Γιατί μια χώρα να καταστρέφει την πολιτιστική κληρονομιά της; Είναι ένα ερώτημα που έχει επανειλημμένα διατυπωθεί για την Τουρκία, μετά την καταστροφή σπουδαίων τόπων της τις τελευταίες δεκαετίες.

Οι αρχαίες πόλεις Ζεύγμα, Σαμόσατα και Χασάνκεϊφ (Κίφα) βρέθηκαν στον πάτο φραγμάτων όπως τόσοι άλλοι παλιοί και νέοι τόποι. Οι τρεις πόλεις ήταν πολύ σημαντικές και για εμάς, αφού αποτέλεσαν μέρος του ελληνιστικού και μετέπειτα βυζαντινού κόσμου. Θυσιάστηκαν.

Πάντα στο όνομα της ανάπτυξης και της ευημερίας.

Σαμόσατα και Ζεύγμα συνδέονται με το ελληνιστικό βασίλειο της Κομμαγηνής (162 πΧ – 72 μΧ) που είχε επίσημη γλώσσα την ελληνική.

Η μικρή Κομμαγηνή, περί το 50 μΧ, ανάμεσα στις τότε μεγάλες δυνάμεις. Φαίνονται Σαμόσατα, Αρσάμεια και Ζεύγμα. Το Χασάνκεϊφ είναι κοντά στην Τιγρανόκερτα. Η Άμιδα είναι το σημερινό κουρδικό Ντιγιάρμπακιρ. (Wikimedia commons).

Τα Σαμόσατα, σήμερα Σαμσάτ (σημιτικής προέλευσης το ‘σαμο-‘ που σημαίνει τόπος ψηλά και το ξέρουμε από πολλά τοπωνύμια στη χώρα μας), ήταν η πρώτη από τις τρεις πόλεις που βούλιαξαν (1991). Χτισμένη σε ύψωμα, σε θέση ευνοϊκή για έλεγχο της ολόγυρα περιοχής, έγινε η πρωτεύουσά του μικρού ορεινού βασιλείου. Είχε βρεθεί και το βασιλικό ανάκτορο πριν βρεθεί η ίδια στον πάτο του φράγματος Ατατούρκ, στον Ευφράτη, όπως και  πλάκες με ανάγλυφες παραστάσεις και με ελληνικές επιγραφές. Μάλιστα, στην άλλη μεγάλη πόλη της Κομμαγηνής, την Αρσάμεια που η θέση κι η μοίρα της την έσωσαν από το χαμό, ανακαλύφτηκε η μεγαλύτερη ελληνική επιγραφή στα μέρη της Μικρασίας. Αναφέρεται στην ίδρυση της πόλης και στη συγκρητιστική θρησκεία που εισήγαγε ο Αντίοχος Α’, ο σημαντικότερος βασιλιάς της Κομμαγηνής. Δυο βήματα παραδίπλα βρέθηκε και ανάγλυφη πλάκα με εξαιρετική απεικόνιση χειραψίας μεταξύ Ηρακλή και Αντίοχου ή του πατέρα του Μιθριδάτη.

Τεράστια ελληνική επιγραφή λαξευμένη σε βράχο, στην Αρσάμεια της Κομμαγηνής (μεγεθυμένο δεξιά τυχαίο τμήμα της) και δίπλα της ανάγλυφη απεικόνιση χειραψίας μεταξύ του Ηρακλή και ενός βασιλιά της. (Wikimedia Commons)

Στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους, η πόλη υπήρξε κέντρο θεολογικών αναζητήσεων και διαμαχών. Ο επίσκοπός της συμμετείχε στην πρώτη σύνοδο της Νίκαιας (325), ενώ ένας άλλος δολοφονήθηκε από οπαδό του Αρειανισμού. Τα Σαμόσατα ήταν και ο γενέθλιος τόπος του Λουκιανού (125-180 μΧ), φιλόσοφου, ρήτορα και σατιρικού συγγραφέα που έγραφε στα ελληνικά και υπήρξε από τους πρώτους μυθιστοριογράφους και μάλιστα επιστημονικής φαντασίας.

3. Νόμισμα του βασιλείου της Κομμαγηνής, του 31 πΧ – 38 μΧ, με το όνομα της πρωτεύουσας (ΣΑΜΟ ΣΑΤΩΝ) και την κεφαλή του Δία στην μια πλευρά κι ένα λιοντάρι στην άλλη (Wikimedia Commons].

Το Ζεύγμα, 70 χιλιόμετρα από τα Σαμόσατα, κοντά στο σύγχρονο Γκαζίαντεπ, ιδρύθηκε το 300 πΧ από τον Σέλευκο Α’ τον Νικάτορα, ιδρυτή της δυναστείας των Σελευκιδών. Για την ακρίβεια, ιδρύθηκαν δυο πόλεις, η Σελεύκεια στη μια όχθη του ποταμού Ευφράτη και η Απάμεια στην άλλη, προς διαιώνιση όχι μόνο των ονομάτων του ίδιου και της συζύγου του αλλά και του δεσμού τους, αφού εκεί ακριβώς κατασκευάστηκε η πρώτη μόνιμη και μοναδική επί μακρόν γέφυρα που συνέδεε τα βουνά του Ταύρου με τη Μεσοποταμία. Η θέση απέκτησε στρατηγική σημασία καθώς ήταν το μοναδικό ασφαλές πέρασμα του Ευφράτη και η πόλη εξελίχτηκε σε μεγάλο εμπορικό και στρατιωτικό κέντρο.

Στην περιοχή του Ζεύγματος και της πρώτης μόνιμης γέφυρας στον Ευφράτη.

Όταν οι Σελευκίδες έχασαν τη δύναμή τους, το Ζεύγμα πέρασε στο βασίλειο της Κομμαγηνής, μετά στην Αρμενία και ακολούθως στους Ρωμαίους που την έκαναν προπύργιο των επιχειρήσεών τους εναντίον των ισχυρών Πάρθων, εγκαθιστώντας μόνιμη λεγεώνα εκεί. Μαζί με τον στρατό έφθασαν και ολόκληρες οικογένειες, σύμβουλοι, παρασύμβουλοι, δούλοι κ.ά., τροφοδοτώντας ακόμη μεγαλύτερη ανθρώπινη εισροή για να εξυπηρετηθεί το μέγα πλήθος. Η πόλη σύντομα γιγαντώθηκε φθάνοντας τους 80.000 κατοίκους. Άνθρωποι από διαφορετικές φυλές εγκαταστάθηκαν αλλάζοντας την ανθρωπογεωγραφία της, αλλά η ελληνική φαίνεται πως συνέχισε να είναι η επίσημη γλώσσα.

Τεράστιος πλούτος σωρευόταν στα χέρια της ρωμαϊκής άρχουσας τάξης. Διοχετευόταν σε πολυτελή βίο, επίδειξη και τέχνη. Τεράστιες επαύλεις κατασκευάζονταν και εκπληκτικά ψηφιδωτά δάπεδα, φτιαγμένα από τους καλύτερους τεχνίτες, στόλιζαν κάθε σπιθαμή τους, μαζί με νωπογραφίες και πολλά άλλα έργα τέχνης. Τύφλα να ‘χει η Πομπηία! (πολύ μικρότερη από το Ζεύγμα)

Υπέροχο ψηφιδωτό όπου απεικονίζεται ο Ωκεανός και η σύζυγός του Τιθύς, στον πυθμένα ιδιωτικής πισίνας. Πρόκειται για συνηθισμένο θέμα των ψηφιδωτών παραστάσεων στο Ζεύγμα, εδώ στην καλύτερη εκδοχή του.

Ένα δωμάτιο στην ονομαζόμενη έπαυλη του Ευφράτη με νωπογραφίες του 2-3ου μΧ αιώνα. Η γυναίκα αριστερά διαβάζουμε πως είναι η Πηνελόπη.

Όμως όλα κάποτε τελειώνουν. Η πόλη έχασε τη στρατιωτική της σπουδαιότητα όταν η ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατάφερε να διεισδύσει στη Μεσοποταμία. Το ανατολικό ισχυρό προπύργιο έπρεπε να μετατοπιστεί ανατολικότερα. Έφυγε ο στρατός και μαζί του πλήθος άλλοι και η πόλη παρήκμασε. Σχεδόν αφύλακτη, κυριεύτηκε από τους Σασσανίδες Πέρσες (253 μΧ), που δημιούργησαν μια νέα αυτοκρατορία στα μέρη των Πάρθων. Την άλωση ολοκλήρωσε μια καταστροφική πυρκαγιά. Ανάγκασε πολλούς κατοίκους να εγκαταλείψουν βιαστικά τα σπίτια τους που αργότερα ανακαλύφτηκαν άθικτα με όλα τα υπάρχοντά τους μέσα.

Τεράστιο ψηφιδωτό δάπεδο στην τραπεζαρία έπαυλης στο Ζεύγμα, δηλωτικό του πλούτου των ιδιοκτητών (2-3ος μΧ αιώνας), με σημάδια επάνω του της μεγάλης πυρκαγιάς. Το έργο θεωρείται σημαντικό και γιατί το έχει υπογράψει ο δημιουργός του – Κόιντος (στην κεντρική παράσταση).

Τους επελαύνοντες στη Μικρασία Σασσανίδες απώθησαν τελικά οι Ρωμαίοι, με τον Ευφράτη να γίνεται φυσικό σύνορο των αυτοκρατοριών τους. Μέρος αργότερα και της βυζαντινής αυτοκρατορίας, κατακτήθηκε από τους Άραβες το 640. Μετά ήρθαν οι Τούρκοι.

Τα εκπληκτικά ψηφιδωτά και άλλα αντικείμενα από τις πλούσιες επαύλεις λεηλατήθηκαν άγρια από τους αρχαιοκάπηλους. Και ύστερα ήρθε το φράγμα Μπίρετσικ (Birecik), στον Ευφράτη. Παρά τις μεγάλες αντιδράσεις, αυτή η σπουδαία πολυπολιτισμική πόλη με τα εκπληκτικά ψηφιδωτά κατακλύστηκε από τα νερά του ποταμού το 2000. Μικρό μόνο τμήμα της (περίπου 20%) γλύτωσε.

Τμήμα του ψηφιδωτού δαπέδου σε υπνοδωμάτιο έπαυλης στο Ζεύγμα. Ευφροσύνη και Άκρατος ευφραίνονται με άκρατο (ή κεκραμένο;) οίνο.

Τμήμα ψηφιδωτού δαπέδου με ευανάγνωστη ελληνική γραφή του 4ου αιώνα, μετά τον εκχριστιανισμό του Ζεύγματος.

Κηρυγμένη από την Τουρκία ως σπουδαία αρχαιολογική περιοχή, η Χασάνκεϊφ είχε χαρακτηριστεί και προστατευόμενη φυσική περιοχή (1981), λόγω της εκεί υψηλής βιοποικιλότητας. Τίποτα από αυτά δεν κατάφερε να τη σώσει. Παρά τις πολύ έντονες εσωτερικές διαμαρτυρίες, τη διεθνή κατακραυγή [1], ακόμη και την άρνηση των διεθνών τραπεζών να χρηματοδοτήσουν το έργο, το γιγαντιαίο φράγμα του Ιλισού (Ilisu), στον ποταμό Τίγρη, ολοκληρώθηκε. Με εθνικούς πόρους. Ήταν θέμα τιμής, είπαν οι Τούρκοι. Και η  σπουδαία πόλη βρέθηκε στον πυθμένα του. Μόνο κάποια μεμονωμένα μνημεία, αποκομμένα από τον περίγυρό τους, σώθηκαν καθώς μεταφέρθηκαν αλλού.

H σπουδαία πόλη Χασάνκεϊφ (Κίφα) πριν κατακλυστεί από τα νερά του Τίγρη. (Wikimedia Commons)

Με πληθυσμό κατεξοχήν κουρδικό, το Χασάνκεϊφ βρίσκεται κοντά στο Ντιγιάρμπακιρ, στα βάθη της Τουρκίας. Είναι μια πανάρχαια πόλη, 12.000 ετών, με χιλιάδες λαξευμένα σπήλαια της νεολιθικής εποχής, με συνεχή κατοίκηση σε κάποια από αυτά μέχρι και τις μέρες μας και με πάνω από είκοσι πολιτισμούς που άνθησαν στη Μεσοποταμία να έχουν αφήσει το στίγμα τους εκεί, εξού και το πλήθος ονομάτων που της έχουν κατά καιρούς δοθεί. Κέντρο στρατιωτικό, ήταν και έδρα επισκοπής (Κίφας). Λαξευμένες κατευθείαν επάνω στους βράχους ήταν και πλήθος άλλες κατασκευές, πράγμα που έκανε την πόλη μοναδική. Έσβησε ένα πραγματικό υπαίθριο μουσείο.

Ποιος ευθύνεται για αυτές τις απώλειες; Όσοι σχεδίασαν και φανατικά υποστήριξαν ως είχε το Σχέδιο Νοτιοανατολικής Ανατολίας (GAP), ένα τεράστιο αναπτυξιακό έργο που δρομολογήθηκε τη δεκαετία του 1970 με στόχο την εξασφάλιση ενέργειας (υδροηλεκτρική) και αρδευτικού νερού στο τότε πολύ λίγο αναπτυγμένο νοτιοανατολικό -κυρίως κουρδικό- τμήμα της Τουρκίας. Προέβλεπε 22 φράγματα στους ποταμούς Τίγρη και Ευφράτη, 25 αρδευτικά προγράμματα και 19 υδροηλεκτρικούς σταθμούς. Έχει πολύ προχωρήσει αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί.

Λίγα απέμειναν από την πόλη Χαλφέτι, λόγω του φράγματος Μπίρετσικ, στον Ευφράτη. Οι κάτοικοι της βυθισμένης πολιτείας μετατράπηκαν σε επαγγελματίες του τουρισμού κάνοντας βόλτες στο φράγμα τους τουρίστες.

Ο Τίγρης και ο Ευφράτης, μήκους κοντά 2.000 χιλιομέτρων ο πρώτος και 3.000 ο δεύτερος, πηγάζουν και οι δυο στην Τουρκία, στις κουρδικές περιοχές. Γύρω στα 80 χιλιόμετρα απέχουν οι πηγές τους. Εκτιμάται ότι 90% των υδάτων του Ευφράτη και 45% του Τίγρη έχουν προέλευση περιοχές της Τουρκίας [2]. Οι δυο τους ρέουν σχεδόν παράλληλα, με ανάμεσά τους την τεράστια πεδιάδα της θρυλικής Μεσοποταμίας και περνούν από Συρία και Ιράκ, στο νότο του οποίου ενώνονται. Από εκεί και ως Σατ Αλ Αράμπ, μετά από διαδρομή 200 περίπου χιλιομέτρων, χύνουν τα νερά τους στον Περσικό κόλπο. Mε την υλοποίηση του GAP, ελάχιστα χιλιόμετρα της ροής τους στην Τουρκία έχουν παραμείνει άθικτα.

Το πρόγραμμα επεκτάθηκε σε πολύ περισσότερους τομείς τις επόμενες δεκαετίες διαμορφώνοντας μια τελείως διαφορετική πραγματικότητα στα βάθη της Τουρκίας: έλεγχο των πλημμυρών, μεγάλη αύξηση της καλλιεργήσιμης γης και της γεωργικής παραγωγής, υψηλή παραγωγή ενέργειας και καταφανή σήμερα την εικόνα της αστικής ανάπτυξης. Η υλοποίησή του εξασφάλισε επιπλέον ένα ισχυρό πλεονέκτημα στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής, ένα μείζον εργαλείο υδροπολιτικής σε μια ευαίσθητη περιοχή, πολύ περισσότερο σε συνθήκες λειψυδρίας ως συνέπεια της κλιματικής κρίσης. Με υψηλή ικανότητα αποθήκευσης του νερού, εκτροπής της ροής και ρύθμισης του όγκου της [2], δηλαδή ελέγχοντας τη διαθεσιμότητά του, η Τουρκία μπορεί να απαιτεί από θέση ισχύος πάσης φύσης ανταλλάγματα, εργαλειοποιώντας τον ζωτικό πόρο. Οι χώρες στα κατάντη, Ιράκ και Συρία, είναι οι μεγάλοι χαμένοι, πολύ περισσότερο αδύναμες καθώς είναι. Έντονη μέχρι δραματική είναι η συρρίκνωση των υδάτινων πόρων τους με οδυνηρές συνέπειες για την οικονομία και την ίδια την επιβίωση των ανθρώπων τους.

Πώς είναι δυνατό να μην απεικονίζεται και ο Ευφράτης ως θεός στα ψηφιδωτά του Ζεύγματος;

Άξιζε για αυτό το κολοσσιαίο αναπτυξιακό πρόγραμμα η θυσία τόπων μυθικών; Οπωσδήποτε, θα έλεγαν αυτοί που πήραν τις αποφάσεις. Όχι, θα έλεγαν πολλοί από τους άλλους και όχι μόνον οι εκατοντάδες χιλιάδες που χρειάστηκε να εγκαταλείψουν τα σπίτια, τις περιουσίες και τη ζωή που ήξεραν. Είχαν προταθεί εναλλακτικές [3] και δεν θα χανόταν ο κόσμος με μικρές αλλαγές των σχεδίων. Όμως, η ηγεσία απανταχού, όσο την παίρνει, αρέσκεται σε άσκηση πυγμής (αν δεν συντρέχουν και άλλοι πιο ποταποί λόγοι). Είχε και η Θεσσαλονίκη πρόσφατα μια ανάλογη εμπειρία με μετρό και αρχαία, σε πολύ μικρότερη κλίμακα βέβαια. Να μιμήθηκε η κυβέρνησή μας τους απτόητους Τούρκους;

Ίσως πάλι και να αποφάσισε η Τουρκία ότι με τόσο αρχαιολογικό θησαυρό κρυμμένο ακόμη στα σωθικά της (πραγματικά πολύς) μπορεί να έχει την πολυτέλεια να αδιαφορεί για αυτόν που έχει ήδη αποκαλυφτεί. Πάντως, αυτή η γιγαντιαία μεταβολή του περιβάλλοντος που πραγματοποιήθηκε στη νοτιοανατολική Τουρκία δεν ήταν και δε θα είναι ανώδυνη. Εκτός από τις άμεσες επιπτώσεις που αφορούν απώλεια αρχαιολογικού και βιολογικού πλούτου, τις τεράστιες ανακατατάξεις σε κοινωνικό επίπεδο και τις ακόμη και πολεμικές εντάσεις από την έλλειψη ενός ζωτικού πόρου, η εντατικοποίηση της γεωργίας  σε τέτοιο βαθμό, σε προηγουμένως άγονες περιοχές, μεσο-μακροπρόθεσμα, θα δημιουργήσει πρόσθετα μεγάλα προβλήματα. Η άγρια εκμετάλλευση εδαφικών και υδάτινων πόρων ήταν ένας από τους λόγους της κατάρρευσης εκεί των Σουμερίων, των πρώτων γεωργών της ανθρωπότητας -σπουδαίων και σε πολλά άλλα- και η ιστορία έχει την τάση να επαναλαμβάνεται.

Πάντως, το θηριώδες GAP κινητοποίησε τους τουρκικούς και διεθνείς αρχαιολογικούς φορείς να κάνουν αγώνα δρόμου να προλάβουν [4]: να καταγράψουν τουλάχιστον αυτά που υπήρχαν στην τεράστια περιοχή που θα καταπλάκωνε το θεριό και να περισώσουν ό,τι μπορούσαν. Στο πλαίσιο αυτό, με μεγάλη ταχύτητα αναπτύχθηκαν νέες και εφαρμόστηκαν νέες και παλιές τεχνικές ανίχνευσης, ανάσυρσης και μεταφοράς των ευρημάτων. Είναι πραγματικά αξιοζήλευτο το έργο που παρήγαγαν στον λίγο χρόνο που είχαν στη διάθεσή τους, αλλά προφανώς ανεπαρκές. Ίσως για να ελαφρύνει το βάρος της ευθύνης για τις τεράστιες απώλειες, η κυβέρνηση της Τουρκίας αποφάσισε την κατασκευή του εντυπωσιακού μουσείου του Ζεύγματος, στο Γκαζίαντεπ, του μεγαλύτερου σε μέγεθος μουσείου ψηφιδωτών στον κόσμο. Άντεξε αλώβητο -τα εκθέματα και όλοι οι άνθρωποί του- τους μεγάλους σεισμούς του Φεβρουαρίου 2023, των μέχρι και 7,8 ρίχτερ, που έπληξαν πολύ βαριά ολόκληρο το Γκαζίαντεπ και τις γειτονικές περιοχές.

Μια μυστηριώδης φιγούρα των ψηφιδωτών του Ζεύγματος που έχει συνεπάρει τους Τούρκους [5]. Της δόθηκε το προσωνύμιο γυφτοπούλα και έγινε το σύμβολο του Μουσείου ψηφιδωτών στο Γκαζίαντεπ.Υποστηρίζεται όμως πως δεν είναι καν γυναίκα κι ότι παριστάνει τον Μεγαλέξαντρο.

Οι θυσιασμένες αρχαίες πόλεις, ίσως αναδυθούν και πάλι μια μέρα, όταν τα φράγματα εγκαταλειφθούν (στην καλύτερη περίπτωση, δεν ξεπερνά πολύ τον αιώνα η ζωή τους). Δεν θα είναι ίδιες καθώς η ισχυρή διάβρωση θα έχει κάνει το έργο της και θα χρειαστεί να αφαιρεθούν βουνά λάσπης από πάνω τους. Δυστυχώς, δεν υπήρξε κανείς από μηχανής θεός, ούτε εσωτερικός ούτε εξωτερικός, να διακόψει τη θυσία τους.

Βιβλιογραφία (ενδεικτική)

Η Δέσποινα Βώκου είναι ομότιμη καθηγήτρια ΑΠΘ