμένο με γυναικεία ρούχα να μπαίνει και να βγαίνει από το σπίτι του συνοδευόμενος διαδοχικά από τρεις διαφορετικούς νεαρούς. Η πληροφορία δεν οδήγησε παραπέρα την έρευνα.
Ο Κώστας Ταχτσής βρέθηκε στραγγαλισμένος μέσα στο σπίτι του, στον Κολωνό
Στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών συγκροτήθηκε τότε μια ομάδα ελίτ που έκανε εντατικές έρευνες για την εξιχνίαση της δολοφονίας. Εγιναν έρευνες σε στέκια όπου ο Κώστας Ταχτσής αναζητούσε περιστασιακούς ερωτικούς συντρόφους, αναζητήθηκαν πρόσωπα που είχαν έρθει σε επαφή μαζί του και όσο οι έρευνες δεν έφερναν αποτελέσματα τόσο τα σενάρια φούντωναν. Ενα από αυτά ήθελε το κίνητρο του φόνου να βρίσκεται στην πρόθεση του θύματος να αποκαλύψει μυστικά δημοσίων προσώπων. Αστυνομικοί που είχαν ασχοληθεί με την έρευνα τότε εκτιμούν ότι ο δράστης ήταν πιθανότατα κάποιος αλλοδαπός, όπως στην περίπτωση της δολοφονίας του ηθοποιού Νίκου Σεργιανόπουλου, τον Ιούνιο του 2008, δύο μήνες προτού παραγραφεί το έγκλημα με θύμα τον Κώστα Ταχτσή. Η επιστήμη είχε γίνει στο μεταξύ «όπλο» στα χέρια της Αστυνομίας και ένα αποτύπωμα είχε οδηγήσει στην ταυτοποίηση του δολοφόνου του ηθοποιού και στη συνέχεια στη σύλληψη και την ομολογία του. Ο δολοφόνος του Κώστα Ταχτσή, πάντως, δεν βρέθηκε ποτέ. Ακόμη όμως κι αν ο ίδιος αποφάσιζε να μιλήσει για το έγκλημά του, δεν θα υπήρχε τιμωρία, αφού έχει επέλθει παραγραφή. Παλαιός αξιωματικός με τεράστια εμπειρία στο Ανθρωποκτονιών, μιλώντας στο «ΘΕΜΑ», έφερε παράδειγμα υπόθεση δολοφονίας στο Αγρίνιο όπου ο δράστης είχε εντοπιστεί λίγο μετά την 20ετία από το έγκλημά του. Αθωώθηκε βέβαια λόγω παραγραφής, αλλά για την Αστυνομία ήταν σημαντικό ότι είχε εντοπιστεί έστω και αργά.
Η αρπαγή και εξαφάνιση του Γερασιμόπουλου
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα της Πέμπτης προς την Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου του 2008, μια μόλις ημέρα πριν ο Επαμεινώνδας Κορκονέας δολοφονήσει τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο και ξεσπάσουν πολυήμερες, πρωτοφανείς ταραχές σε όλη τη χώρα, μια ομάδα ληστών -για Γεωργιανούς είχε μιλήσει τότε η Αστυνομία- η οικογένεια του καρδιολόγου Επαμεινώνδα Γερασιμόπουλου έζησε τον τρόμο που τη συνοδεύει έκτοτε. Σχεδόν 18 χρόνια έπειτα από εκείνη τη νύχτα, η γυναίκα, τα παιδιά, τα αδέλφια του καρδιολόγου που εργαζόταν στο ΙΚΑ δεν έχουν ακόμη μάθει τι απέγινε ο άνθρωπός τους.
Ο εξαφανισμένος γιατρός Επαμεινώνδας Γερασιμόπουλος
Ολα ξεκίνησαν ως μια εισβολή σε σπίτι με σκοπό τη ληστεία, μια μέθοδος που βρισκόταν σε έξαρση εκείνη την περίοδο με δράστες μέλη συμμοριών, σκληρών κακοποιών που ακόμη και για ελάχιστα χρήματα κακοποιούσαν άγρια τα θύματά τους, φτάνοντας και στις δολοφονίες αν συναντούσαν την ελάχιστη αντίσταση. Ο 51χρονος γιατρός και η σύζυγός του είχαν χτίσει μια όμορφη μονοκατοικία στη Βάρη, σε οικόπεδο που είχε από την πατρική της οικογένεια η γυναίκα. Το σπίτι ξεχώριζε στην περιοχή. «Το σπίτι ήταν αυτό που τους τράβηξε. Πίστεψαν ότι είχαν να κάνουν με πλούσιους», έλεγε τότε αξιωματικός που μετείχε στις έρευνες και ήταν σε θέση να γνωρίζει την πραγματική οικονομική κατάσταση του καρδιολόγου: δεν ήταν ο πλούσιος μεγαλογιατρός, αλλά ένας άνθρωπος από πολύτεκνη οικογένεια που είχε καταφέρει με πολλές δυσκολίες να σπουδάσει και τα τέσσερα παιδιά της. Πολλοί ασθενείς του καρδιολόγου Γερασιμόπουλου είχαν καταθέσει μετά την τραγωδία τη μαρτυρία τους για τη χωρίς αμοιβή βοήθειά του στο ιατρείο του, στη γειτονιά του Παγκρατίου που είχε μεγαλώσει.
Το καμένο αυτοκίνητό του Επαμεινώνδα Γερασιμόπουλου
Οι δράστες, τέσσερις στον αριθμό, είχαν καταφέρει να μπουν στο σπίτι όταν άνοιξε την γκαραζόπορτα η σύζυγός του, που είχε επιστρέψει πρώτη στο σπίτι με τα παιδιά της. Οι στιγμές που έζησαν, εφιαλτικές. Τους έδεσαν, τους φίμωσαν, έψαξαν το σπίτι και στη συνέχεια περίμεναν την επιστροφή του γιατρού, πιστεύοντας ότι εκείνος θα τους έδινε όσα δεν έβρισκαν, αλλά στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν. Η λεία των κακοποιών ήταν εντέλει ευτελούς αξίας – μια τηλεόραση, ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι, ακόμη και ένα ταψί με γλυκό που είχε φτιάξει εκείνο το βράδυ η γυναίκα του γιατρού. Εφυγαν, όμως, αρπάζοντας τον ίδιο τον γιατρό και τα δύο αυτοκίνητα της οικογένειας που βρέθηκαν ώρες αργότερα καμμένα σε δύο διαφορετικές περιοχές. Κανένα σημάδι του γιατρού, όμως, δεν βρέθηκε ποτέ. Ακολούθησαν έρευνες σε κάθε πιθανό και απίθανο μέρος για τον εντοπισμό του, ερευνήθηκαν ένα προς ένα τα πηγάδια της ευρύτερης περιοχής, αλλά ο γιατρός δεν βρέθηκε ποτέ. Το μυστήριο παραμένει άλυτο.
Η τριπλή δολοφονία στον Λόγγο Αιγίου
Η τελευταία φορά που η υπόθεση της δολοφονίας τριών μελών της οικογένειας Ζουμπατλή ήρθε στο φως της δημοσιότητας ήταν τον Μάρτιο του 2022. Τότε είχαν περάσει πια σχεδόν 17 χρόνια από το βράδυ του Σαββάτου, 15 Οκτωβρίου του 2005. Ο τίτλος στα σχετικά ρεπορτάζ έλεγε ότι ο φάκελος της υπόθεσης άνοιγε και πάλι, ενώ στις έρευνες έμπαιναν και οι υπηρεσίες πληροφοριών. Τέσσερα χρόνια μετά, ο φάκελος έχει κλείσει αφού τον Οκτώβριο του 2025 συμπληρώθηκαν 20 χρόνια από την τέλεση του εγκλήματος και έχει παραγραφεί. Η δολοφονία του 66χρονου Μιχάλη Ζουμπατλή, της συζύγου του Καλλιόπης-Φανής, 59 ετών, και του 40χρονου γιου τους Νίκου Ζουμπατλή παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια στα αστυνομικά χρονικά της χώρας, με τα σενάρια που έχουν πλεχτεί γύρω από το καλοσχεδιασμένο, άριστα εκτελεσμένο και ανεξιχνίαστο τριπλό έγκλημα να εμπλέκουν ακόμη και μυστικές υπηρεσίες. Ολα είχαν γίνει εκείνο το βράδυ, στο εξοχικό της οικογένειας Ζουμπατλή μπροστά στα μάτια των δύο παιδιών του Νίκου Ζουμπατλή, ηλικίας 10 και 5 ετών, τότε. Ο δολοφόνος τραυμάτισε και τη σύζυγο του Νίκου Ζουμπατλή, η οποία στη συνέχεια δεν μπόρεσε να δώσει στην Αστυνομία παρά μια πολύ γενική περιγραφή για τον δολοφόνο: μαυροντυμένος, κουκουλοφόρος. Ο πατέρας, Μιχάλης Ζουμπατλής, Ελληνας από την κοινότητα της Αιγύπτου, είχε σημαντική οικονομική επιφάνεια, ως επιχειρηματίας και αντιπρόεδρος του Οικονομικού Επιμελητηρίου εκεί. Η οικογένεια καθόταν ανέμελη στο σπίτι, είχε βραδιάσει όταν ο δράστης εισέβαλε. Σαν να γνώριζε καλά τα κατατόπια, μπήκε στο σπίτι, έκοψε το ρεύμα από τον πίνακα και άρχισε να πυροβολεί ένα-ένα τα μέλη της οικογένειας. Δεν πήρε απολύτως τίποτα από το σπίτι, αποκλείοντας έτσι το κίνητρο της ληστείας και έφυγε χωρίς να αφήσει ίχνη. Από τους πρώτους που έφτασαν εκεί ήταν ένας αστυνομικός ο οποίος είχε επισκεφτεί φιλική του οικογένεια που έμενε σε σχετικά μικρή απόσταση. Ο αστυνομικός είχε βρει ζωντανό τον Μιχάλη Ζουμπατλή, ο οποίος όμως δεν πρόλαβε να πει κάτι που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για τον εντοπισμό του δολοφόνου.
Η Καλλιόπη Ζουμπατλή και ο γιος της Νίκος Ζουμπατλής βρέθηκαν νεκροί στο εξοχικό της οικογένειας στο Αίγιο
Οι έρευνες που ακολούθησαν ήταν εξαντλητικές. Ελέγχθηκε κάθε πτυχή τόσο στην επιχειρηματική δραστηριότητα των θυμάτων όσο και υποθέσεων της προσωπικής ζωής των μελών της οικογένειας και ανακρίθηκαν πρόσωπα που είχαν αντιπαράθεση μαζί τους. Δεν προέκυψε το παραμικρό για κανέναν.
Αστυνομικοί μιλούσαν αρκετό καιρό μετά το τριπλό έγκλημα για συμβόλαιο θανάτου και εκτιμούσαν ότι ο δράστης ήταν πληρωμένος δολοφόνος. Δεν είχαν, όμως, απάντηση για το κίνητρο αυτού του συμβολαίου, που θα μπορούσε, ενδεχομένως, να αποτελέσει και το κλειδί για την εξιχνίαση του εγκλήματος.
Ο μαρτυρικός θάνατος της Ελευθερίας Αγραφιώτου
Εχουν περάσει ήδη δέκα χρόνια από τη στιγμή που η σορός της 69χρονης Ελευθερίας Αγραφιώτου είχε εντοπιστεί στο τρίτο υπόγειο πάρκινγκ μεγάλου σούπερ μάρκετ στην περιοχή του Αμαρουσίου. Ηταν 13 Μαΐου του 2016 και είχαν συμπληρωθεί 22 ημέρες από την εξαφάνισή της. Οι συγγενείς της είχαν δηλώσει στις Αρχές ότι δεν μπορούσαν να την εντοπίσουν και η αναζήτησή της ήταν εντατική. Η γυναίκα ήταν εύπορη και η τελευταία φορά που την είχαν δει ζωντανή ήταν στις 21 Απριλίου του 2016, όταν είχε φύγει από το σπίτι της με το αυτοκίνητό της. Λίγες μέρες μετά τον εντοπισμό της σορού της, από τη μυρωδιά της σήψης που αναδυόταν στον χώρο του υπόγειου πάρκινγκ, βρέθηκε και το αυτοκίνητό της, σταθμευμένο στο δεύτερο υπόγειο.
Το πτώμα της Αγραφιώτου εντοπίστηκε στο υπόγειο πάρκινγκ ενός σούπερ μάρκετ στο Μαρούσι
Ο ιατροδικαστής διαπίστωσε ότι η γυναίκα είχε πολλαπλά τραύματα, ουσιαστικά είχε μαρτυρικό θάνατο. Δύο ήταν τα σενάρια που είχαν διατυπωθεί τότε για το κίνητρο του δολοφόνου. Το ένα ήταν αυτό της σεξουαλικής επίθεσης, που όμως δεν στάθηκε δυνατό να διαπιστωθεί αν είχε υπάρξει κακοποίηση λόγω της κατάστασης στην οποία είχε βρεθεί η σορός. Το δεύτερο ήθελε το κίνητρο να είναι οικονομικό λόγω του γεγονότος ότι το θύμα ήταν μια εύπορη γυναίκα. Η μέθοδος του «follow the money» στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν οδήγησε πουθενά. Η υπόθεση Αγραφιώτου είναι στα μισά του χρονικού περιθωρίου για τον εντοπισμό του δολοφόνου προτού ο φάκελος κλείσει οριστικά. Ο χρόνος μετρά αντίστροφα για αρκετές ακόμη υποθέσεις – τα θύματα της Marfin περιμένουν δικαίωση, ενώ ανεξιχνίαστη παραμένει η δολοφονία του δημοσιογράφου Γιώργου Καραϊβάζ μετά την απαλλαγή των προσώπων που είχαν οδηγηθεί στη Δικαιοσύνη.
Ο ρόλος της επιστήμης και το ελληνικό CSI
«Μου δώσατε πίσω τη ζωή του παιδιού μου». Η Πηνελόπη Μηνιάτη, επίτιμη διευθύντρια των Εγκληματολογικών Εργαστηρίων της Αστυνομίας, δικανική γενετίστρια και ουσιαστικά ο άνθρωπος που έστησε το εργαστήριο DNA της Ελληνικής Αστυνομίας στα τέλη του 1994, θυμάται τη μητέρα από νησί των Δωδεκανήσων της οποίας ο γιος είχε προφυλακιστεί με την κατηγορία του βιασμού, βάσει της καταγγελίας που είχε κάνει σε βάρος του μια Αγγλίδα τουρίστρια. Ο νεαρός αθωώθηκε, καθώς το βιολογικό υλικό στο εσώρουχο της γυναίκας αποδείχθηκε μέσω DNA ότι δεν ήταν του κατηγορούμενου, αλλά του συντρόφου της. Η τουρίστρια, αγνοώντας ότι και στην Ελλάδα είχαν αρχίσει να γίνονται γενετικές εξετάσεις για την απόδειξη εγκλημάτων, είχε καταγγείλει τον νεαρό με μοναδικό σκοπό να εισπράξει αποζημίωση από την ασφαλιστική της εταιρεία.
Η Πηνελόπη Μηνιάτη
Αυτή ήταν η πρώτη υπόθεση στα ελληνικά χρονικά που η επιστήμη απέδειξε αθωότητα. «Οσο σημαντικό είναι να ταυτοποιηθεί ένας δράστης, άλλο τόσο είναι να μην πάει ένας αθώος στη φυλακή», λέει η κυρία Μηνιάτη. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, αξιωματικοί του Τμήματος Ανθρωποκτονιών, ανάμεσά τους και ο μετέπειτα αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ. Βασίλης Τσιατούρας, είχαν πάει για μετεκπαίδευση στις ΗΠΑ και είχαν κατανοήσει ότι η επιστήμη άνοιγε νέους δρόμους, πέρα από την παραδοσιακή έρευνα. Οταν επέστρεψαν, επέμεναν πολύ προκειμένου και οι ελληνικές υπηρεσίες να αποκτήσουν αντίστοιχα εργαστήρια και δυνατότητες. Η Πηνελόπη Μηνιάτη ήταν η πρώτη που με σπουδές και μεταπτυχιακά στις ΗΠΑ και διδακτορικό στο Πανεπιστήμιο Κρήτης με αντικείμενο την Ανθρώπινη Γενετική, ανταποκρίθηκε στη σχετική προκήρυξη για πρόσληψη επιστημονικού προσωπικού στην Αστυνομία. Με ελάχιστη χρηματοδότηση στην αρχή που δεν επέτρεπε πολλά πράγματα, το εργαστήριο DNA στήθηκε και η απόσταση που το χώριζε από αντίστοιχα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη που είχαν ξεκινήσει μεταξύ 1985-86 καλύφθηκε. Μάλιστα, το 2019 η Ελληνίδα επικεφαλής του εργαστηρίου εξελέγη στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Εγκληματολογικών Ινστιτούτων. Θα μπορούσαν, όμως, στοιχεία από τόπους ανεξιχνίαστων εγκλημάτων να δείξουν σήμερα έναν δολοφόνο; Η κυρία Μηνιάτη, που μετά την αποστρατεία της από την Αστυνομία είναι πλέον πρόεδρος του τμήματος Διερευνητικής Εγκληματολογίας της Νομικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Κeele, στην Αθήνα, επισημαίνει ότι αυτό εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.
Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, περισσότεροι από 250 άνθρωποι που είχαν καταδικαστεί και εξέτιαν ποινές (βρίσκονταν ακόμη και στον προθάλαμο της εκτέλεσης με τη θανατική ποινή) αθωώθηκαν, αφού η επανεξέταση στοιχείων με τις σύγχρονες επιστημονικές μεθόδους απέδειξαν ότι δεν ήταν οι δράστες των εγκλημάτων για τα οποία είχαν καταδικαστεί και σε αρκετές περιπτώσεις διαπιστώθηκε και ποιοι ήταν οι πραγματικοί ένοχοι. «Εχει σημασία πώς γίνεται ο έλεγχος στον τόπο ενός εγκλήματος και πώς συντηρούνται τα δείγματα που συλλέγονται», λέει η κυρία Μηνιάτη, επισημαίνοντας ότι χρόνια πίσω αντικείμενα, όπως μια… τσίχλα στον τόπο εντός εγκλήματος, κανένας δεν είχε λόγο να τα μαζέψει. Τώρα, όμως, όλοι ξέρουν ότι μια τσίχλα έχει σάλιο, συνεπώς DNA. Στα ελληνικά αστυνομικά χρονικά, πάντως, μία από τις πρώτες υποθέσεις που οι κατηγορούμενοι δέθηκαν ήταν αυτή των διαβόητων «σατανιστών της Παλλήνης», με μια τρίχα σε κουβέρτα που διαπιστώθηκε ότι ανήκε σε βασικό κατηγορούμενο. Αντίστοιχα, η πρώτη υπόθεση στην οποία το θύμα ταυτοποιήθηκε με επιστημονικό τρόπο, βάσει του DNA, ήταν ο μάγειρας πολύ γνωστού εστιατορίου κινέζικης κουζίνας στο κέντρο της Αθήνας. Μέχρι τότε, η αναγνώριση γινόταν μόνο οπτικά. Ο Κινέζος μάγειρας ταυτοποιήθηκε επιστημονικά, το 1994, και αυτό άνοιξε τον δρόμο για τον εντοπισμό των δολοφόνων του, που ήταν η σύζυγός του και ο εραστής της.

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή