Το 1918 ήταν μία επεισοδιακή χρονιά για τη Ρωσία. Από τον Νοέμβριο του 1917 μαινόταν ο εμφύλιος πόλεμος στη χώρα μεταξύ του Κόκκινου Στρατού, που υποστήριζε τους Μπολσεβίκους και του Λευκού Στρατού, που ήταν ένα πλήθος από ετερόκλητους μαχητές. Παράλληλα, υπήρχαν και διάφοροι άλλοι που μάχονται είτε εναντίον των Μπολσεβίκων είτε εναντίον των Λευκών. Με τη Συνθήκη του Μπρεστ- Λιτόφσκ η Ρωσία αποσύρθηκε από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το καλοκαίρι του 1918 χαρακτηρίστηκε από ένα σφοδρό ξέσπασμα βίας των Μπολσεβίκων. Η οικογένεια Ρομανόφ, η τελευταία τσαρική δυναστεία εκτελέστηκε, έγιναν απόπειρες δολοφονίας εναντίον του Λένιν μία από τις οποίες, αυτή της 30ης Αυγούστου του 1918 παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή και ακολούθησε ο «Κόκκινος Τρόμος», με μαζικές δολοφονίες από Μπολσεβίκους, με χιλιάδες θύματα.
Η εκτέλεση των Ρομανόφ
Το τσαρικό ζεύγος και τα πέντε παιδιά του είχαν τεθεί σε κατ’ οίκον περιορισμό στην Οικία Ιπάτιεφ, στο Εκατερίνμπουργκ, στα Ουράλια Όρη, το φυσικό σύνορο μεταξύ Ευρώπης και Ασίας. Εκεί εξορίστηκαν, υπό αυστηρή φρούρηση Μπολσεβίκων, με την προοπτική να δικαστούν στη Μόσχα, από δικαστήριο με πρόεδρο τον Τρότσκι.
Η τσαρική οικογένεια Ρομανόφ
Η «Οικία Ιπάτιεφ» όπου κατοικούσε ως τότε ένας πρώην μηχανικός των σιδηροδρόμων είχε μετατραπεί σε «Οικία Ειδικού Σκοπού». Αν και είχε τοποθετηθεί γύρω της ένας ψηλός ξύλινος φράχτης που εμπόδιζε οποιαδήποτε θέα από τα παράθυρα, το κάθε μέλος της τσαρικής οικογένειας είχε το δικό του δωμάτιο. Το καλοκαίρι του 1918 ξέσπασε στην πόλη επιδημία τύφου, με πολλά θύματα. Παράλληλα, από τα τέλη Μαΐου είχαν φτάσει στο Εκατερίνμπουργκ ναύτες του στόλου της Κροστάνδης που εκτέλεσαν 45 ντόπιους, Ορθόδοξους κληρικούς. Επίσης, είχαν «κακοποιήσει και βιάσει γυναίκες, εκτελέσει μεγαλοαστούς και (είχαν) εισβάλει στο τοπικό αποστακτήριο, κλέβοντας μεγάλες ποσότητες βότκας που, αργότερα, μοίρασαν στον όχλο». Ο πρώην τσάρος, Νικόλαος Β’ αγνοούσε ότι ο Μέγας Δούκας Μιχαήλ, νεότερος αδερφός του, που θεωρητικά, θα αναλάμβανε την εξουσία μετά την παραίτηση του ίδιου, είχε απαχθεί στις 12 Ιουνίου, από τις φυλακές του Περμ και είχε εκτελεστεί, δια τυφεκισμού στο κοντινό δάσος. Η σορός του Μιχαήλ αποτεφρώθηκε σε κάποιον κλίβανο της περιοχής, ενώ η Cheka, η Μυστική Αστυνομία των Μπολσεβίκων είχε φροντίσει να διαδοθεί ότι ο Μιχαήλ φυγαδεύτηκε από «Λευκούς». Οι Τσέχοι, που είχαν εξεγερθεί κατά των Μπολσεβίκων έφτασαν στα τέλη Ιουνίου 1918 στα περίχωρα του Εκατερίνμπουργκ. Προφανώς, κάτι γνώριζε ο Νικόλαος Β’, όταν έγραφε στο ημερολόγιό του (29/06/1918), ότι έχει λάβει δύο επιστολές που αναφέρουν ότι σύντομα θα διασωθούν από «έμπιστα άτομα». Η βοήθεια όμως άργησε…
Η τελευταία καταγραφή του πρώην τσάρου στο ημερολόγιό του έγινε στις 13 Ιουλίου 1918 και αφορούσε την κατάσταση της υγείας του γιου του Αλέξιου, που παρουσίαζε βελτίωση. Η μοίρα των Ρομανόφ όμως ήταν προδιαγεγραμμένη. Σε συνεδρίαση στο Κρεμλίνο, οι Λένιν, Ντζερζίνσκι και Σβέρτλοφ αποφάσισαν ότι ο Νικόλαος Β’ και η οικογένειά του έπρεπε να εκτελεστούν. Θεώρησαν ότι αν εξοντωθούν οι Ρομανόφ, οι εχθροί των Μπολσεβίκων που θα έχαναν το ίνδαλμά τους, θα απογοητεύονταν και θα διαλύονταν. Έπεσαν όμως τελείως έξω, καθώς η απόφασή τους αυτή μετέτρεψε τους Ρομανόφ σε μάρτυρες και οδήγησε σε κλιμάκωση των συγκρούσεων.
Το υπόγειο της Οικίας Ιπάτιεφ
Κλείσιμο
Ο Λένιν, δεν θέλησε να πάρει το βάρος των εκτελέσεων, καθώς αυτή αφορούσε και παιδιά και μετέφερε την απόφαση των Σοβιέτ των Ουραλίων… Τις πρώτες πρωινές ώρες της 17ης Ιουλίου 1918 η πρώην τσαρική οικογένεια οδηγήθηκε στο υπόγειο της Οικίας Ιπάτιεφ από τους φρουρούς τους, οι μισοί από τους οποίους ήταν Ούγγροι διεθνιστές, με διοικητή τον Γιάκοφ Μιχαΐλοφ Γιουρόφσκι. Ο Αλέξιος, που είχε πρόβλημα στο γόνατο, δεν μπορούσε να κατέβει τα σκαλιά και ο πατέρας του τον πήρε αγκαλιά. Στο υπόγειο, ο Γιουρόφσκι ανακοίνωσε τη θανατική ποινή και αμέσως μετά ακολούθησαν πυροβολισμοί, που μετέτρεψαν το πάτωμα του υπογείου σε μια λίμνη αίματος. Ο μικρός Αλέξιος δεν πέθανε ακαριαία. Ο Γιουρόφσκι έβγαλε το πιστόλι Colt από τη θήκη του και εκτέλεσε εν ψυχρώ το παιδί με δύο σφαίρες στο κεφάλι. Τα επτά μέλη της οικογένειας που εκτελέστηκαν ήταν οι: Νικόλαος Β’ (1868-1918), η τσαρίνα Αλεξάνδρα Φιοντόροβνα (1894-1918) και τα παιδιά τους , Όλγα (1895-1918), Τατιάνα (1897-1918), Μαρία (1899-1918), Αναστασία (1901-1918) και Αλέξιος (1904-1918). Μαζί με την τσαρική οικογένεια εκτελέστηκαν και 4 συνοδοί τους οι: Ευγένιος Μπότκιν, Άννα Ντεμίντοβα, Αλεξέι Τρουπ και Ιβάν Χαριτόνοφ. Οι σοροί μεταφέρθηκαν σε δάσος της περιοχής, καταστράφηκαν με οξύ και φωτιά και πετάχτηκαν σε λάκκους, οι οποίες σκάφτηκαν σε τοποθεσία που δεν μπορούσαν να εντοπίσουν οι «Λευκοί» που πλησίαζαν. Οι τάφοι των μελών της τσαρικής οικογένειας ανακαλύφθηκαν μόλις το 1991, ενώ τα λείψανα της Μαρίας και του Αλέξιου, το 2007. Η Cheka διέδωσε ότι οι Ρομανόφ φυγαδεύτηκαν από «Λευκούς». Δεν ήταν όμως οι μόνοι Ρομανόφ που βρήκαν τραγικό θάνατο.
Το επόμενο βράδυ, 18 Ιουλίου 1918, άλλα μέλη της οικογένειας Ρομανόφ είχαν την ίδια τύχη. Ανάμεσά τους ήταν η μεγάλη δούκισσα Ελιζαμπέτα Φεντόροβνα, αδελφή της τσαρίνας. Η εκτέλεση έγινε στο Αλαπάγεσκ, 130 χιλιόμετρα βόρεια του Εκατερίνμπουργκ. Τα θύματα οδηγήθηκαν από την αυτοσχέδια φυλακή τους στο πλημμυρισμένο φρεάτιο ενός αρχείου. Οι φρουροί, οι μισοί από τους οποίους εκεί ήταν Αυστριακοί διεθνιστές, εκτέλεσαν επί τόπου τον μέγα δούκα Σεργκέι, επειδή αντιστάθηκε και έριξαν τους υπόλοιπους στο φρεάτιο. Επειδή όμως πολλά από τα θύματα παρέμειναν στην επιφάνεια του νερού ψάλλοντας ύμνους, οι φρουροί έριξαν χειροβομβίδες και τους εξόντωσαν όλους.
Η εκτέλεση των Ρομανόφ

Η εκτέλεση της τσαρικής οικογένειας των Ρομανόφ – Η δολοφονία του Μοϊσέι Ουρίτσκι, επικεφαλής της Μυστικής Αστυνομίας του Πέτρογκραντ (Πετρούπολης) – Η απόπειρα δολοφονίας του Λένιν από τη Φάνια Καπλάν και η σωτηρία του από θαύμα – Τα φρικτά αντίποινα των Μπολσεβίκων – Η σύγκριση του Λένιν με τον… Χριστό

Η Cheka δικαιολόγησε και αυτές τις εξαφανίσεις ως φυγάδευση των θυμάτων από τους «Λευκούς». «Η εκτέλεση των Ρομανόφ, των συγγενών και των φίλων τους σηματοδότησε την έναρξη ενός ολοκληρωτικού πολέμου, κατά τη διάρκεια του οποίου «η αξία της ανθρώπινης ζωής» (Orlando Figes, ‘‘A People’s Tragedy’’, Λονδίνο, 2017), η αίσθηση της ενοχής και ο σεβασμός προς τους αθώους ήταν άγνωστες έννοιες» γράφει ο Antony Beevor.
Μια δολοφονία και η απόπειρα δολοφονίας του Λένιν – Η αρχή της ανεξέλεγκτης βίας
Στις 30 Αυγούστου 1918 δύο γεγονότα, η δολοφονία του επικεφαλής της Cheka του Πέτρογκραντ και η απόπειρα δολοφονίας του Λένιν, που σώθηκε από θαύμα, αποτέλεσαν την αφορμή για τα απίστευτης σκληρότητας γεγονότα που ακολούθησαν και έμειναν στην ιστορία ως «Κόκκινος Τρόμος». Το πρωί εκείνης της μέρας, ο 22χρονος Λεονίντ Γιοακίμοβιτς Κανέγκισερ, πρώην δόκιμος της Σχολής Πυροβολικού Μιχαϊλόφσκι, σκότωσε, πυροβολώντας τον με περίστροφο, τον Μοϊσέι Ουρίτσκι, επικεφαλής της Cheka του Πέτρογκραντ, μέσα στο αρχηγείο της Μυστικής Αστυνομίας.
Μετά από καταδίωξη, ο νεαρός μπήκε σε ένα από τα διαμερίσματα μιας πολυκατοικίας και συνελήφθη. Οδηγήθηκε στο κτίριο της Cheka για ανάκριση. Ο επικεφαλής των διωκτών του Σανγκάιλο ήθελε να μάθει αν επρόκειτο για κάποια ευρύτερη συνωμοτική ενέργεια. Ο πατέρας του νεαρού Κανέγκισερ είπε ότι ο γιος του, το μόνο που ήθελε ήταν να πάρει εκδίκηση για τον καλύτερο φίλο του, έναν νεαρό που λεγόταν Περέλστβεϊγκ, που δολοφονήθηκε μετά από εντολή του Ουρίτσκι. Όμως, οι Αρχές ήταν βέβαιες ότι επρόκειτο για συνωμοσία.
Η απόπειρα δολοφονίας κατά τον Λένιν (30 Αυγούστου 1918)
Ο Λένιν είχε γίνει στόχος δολοφονικής επίθεσης την 1η Ιανουαρίου 1918. Μετά από μία ομιλία στην Πετρούπολη καθόταν στο πίσω μέρος ενός αυτοκινήτου, μαζί με τον Ελβετό κομμουνιστή Φριτς Πλάτεν, ο οποίος είχε βοηθήσει τον Λένιν, να μεταβεί από την Ελβετία στη Ρωσία. Ξαφνικά, άρχισαν πυροβολισμοί προς το αυτοκίνητο.
Πίνακας που απεικονίζει την απόπειρα δολοφονίας του Λένιν
Ο Πλάτεν, άρπαξε τον Λένιν από το κεφάλι και τον έσπρωξε προς τα κάτω. Ο Λένιν γλίτωσε και ο Πλάτεν επίσης, με ένα γδάρσιμο από τη δολοφονική απόπειρα. Ο Φριτς Πλάτεν, που βοήθησε πολύ τον Λένιν και έπειτα του έσωσε τη ζωή έπεσε θύμα των σταλινικών εκκαθαρίσεων. Συνελήφθη το 1938, στάλθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και εκτελέστηκε το 1942.
Λίγο αργότερα, κατά τη μετακίνηση των Μπολσεβίκων από την Πετρούπολη στη Μόσχα, όπου μετέφεραν την πρωτεύουσά τους φοβούμενοι γερμανική επίθεση υπήρξε μια απρόοπτη… σιδηροδρομική συνάντηση. Το τρένο στο οποίο επέβαινε και ο Λένιν, με φρουρά Λετονών τυφεκιοφόρων υπό τον Μπερεζίν “συναντήθηκε”, στον σταθμό Malaya Vishera στο Νόβγκοροντ με ένα τρένο που μετέφερε λιποτάκτες από το μέτωπο (τουλάχιστον 400 ναύτες και 200 στρατιώτες). Οι Λετονοί τυφεκιοφόροι όμως, υπέρτεροι αριθμητικά αφόπλισαν τους λιποτάκτες και το τρένο με τον Λένιν και τους υπόλοιπους συνέχισε κανονικά τη διαδρομή του.
Μετά την εξέγερση των Αριστερών Εσέρων, τον Ιούλιο του 1918, ο Λένιν ήταν έντονα θορυβημένος. Οι Αριστεροί Εσέροι ήταν μέλη του Ρωσικού Σοσιαλεπαναστατικού Κόμματος τα οποία στήριξαν τους Μπολσεβίκους. Αν και ανησυχούσε για την προσωπική του ασφάλεια και πληροφορήθηκε τη δολοφονία του Ουρίτσκι ο Λένιν αποφάσισε την ίδια μέρα (30/8/1918) να μιλήσει σ’ ένα εργοστάσιο στη Μόσχα. Μάταια η σύζυγός του Ναντέζνα Κρούπσκαγια προσπαθούσε να τον αποτρέψει. Ο Λένιν, μετά από μια σύντομη ομιλία στην Κεντρική Αγορά Σιτηρών πήγε στο εργοστάσιο Μίκελσον, στο νότιο τμήμα της Μόσχας. Καθώς μιλούσε με κάποιους μέσα στο κτίριο, μια νεαρή γυναίκα ρώτησε τον οδηγό του αν ο Λένιν επισκέφτηκε όντως το εργοστάσιο. Αυτή ήταν η Φάνια Εφίμοβνα Καπλάν, κόρη Εβραίου δασκάλου και πρώην αναρχική που είχε προσχωρήσει στους Αριστερούς Εσέρους, μετά τη γνωριμία της σε κάποια φυλακή με τη Μαρία Σπιριντόνοβα, ηγετικού στελέχους τους. Η Σπιριντόνοβα είχε δολοφονήσει το 1905 έναν αξιωματικό της Αστυνομίας και η Καπλάν σε ηλικία μόλις 16 ετών καταδικάστηκε σε ισόβια για βομβιστική επίθεση εναντίον τσαρικού στόχου. Απελευθερώθηκε όμως από τους Μπολσεβίκους. Αλλά το απεχθές καθεστώς και η κατάργηση του θεσμού της Συντακτικής Συνέλευσης την οδήγησαν στην ένταξη στους Εσέρους και στην απόφαση να δολοφονήσει τον Λένιν.
Φάνια Καπλάν
Η Καπλάν μπήκε στο πλήθος που ακολουθούσε του Λένιν κατά την έξοδό του από το εργοστάσιο και όταν αυτός σταμάτησε στην πόρτα του αυτοκινήτου του για να συνομιλήσει με μια γυναίκα που διαμαρτυρόταν για τις κατασχέσεις τροφίμων σε σιδηροδρομικούς σταθμούς, τον πυροβόλησε τρεις φορές με ένα πιστόλι Browning. Μία σφαίρα τραυμάτισε τον Λένιν στον ώμο και η άλλη στον αυχένα, στο ύψος της γνάθου, ενώ η τρίτη τραυμάτισε τη γυναίκα που μιλούσε με τον Λένιν. Η Καπλάν αρχικά διέφυγε, σύντομα όμως συνελήφθη και μεταφέρθηκε στο κτίριο Λουμπιάνκα όπου ανακρίθηκε από τον Λετονό Τσεκιστή (

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή