Μπορεί ο Ντόναλντ Τραμπ, για έκτη φορά μέσα στις τελευταίες 72 ώρες, να ανακοίνωσε πως υπάρχει απτή συμφωνία με την Τεχεράνη για το τέλος του πολέμου που ο ίδιος ξεκίνησε στις 28 του περασμένου Φεβρουαρίου αλλά αυτή την φορά η σιωπή από την πλευρά του Ιράν και οι διαρροές από το Πακιστάν δείχνουν πως έστω και «αργά» ο Πρόεδρος των ΗΠΑ τα κατάφερε…
Το κείμενο της συμφωνίας το μείζων σε τέτοιου τύπου διευθετήσεις δεν έχει γίνει γνωστό αλλά και πάλι μέσω διαρροών έχουν παρουσιαστεί κάποια από τα άμεσα βήματα αποκλιμάκωσης και για τις δύο πλευρές. Τα σημαντικότερα τηρουμένων των συνθηκών είναι το άμεσο άνοιγμα των στενών τόσο από ΗΠΑ όσο και από Ιράν και η θεσμοθέτηση πως αυτή η κίνηση γίνεται με καλή θέληση και από τις δύο πλευρές και χωρίς να αλλάξει κάτι στο status των Στενών. Η επιστροφή στο status ante είναι δεδομένα μία νίκη για τον Τραμπ και την Ουάσιγκτον και ένα βήμα πίσω για την Τεχεράνη που επέμενε πως η ίδια θα αποφασίσει και θα καθορίσει τους όρους της ναυσιπλοΐας από το σημείο στο μέλλον – αλλά καλό είναι να «κρατάμε μικρό καλάθι» όχι μόνο στην παρούσα κατάσταση αλλά και στα όσα ακολουθήσουν στο μέλλον. Άλλωστε είναι οι ίδιες οι ΗΠΑ που έδειξαν τον τρόπο στο Ιράν για να πιέσει αποτελεσματικά όπως αποδεικνύεται τον κόσμο ολόκληρο στις αρχές ακόμη της επιχείρησης των περασμένων μηνών.
Η συμφωνία λοιπόν – έστω και υπό μορφή Μνημονίου κατανόησης – είναι γεγονός και αυτό θα έπρεπε να θεωρείται από όλους όσους εμπλέκονται άμεσα και έμμεσα μία σημαντική αλλαγή στα όσα συμβαίνουν στην περιοχή εδώ και περισσότερες από 100 ημέρες. Τα πράγματα όμως δεν είναι καθόλου εύκολα στην Μέση Ανατολή η οποία ακόμη κι όταν όλα δείχνουν να κινούνται βάσει σχεδίου έχει τον τρόπο να ανατρέπει η ίδια τις ισορροπίες. Αυτή την φορά ο παράγοντας που δεν δείχνει την παραμικρή διάθεση «συμβιβασμού» δεν είναι ούτε μικρός – ούτε αμελητέος είναι το ίδιο το Ισραήλ.
«Κακή συμφωνία»
Η πιο βαριά λέξη στο Ισραήλ αυτές τις ημέρες δεν είναι «ειρήνη». Είναι «αποκλεισμός». Ο τίτλος της κυριακάτικης Yediot Aharonot, μιας από τις πιο δημοφιλείς εφημερίδες της χώρας, συμπύκνωσε το κλίμα σε δύο λέξεις: «Κακή συμφωνία». Δεν ήταν απλώς μια δημοσιογραφική υπερβολή. Ήταν η έκφραση μιας ευρύτερης ισραηλινής δυσφορίας απέναντι στην υπό διαμόρφωση συμφωνία κατάπαυσης του πυρός ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη.
Το παράδοξο είναι εμφανές. Το Ισραήλ πολέμησε δύο φορές με το Ιράν μέσα στον τελευταίο χρόνο. Η πιο πρόσφατη εκστρατεία ξεκίνησε στα τέλη Φεβρουαρίου, με τη συμμετοχή και των αμερικανικών δυνάμεων. Όμως τώρα, στο κρίσιμο σημείο της πιθανής αποκλιμάκωσης, η κυβέρνηση Νετανιάχου δεν βρίσκεται στο τραπέζι. Η συμφωνία συζητείται από την κυβέρνηση Τραμπ και το Ιράν. Το Ισραήλ, που είχε θέσει τον πήχη του πολέμου πολύ ψηλά, καλείται να ζήσει με ένα πλαίσιο το οποίο δεν διαμόρφωσε.
Αυτό είναι το πραγματικό ρήγμα. Όχι αν η συμφωνία είναι καλή ή κακή με όρους διπλωματικής διαχείρισης. Αλλά αν υπηρετεί τον πυρήνα της ισραηλινής στρατηγικής. Και εκεί, η απάντηση που δίνουν σχεδόν όλες οι πολιτικές τάσεις στο Ισραήλ είναι αρνητική.
Από την «υπαρξιακή απειλή» στη διαχείριση της κρίσης
Στην αρχή των πολέμων με το Ιράν, ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου είχε παρουσιάσει τον στόχο με τους πιο απόλυτους όρους. Μιλούσε για την ανάγκη να αφαιρεθούν οι «υπαρξιακές απειλές» κατά του Ισραήλ. Στην ισραηλινή ανάγνωση, αυτό σήμαινε τρία πράγματα: το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων και το δίκτυο των ιρανικών πληρεξουσίων στην περιοχή.
Σήμερα, οι πληροφορίες που διαρρέουν για το μνημόνιο κατανόησης ΗΠΑ – Ιράν δείχνουν κάτι πολύ διαφορετικό. Το Ιράν θα ξανανοίξει τα Στενά του Ορμούζ, τον θαλάσσιο διάδρομο από τον οποίο περνά κρίσιμο μέρος της παγκόσμιας ενεργειακής ροής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα άρουν τον αποκλεισμό στα ιρανικά λιμάνια. Η κατάπαυση του πυρός που είχε συμφωνηθεί τον Απρίλιο θα παραταθεί για 60 ημέρες. Στο διάστημα αυτό, Ουάσιγκτον και Τεχεράνη θα μπουν σε πιο λεπτομερείς διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα και την άρση των αμερικανικών κυρώσεων.
Για τον Λευκό Οίκο, αυτή είναι μια λογική προσωρινής σταθεροποίησης. Κλείνει το μέτωπο, επαναφέρει τη ναυσιπλοΐα, καθησυχάζει την αγορά ενέργειας και δίνει στον Τραμπ τη δυνατότητα να εμφανιστεί ως ο Πρόεδρος που σταμάτησε έναν πόλεμο πριν αυτός ξεφύγει. Για το Ισραήλ, όμως, η ίδια λογική μοιάζει με υποχώρηση. Διότι δεν απαντά σε αυτό που η Ιερουσαλήμ θεωρεί τον πραγματικό μηχανισμό της ιρανικής απειλής.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το τι περιλαμβάνει το υπό διαμόρφωση πλαίσιο. Είναι κυρίως τι δεν περιλαμβάνει.
Τα τρία κενά που φοβίζουν το Ισραήλ
Το πρώτο κενό αφορά το εμπλουτισμένο ουράνιο. Από τις πληροφορίες που έχουν κυκλοφορήσει, δεν προκύπτει σαφής μηχανισμός για το τι θα συμβεί με τα ιρανικά αποθέματα. Δεν υπάρχει εικόνα για άμεση απομάκρυνση, καταστροφή ή αυστηρή επιτήρηση. Η συμφωνία φαίνεται να μεταθέτει το πυρηνικό ζήτημα σε επόμενη φάση, στηριζόμενη σε διαπραγματεύσεις που θα γίνουν μέσα στο παράθυρο των 60 ημερών.
Για την Ουάσιγκτον, αυτό μπορεί να είναι τακτική. Για το Ισραήλ, είναι ρίσκο. Η ισραηλινή εμπειρία με το Ιράν στηρίζεται στην υπόθεση ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της Τεχεράνης. Κάθε ενδιάμεσο πλαίσιο που δεν παγώνει με σκληρό τρόπο τις δυνατότητες του ιρανικού προγράμματος θεωρείται στην Ιερουσαλήμ πιθανή παγίδα.
Το δεύτερο κενό αφορά τους βαλλιστικούς πυραύλους. Ο Γιάκομπ Νάγκελ, πρώην υπηρεσιακός σύμβουλος εθνικής ασφαλείας του Νετανιάχου, το είπε σχεδόν ωμά: ο Τραμπ, ό,τι κι αν συμβεί, θα ανακηρύξει νίκη. Το ερώτημα όμως είναι τι θα έχει μείνει εκτός. Και μέχρι στιγμής, το ιρανικό πυραυλικό πρόγραμμα φαίνεται να μην βρίσκεται στον πυρήνα των δημόσια γνωστών όρων.
Για το Ισραήλ, αυτό είναι κρίσιμο. Το πυρηνικό πρόγραμμα δεν αντιμετωπίζεται ποτέ απομονωμένα. Συνδέεται με τα μέσα μεταφοράς, με την εμβέλεια, με την ικανότητα κορεσμού της ισραηλινής αεράμυνας. Αν οι βαλλιστικοί πύραυλοι μείνουν έξω από τη διαπραγμάτευση, τότε η Τεχεράνη διατηρεί ένα από τα βασικά εργαλεία στρατηγικής πίεσης.
Το τρίτο κενό αφορά το δίκτυο των πληρεξουσίων: τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο, τους Χούθι στην Υεμένη, τη στήριξη προς τη Χαμάς στη Γάζα. Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο άμεσο ισραηλινό άγχος. Διότι η συμφωνία δεν φαίνεται να προβλέπει καθαρό μηχανισμό που να υποχρεώνει το Ιράν να κόψει τη χρηματοδότηση, τον εξοπλισμό ή την επιχειρησιακή καθοδήγηση αυτών των οργανώσεων.
Αντιθέτως, μπορεί να οδηγήσει στο πάγωμα της ισραηλινής εκστρατείας στον Λίβανο. Και αυτό, για το Ισραήλ, είναι σχεδόν κόκκινη γραμμή.
Ο Λίβανος ως κρυφό αγκάθι της συμφωνίας
Η σύγκρουση με τη Χεζμπολάχ δεν είναι για το Ισραήλ περιφερειακό ζήτημα. Είναι άμεση απειλή στα βόρεια σύνορά του. Η οργάνωση δεν βρίσκεται σε μακρινό θέατρο επιχειρήσεων. Βρίσκεται στον Λίβανο, με δυνατότητα πίεσης πάνω σε ισραηλινές πόλεις, στρατιωτικές εγκαταστάσεις και κρίσιμες υποδομές.
Το Ιράν, από την πλευρά του, έχει κάθε λόγο να συνδέσει μια ευρύτερη συμφωνία με το μέτωπο του Λιβάνου. Αν η Τεχεράνη εξασφαλίσει την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, την άρση του αμερικανικού αποκλεισμού και ταυτόχρονα την αναστολή των ισραηλινών επιχειρήσεων κατά της Χεζμπολάχ, τότε δεν θα έχει απλώς αποφύγει μια ήττα. Θα έχει κατοχυρώσει πολιτικά μέρος της περιφερειακής της επιρροής.
Αυτό ακριβώς φοβάται το Ισραήλ. Ότι ο Τραμπ, στην προσπάθειά του να κλείσει τον πόλεμο με το Ιράν, θα αποδεχθεί μια έμμεση σύνδεση ανάμεσα στην Τεχεράνη και τον Λίβανο. Μια σύνδεση που η Ιερουσαλήμ προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποτρέψει.
Το χτύπημα του Ισραήλ σε αυτό που χαρακτήρισε κέντρο διοίκησης της Χεζμπολάχ στα περίχωρα της Βηρυτού και η άμεση αντίδραση του Τραμπ έδειξαν το νέο όριο. Ο Αμερικανός Πρόεδρος κάλεσε σε αυτοσυγκράτηση και επέκρινε την ισραηλινή ενέργεια, λέγοντας ότι «δεν έπρεπε να είχε συμβεί». Η φράση αυτή, για την ισραηλινή πολιτική σκηνή, είχε μεγαλύτερο βάρος από μια τυπική διπλωματική παρατήρηση. Έδειχνε ότι η Ουάσιγκτον δεν θέλει άλλη ανάφλεξη. Ακόμη κι αν αυτή αφορά τη Χεζμπολάχ.
Ο Νετανιάχου ανάμεσα στον Τραμπ και την εσωτερική πίεση
Ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου βρίσκεται μπροστά σε μια εξαιρετικά δύσκολη εξίσωση. Από τη μία πλευρά, δεν θέλει να συγκρουστεί δημόσια με τον Τραμπ. Η σχέση του με τον Αμερικανό Πρόεδρο αποτελεί βασικό κομμάτι του πολιτικού του αφηγήματος. Την έχει παρουσιάσει επί χρόνια ως απόδειξη ότι μόνο ο ίδιος μπορεί να εξασφαλίσει για το Ισραήλ την πλήρη στήριξη της Ουάσιγκτον.
Από την άλλη πλευρά, αν φανεί ότι αποδέχεται μια συμφωνία που παρακάμπτει τα ισραηλινά αιτήματα, θα δεχθεί πίεση από παντού: από τη δεξιά του, από τους εταίρους του στον κυβερνητικό συνασπισμό, από τους πρώην συμμάχους του και από την αντιπολίτευση.
Ο Αβίγκντορ Λίμπερμαν, άλλοτε σύμμαχος και σήμερα σκληρός επικριτής του, χαρακτήρισε την πιθανή συμφωνία «καταστροφή από την οπτική του Ισραήλ». Ο Γιαΐρ Λαπίντ, ηγέτης της κεντρώας αντιπολίτευσης, είπε ότι ελπίζει οι πληροφορίες να μην είναι αληθινές. Αν είναι, πρόσθεσε, πρόκειται για μία από τις πιο σοκαριστικές αποτυχίες της ισραηλινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφαλείας.
Αυτές οι αντιδράσεις δείχνουν ότι το ζήτημα δεν είναι κομματικό. Διαπερνά το πολιτικό σύστημα. Ακόμη και όσοι διαφωνούν μεταξύ τους για τον Νετανιάχου, συμφωνούν σε ένα σημείο: το Ισραήλ δεν μπορεί να εμφανιστεί ως θεατής σε μια συμφωνία που αφορά το Ιράν, το πυρηνικό του πρόγραμμα, τη Χεζμπολάχ και την περιφερειακή ασφάλεια.
Η δήλωση του Νετανιάχου την Παρασκευή ήταν χαρακτηριστική της αμηχανίας του. Επέμεινε ότι όσο είναι πρωθυπουργός, το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα, και πρόσθεσε ότι ο ίδιος και ο Τραμπ βρίσκονται σε πλήρη συμφωνία σε αυτό το ζήτημα. Δεν είπε, όμως, τίποτα για τους βαλλιστικούς πυραύλους. Δεν είπε τίποτα για τη Χεζμπολάχ. Δεν είπε τίποτα για το δίκτυο των ιρανικών πληρεξουσίων.
Η σιωπή αυτή «διαβάστηκε» στο Ισραήλ ως ένδειξη περιορισμένων περιθωρίων.
Η ιρανική ανάγνωση: όχι εμπιστοσύνη, αλλά δοκιμή ισχύος
Από την πλευρά της Τεχεράνης, η συμφωνία δεν παρουσιάζεται ως προσέγγιση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα αντοχής. Η ιρανική κρατική τηλεόραση υιοθέτησε θριαμβευτικό τόνο, λέγοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «αναγκάστηκαν να αποδεχθούν το τέλος του πολέμου». Την ίδια στιγμή, Ιρανοί αξιωματούχοι επιμένουν ότι το μνημόνιο κατανόησης δεν σημαίνει εμπιστοσύνη προς τον εχθρό, αλλά συντάχθηκε ακριβώς μέσα σε περιβάλλον βαθιάς καχυποψίας.
Αυτή η διπλή γραμμή εξυπηρετεί την Τεχεράνη. Προς τα έξω, αφήνει ανοιχτό το παράθυρο της συμφωνίας. Προς τα μέσα, δεν εμφανίζεται να υποχωρεί. Αντίθετα, παρουσιάζει την αποκλιμάκωση ως απόδειξη ότι άντεξε την πίεση και ανάγκασε την Ουάσιγκτον να αναγνωρίσει μια νέα ισορροπία.
Το σημαντικότερο για το Ιράν είναι ότι η συμφωνία, όπως τουλάχιστον περιγράφεται, δεν το υποχρεώνει σε άμεση στρατηγική αποδόμηση. Δεν ακυρώνει τον ρόλο του στον Λίβανο. Δεν κόβει καθαρά τη σύνδεση με τις οργανώσεις που στηρίζει. Δεν φαίνεται να αγγίζει με αποφασιστικό τρόπο τους βαλλιστικούς πυραύλους. Και, εφόσον ανοίξει ο δρόμος για σταδιακή άρση κυρώσεων ή επιστροφή οικονομικών ροών, προσφέρει στην ιρανική ηγεσία κάτι που έχει απόλυτη ανάγκη: χρόνο και χρήμα.
Ο Τραμπ θέλει το τέλος του πολέμου – το Ισραήλ φοβάται την επόμενη ημέρα
Ο Τραμπ κινείται με διαφορετική λογική από το Ισραήλ. Για τον Λευκό Οίκο, το πρώτο ζητούμενο είναι να σταματήσει η πολεμική κλιμάκωση, να ανοίξει ξανά ο Ορμούζ, να αποφευχθεί ενεργειακό σοκ και να παρουσιαστεί μια συμφωνία ως αμερικανική επιτυχία. Η λεπτομέρεια μπορεί να μετατεθεί για αργότερα. Η εικόνα της νίκης προηγείται.
Για το Ισραήλ, όμως, η επόμενη ημέρα μετρά περισσότερο από την ανακοίνωση. Αν μετά τις 60 ημέρες το Ιράν έχει κρατήσει το πυρηνικό του απόθεμα, έχει προστατεύσει το πυραυλικό του πρόγραμμα, έχει διατηρήσει τις σχέσεις του με τη Χεζμπολάχ και έχει εξασφαλίσει οικονομική ανάσα, τότε η κατάπαυση του πυρός δεν θα μοιάζει με λύση. Θα μοιάζει με ανασύνταξη της Τεχεράνης.
Εδώ βρίσκεται και η πραγματική σύγκρουση συμφερόντων. Η Ουάσιγκτον θέλει να κλείσει έναν πόλεμο που απειλεί την παγκόσμια οικονομία και φθείρει την αμερικανική προεδρία. Το Ισραήλ θέλει να μη μετατραπεί η αποκλιμάκωση σε στρατηγική ασπίδα για το Ιράν. Ο Τραμπ βλέπει ένα παράθυρο σταθερότητας. Η Ιερουσαλήμ βλέπει μια πιθανή συμφωνία που αφήνει άθικτη την αρχιτεκτονική της απειλής.
Γι’ αυτό και ο τίτλος «Κακή συμφωνία» δεν είναι απλώς μια κραυγή δυσαρέσκειας. Είναι η συμπύκνωση ενός φόβου: ότι ο πόλεμος που άνοιξε με στόχο να μειώσει την ιρανική απειλή μπορεί να κλείσει με τρόπο που θα την παγώσει, θα την ανασυστήσει και τελικά θα την αφήσει να επιστρέψει με καλύτερους όρους.
Για τον Τραμπ, η συμφωνία μπορεί να είναι το τέλος μιας κρίσης. Για το Ισραήλ, μπορεί να είναι η αρχή μιας πολύ πιο δύσκολης επόμενης ημέρας.

Όλες οι πολιτικές πλευρές στο Ισραήλ ανησυχούν ότι η συμφωνία των ΗΠΑ με το Ιράν είναι εις βάρος των συμφερόντων του Τελ Αβίβ  – Πώς αλλάζουν οι συσχετισμοί στη Μέση Ανατολή

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή