Επ’ ευκαιρία του Μουντιάλ 2026, ο δημοσιογράφος των βρετανικών «Times» Τζέιμς Γκίρμπραντ επέλεξε να γράψει ένα άρθρο-ποταμό, συνθέτοντας αλυσιδωτά 48 διηγήσεις από 48 ποδοσφαιριστές διαφορετικών εθνικοτήτων, όσες είναι οι εθνικές ομάδες που μετέχουν στη φετινή διοργάνωση. Ενα μαραθώνιο ανάγνωσμα, εξ αφορμής ενός μαραθώνιου Μουντιάλ και, μεταξύ άλλων, ο Γκίρμπαρντ αποτάθηκε στον Βραζιλιάνο Αρτούρ Αντούνες Κοΐμπρα, γνωστότερο με το ψευδώνυμο που αποθεωνόταν επί χρόνια στα γήπεδα όλου του κόσμου ως Ζίκο.
Οπως γράφει ο Γκίρμπαρντ, «βρέθηκα στο Σάο Πάολο για την πρεμιέρα ενός ντοκιμαντέρ αφιερωμένο στην καριέρα του και, στο περιθώριο της εκδήλωσης, ρώτησα: “Κύριε Ζίκο, ποια είναι η πιο αγαπημένη ανάμνησή σας από τα τρία Παγκόσμια Κύπελλα στα οποία λάβατε μέρος;”. Ο Ζίκο έως εκείνη τη στιγμή ήταν σε πολύ καλή διάθεση, μόλις όμως του μετέφρασαν την ερώτησή μου, το χαμόγελο σβήστηκε από το πρόσωπό του. “Αγαπημένη;”, μου απάντησε με το ύφος κάποιου που μόλις του ζήτησαν να κατονομάσει την αγαπημένη του συμφορά. Τέλος πάντων, ο Ζίκο κατέστησε απολύτως σαφές ότι δεν πρόκειται να ξεχάσει ποτέ, όπως και δεν πρόκειται να συγχωρήσει ποτέ, τον Ουαλό διαιτητή Κλάιβ Τόμας, τον άνθρωπο ο οποίος δεν κατακύρωσε το γκολ εναντίον της Σουηδίας στο Μουντιάλ του 1978».
Δεν το ξεπέρασε
Στα 73 του χρόνια σήμερα, ο «Λευκός Πελέ» ακόμη δεν έχει ξεπεράσει ένα σοκ που υπέστη πριν από σχεδόν 50 χρόνια. Οπως και σύσσωμη η Βραζιλία, όπως ίσως και οποιοσδήποτε αγαπά τη Βραζιλία για τη Σελεσάο της και την ποδοσφαιρική φαντασμαγορία που προσέφερε προτού εκσυγχρονιστεί, «σοβαρευτεί» κ.λπ. Ο λαός του Ζίκο, έξω φρενών με αυτή την κατάφωρη αδικία εις βάρος της λατρεμένης ομάδας τους, βυθίστηκε στη μελαγχολία, η οποία θα μεταμορφωνόταν σε κανονικό πένθος όταν κατά την εξέλιξη της διοργάνωσης και υπό εξαιρετικά αμφιλεγόμενες συνθήκες, με υπόνοιες για στημένα ματς με δάκτυλο του δικτάτορα της Αργεντινής Χόρχε Ραφαέλ Βιντέλα κ.λπ., η Βραζιλία δεν θα έφτανε ποτέ στον τελικό του Μουντιάλ 1978. Στο κείμενό του στους «Times», ο Γκίρμπαρντ υπογραμμίζει κάτι πολύ σημαντικό για την ιστορία και την κληρονομιά του Μουντιάλ: ότι ο Ζίκο μαζί με τον Γιόχαν Κρόιφ δεν πανηγύρισαν ποτέ το Παγκόσμιο Κύπελλο.
Ο Ζίκο σε φάση από τον αγώνα με τη Σουηδία στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978
Κλήθηκε σε απολογία
Κάτι που τελικά κατάφερε ο Ρονάλντο, το περίφημο «Φαινόμενο» ή κατά κόσμον Ρονάλντο Λουίς Ναζάριο ντε Λίμα, ο οποίος όμως προηγουμένως βρέθηκε κατηγορούμενος σε μια υπόθεση που άγγιζε την παράνοια. Ο λόγος για την κλήση ενός ποδοσφαιριστή σε απολογία ενώπιον επιτροπής της εθνοσυνέλευσης της πατρίδας του προκειμένου να δώσει εξηγήσεις για την αποτυχία της εθνικής ομάδας σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου. Κι όμως, αυτό ακριβώς συνέβη στη Βραζιλία ύστερα από την ήττα της στον τελικό του Μουντιάλ 1998 στο Παρίσι από τη διοργανώτρια Γαλλία με σκορ 3-0 και δις εκτελεσθείσα από κεφαλιά του Ζινεντίν Ζιντάν. Ο Ρονάλντο σε εκείνο τον αγώνα ήταν σχεδόν ανύπαρκτος στον αγωνιστικό χώρο -ένα φαινόμενο από την ανάποδη, παρότι τότε ήταν μόλις 22 ετών, πολλαπλώς βραβευμένος, μια επιθετική ιδιοφυΐα, που έμοιαζε ανίκανος να σταματήσει να σκοράρει. Αρα, δεν μπορεί, κάτι ύποπτο και βρόμικο θα πρέπει να έχει συμβεί για να σέρνεται ο Ρονάλντο, ενώ μέχρι τον τελικό ήταν ασταμάτητος και μάγευε -τουλάχιστον αυτό συμπέρανε ο αριστερός βουλευτής Αλντο Ρεμπέλο, ο οποίος εξαπέλυσε δημοσίως βαριές κατηγορίες περί διαφθοράς εναντίον της Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου της Βραζιλίας (CBF) και κατά παντός συνεργού στον διασυρμό της εθνικής ομάδας.
Ο Μπεμπέτο παρηγορεί τον Ρονάλντο μετά την ήττα από τη Γαλλία του Ζιντάν το 1998
Κλείσιμο
Με τον ντόρο που σήκωσε ο Ρεμπέλο, η Εθνοσυνέλευση διέταξε τη σύσταση ειδικής επιτροπής, στην οποία ανατέθηκε η διαλεύκανση της υπόθεσης. Εξ ου και κλήθηκαν να απολογηθούν, ανάμεσα σε περίπου 125 άτομα συνολικά, ο προπονητής της Εθνικής Μάριο Ζαγκάλο, ο πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδίας και κατόπιν της FIFA Ζοάο Χάβελανζ, ο παίκτης Εντμούντο και, φυσικά, ο σούπερ σταρ της ομάδας, ο Ρονάλντο.
Οπως ήταν φυσικό, πέραν της μαζοχιστικής ανακύκλωσης του τραυματικού γεγονότος, η διερεύνηση του υποτιθέμενου σκανδάλου δεν κατέληξε πουθενά. Ο Αλντο Ρεμπέλο σχολίασε σαρκαστικά ότι «η Disney δεν πούλησε ποτέ τον Μίκυ Μάους, ενώ η Βραζιλιάνικη Ομοσπονδία πούλησε την εθνική μας ομάδα στη Nike. Θα έπρεπε να έχει πουλήσει θέαμα, όχι ένα προϊόν». Από την πλευρά του, δεν προέβαλλε εντελώς παράλογα επιχειρήματα, κάτι που ίσχυε επίσης για την επιμονή του να αποκαλυφθούν όλες οι λεπτομέρειες της συμφωνίας-μαμούθ που είχε συνάψει πριν από το Μουντιάλ η Nike με τη CBF. Διότι η μία εκδοχή για την εξήγηση του τι συνέβη στον τελικό των Παρισίων, στις 12 Ιουλίου του 1998, οδηγούσε στη θεωρία συνωμοσίας: ότι δηλαδή παίκτες και παράγοντες είχαν χρηματιστεί προκειμένου να χαρίσουν τη νίκη στη Γαλλία.
Με κάποιον τρόπο, όλα περιστρέφονταν γύρω από τον Ρονάλντο. Εξάλλου, η περιβόητη συμφωνία με τη Nike τον αφορούσε σε πολύ μεγάλο βαθμό. Και ήταν όντως τεράστια, η μεγαλύτερη χορηγική επένδυση σε εθνική ομοσπονδία που είχε γίνει οπουδήποτε στον κόσμο έως το 1996, όταν και υπεγράφη. Αντί 160 εκατ. δολαρίων, η Nike απέκτησε το προνόμιο να προμηθεύει με προϊόντα της την Εθνική Βραζιλίας και, ως εκ τούτου, τον Ρονάλντο.
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της εξέτασης των μαρτύρων στην έδρα της κυβέρνησης, την Μπραζίλια, ο Εντμούντο, όπως και αργότερα σε συνεντεύξεις του ο Ρομπέρτο Κάρλος αναπαρέστησαν ένα κανονικό θρίλερ σε σχέση με την κατάσταση του Ρονάλντο. Είχε επιληπτική κρίση, κρίση πανικού ή νευρική κατάρρευση; Η ακριβής διάγνωση δεν ανακοινώθηκε -ή δεν υπήρξε καν- ποτέ. Μόνο τα συμπτώματα αποκαλύφθηκαν.

Αγνωστες διηγήσεις με πρωταγωνιστές μερικά από τα πιο λαμπερά αστέρια του παγκόσμιου ποδοσφαίρου – Η οργή του Ζίκο για τον διαιτητή στο Μουντιάλ του 1978, ο… κατηγορούμενος Ρονάλντο και ο sex maniac Ρομάριο
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη

Πτώση και εκδίκηση
Ο καλύτερος παίκτης του κόσμου είχε φριχτούς σπασμούς, το στόμα του άφριζε και αν ο Εντμούντο δεν προλάβαινε να βάλει το χέρι του στο στόμα του, εκείνος θα είχε καταπιεί ή θα είχε κόψει τη γλώσσα του. Κι αυτά συνέβαιναν λίγες μόνο ώρες πριν από την έναρξη του μεγάλου τελικού. Μετά το γεύμα της ομάδας, οι παίκτες επέστρεψαν στο ξενοδοχείο. Εκεί ο Ρονάλντο, σύμφωνα με τη διήγηση του συγκατοίκου του στο ίδιο δωμάτιο Ρομπέρτο Κάρλος, άρχισε να κλαίει, εμφανώς ανήμπορος να συγκρατήσει τον εαυτό του. Ο Ρομπέρτο Κάρλος προσπάθησε να τον παρηγορήσει, πιστεύοντας ότι η τρομακτική πίεση που ασκούνταν πάνω του, κυριολεκτικά από όλο τον κόσμο, τον είχε καταβάλει. Αλλά τα πράγματα μόνο χειροτέρευαν. Ο Ρονάλντο μεταφέρθηκε εσπευσμένα, αλλά υπό πλήρη μυστικότητα, στο νοσοκομείο. Και ενόσω οι γιατροί είχαν πέσει πάνω στον ποδοσφαιριστή, ο προπονητής αφαίρεσε το όνομά του από τη σύνθεση της ομάδας του για τον τελικό. Για να το προσθέσει ξανά, όλως μυστηριωδώς, λίγη ώρα πριν από τη σέντρα, κάτι που πυροδότησε τα μετέπειτα συνωμοσιολογικά σενάρια. Είτε περί κάποιας ασθένειας την οποία επιμελώς απέκρυπτε ο Ρονάλντο, είτε για ασφυκτική πίεση του προέδρου της CBF στον Ζαγκάλο να συμπεριλάβει πάση θυσία τον Ρονάλντο στην 11άδα ακόμη και εάν με το ζόρι στεκόταν στα πόδια του (ώστε να μη δυσαρεστηθεί η Nike), είτε κάτι ακόμη πιο σκοτεινό και ποταπό.
Οπως και να ’χει, μετά από περιπέτειες με τραυματισμούς, ένα κύμα αρνητικής κριτικής και ισοπεδωτικής αμφισβήτησης, ο Ρονάλντο βρήκε τη δύναμη να ανακάμψει και να αποστομώσει τους επικριτές του: το Μουντιάλ του 2002, με τον θρίαμβο της Βραζιλίας και μολονότι δίπλα του ήταν οι μάγοι Ριβάλντο και Ροναλντίνιο, ήταν το σόλο ρεσιτάλ που χρωστούσε ο Ρονάλντο – κυρίως στον εαυτό του. Μετά τον τελικό του φετινού Μουντιάλ, στις 19 Ιουλίου στο Νιου Τζέρσεϊ, δεν θα ξέρουμε μόνο τη νέα πρωταθλήτρια κόσμου, δεν θα μάθουμε μόνο αν, π.χ., οι νέοι κανονισμοί, οι νέες επαναφορτιζόμενες μπάλες, οι νέοι σταρ ενδεχομένως, θα έχουν πετύχει στην αποστολή τους. Θα έχουμε στη διάθεσή μας και τον ακριβή απολογισμό ως προς το συνολικό πλήθος των παικτών που έχουν συμμετάσχει σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου από το 1930 έως το 2026. Σίγουρα, πάντως, θα πλησιάζουν τους 7.000. Κάποιοι από αυτούς θα πλησιάσουν και ενδεχομένως να καταρρίψουν το ρεκόρ συμμετοχής των 720 λεπτών, το οποίο μοιράζονται, ανάμεσα σε άλλους, ο Βέλγος Γιαν Κέλεμανς και ο συμπατριώτης του Ζαν-Μαρί Πφαφ, ένας τερματοφύλακας δηλαδή, όπως και ο Βρετανός Πίτερ Σίλτον. Και μοιραία, κάποιοι άλλοι, για λόγους τακτικής ή απλώς επειδή δεν τους μέλλεται να προλάβουν προτού η ομάδα τους αποκλειστεί, θα έχουν ταξιδέψει σε ένα ακόμη Μουντιάλ χωρίς να αγωνιστούν έστω και για ένα λεπτό.
Αποχή από το σεξ
Τουλάχιστον για όσους θα αναγκαστούν να αποχωρήσουν νωρίς από την τριάδα των χωρών που φιλοξενούν τους αγώνες (ΗΠΑ, Καναδάς, Μεξικό) και, πιθανότατα, δεν θα απαλλαγούν από τη δοκιμασία της παρατεταμένης αποχής από το σεξ, μια παράμετρος η οποία συζητείται παγίως υπό μορφή παραφιλολογίας σε κάθε μεγάλη αθλητική διοργάνωση και κατεξοχήν στο Μουντιάλ. Ανδρες νέοι, με τις ορμές τους στο ζενίθ, τις οποίες οι προπονητές επιχειρούν, μετερχόμενοι διάφορες μεθόδους, να αναστοχεύσουν προς μεγιστοποίηση της ποδοσφαιρικής απόδοσης επί του χλοοτάπητος.
Το σεξ, λοιπόν, σε περιβάλλον Μουντιάλ αποτελεί ένα κεφάλαιο από μόνο του – αλλά και δύο αντιδιαμετρικές προσεγγίσεις: την πλήρη αποχή και την ελευθερία στο δικαίωμα, την πρωταρχική ανάγκη κ.λπ. του συνευρίσκεσθαι ερωτικώς και σαρκικώς.
Ο Ρομάριο και ο Ντούνγκα με το βαρύτιμο τρόπαιο το 1994
Εμβληματικός θιασώτης της πρώτης φιλοσοφίας υπήρξε ο Σάφετ Σούσιτς, πρώην αστέρας της Γιουγκοσλαβίας ως παίκτης και προπονητής της Εθνικής Βοσνίας-Ερζεγοβίνης στο Μουντιάλ του 2014, εν όψει του οποίου είχε δηλώσει: «Για τη δική μας ομάδα δεν πρόκειται να υπάρξει σεξ. Οι παίκτες ας βρουν άλλη λύση, ας αυνανίζονται εάν το επιθυμούν. Εμένα δεν με νοιάζει τι κάνουν άλλοι προπονητές. Εδώ δεν ήρθαμε για διακοπές. Ηρθαμε για να παίξουμε μπάλα στο Παγκόσμιο Κύπελλο». Στον αντίποδα, ο θρυλικός Ρομάριο, ένας από τους καλύτερους Βραζιλιάνους σέντερ φορ όλων των εποχών, είχε -και ουδέποτε αποπειράθηκε να αποκρύψει ή να εγκαταλείψει- τη φήμη του sex maniac. Μάλιστα, κάποτε συμβούλευσε έναν νεότερο παίκτη να κάνει όσο το δυνατόν περισσότερο σεξ πριν από τα ματς προκειμένου την κρίσιμη ώρα του αγώνα να είναι απολύτως συγκεντρωμένος στο έργο του.
Ωστόσο, ανάμεσα στα δύο άκρα μπορεί κανείς να συναντήσει κάθε είδους παραλλαγή των παραινέσεων για την ορθή διαχείριση της λίμπιντο σε περιβάλλον Μουντιάλ, όπως, π.χ., οι συστάσεις για την αποφυγή «ακροβατικών» ή των ολονυκτιών στο κρεβάτι.
Ερωτική σχέση
Αν όμως το ζητούμενο είναι το μέτρο, μια και η επιστήμη ισχυρίζεται ότι η σεξουαλική επαφή μάλλον βοηθά ψυχοσωματικά τον αθλητή παρά τον εξαντλεί, ενίοτε τα όρια παραβιάζονται – αν και όχι απαραιτήτως στη διάρκεια της ερωτικής ένωσης καθαυτής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η ολέθρια τριγωνική σχέση που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα στον Μισέλ Πλατινί, τον συμπαίκτη του στη Σεντ Ετιέν και την Εθνική Γαλλίας Ζαν-Φρανσουά Λαριός και τη σύζυγο του πρώτου, Κριστέλ Πλατινί, σε ρόλο πέτρας του σκανδάλου.
Ο Πλατινί με τη σύζυγό του Κριστέλ
Καθώς ετοιμάζονταν για το Μουντιάλ του 1982 στην Ισπανία, ο Πλατινί, ως παντοδύναμος σταρ και αρχηγός των Μπλε, απαίτησε από τον προπονητή Μισέλ Ινταλγκό να μη συμπεριλάβει στην αποστολή τον εραστή της γυναίκας του.
Ο Πλατινί είχε απαυδήσει πια από την παράλληλη ερωτική σχέση της Κριστέλ με τον Λαριός, την οποία ο ίδιος γνώριζε ήδη από το 1980, αλλά αναγκαζόταν να ανέχεται προς αποφυγήν του σκανδάλου. Παρ’ όλα αυτά, ο εκβιασμός στον Ινταλγκό δεν πέρασε και ο Λαριός ταξίδεψε στην Ισπανία – αν και χρησιμοποιήθηκε σε λίγα ματς.
O εραστής της Κριστέλ και συμπαίκτης του Μισέλ Πλατινί στην Εθνική Γαλλίας, Ζαν-Φρανσουά Λαριός
Τελικά ο Πλατινί μπορεί να μην οδήγησε την ομάδα του στην κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου, τουλάχιστον όμως κέρδισε πίσω την Κριστέλ, που αποκήρυξε τον φλογερό έρωτά της για τον Λαριός και επέστρεψε μεταμελημένη στη συζυγική της εστία.

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή