Αντιμέτωποι με ιδιαίτερα αυστηρές ποινικές συνέπειες βρίσκονται τέσσερις ακτιβιστές της οργάνωσης Palestine Action στη Βρετανία, καθώς δικαστήριο έκρινε ότι η υπόθεση φθορών που προκάλεσαν σε εγκαταστάσεις ισραηλινής αμυντικής βιομηχανίας συνδέεται με τρομοκρατική δραστηριότητα.

Οι Σάμιουελ Κόρνερ (23 ετών), Σάρλοτ Χεντ (30), Λεόνα Κάμιο (30) και Φάτεμα Ραζουάνι (21) είχαν κριθεί ένοχοι τον περασμένο μήνα για εκτεταμένες καταστροφές που προκλήθηκαν κατά τη διάρκεια εισβολής, το 2024, σε εργοστάσιο της ισραηλινής εταιρείας Elbit Systems UK στο Γκλόστερσαϊρ. Ο Κόρνερ καταδικάστηκε επιπλέον για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης χωρίς πρόθεση, αφού χτύπησε με βαριοπούλα τη λοχία Κέιτ Έβανς.

Σύμφωνα με έκθεση που παρουσιάστηκε στο δικαστήριο από την εισαγγελία, οι ζημιές που προκλήθηκαν από την επιχείρηση των ακτιβιστών ανήλθαν σε περίπου 1,2 εκατομμύρια λίρες. Μεταξύ άλλων, υπέστησαν ζημιές 41 στρατιωτικά συστήματα, ενώ μόνο σε έξι μονάδες μη επανδρωμένων αεροσκαφών οι φθορές υπολογίστηκαν σε περισσότερες από 395.000 λίρες.

Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας για την επιβολή των ποινών, ο δικαστής Μάρτιν Τζόνσον αποφάνθηκε ότι τα αδικήματα συνδέονται με τρομοκρατικό σκοπό, επικαλούμενος σχετική διάταξη της βρετανικής νομοθεσίας περί ποινών.

Όπως ανέφερε, είναι βέβαιο ότι οι πράξεις των κατηγορουμένων προκάλεσαν σοβαρές ζημιές σε περιουσιακά στοιχεία, είχαν στόχο να ασκήσουν πίεση και να εκφοβίσουν τόσο τη βρετανική κυβέρνηση όσο και εργαζομένους της Elbit ή άλλων συνδεδεμένων επιχειρήσεων και πραγματοποιήθηκαν για την προώθηση πολιτικών ή ιδεολογικών σκοπών.

Ο ίδιος διευκρίνισε πάντως ότι κατά την τελική επιμέτρηση των ποινών θα ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι υποστηρίζουν πως ενήργησαν βάσει των προσωπικών τους πεποιθήσεων και συνείδησης.

Ο δικηγόρος της Σάρλοτ Χεντ, Ρατζίβ Μένον, υποστήριξε ότι πρόκειται για πρωτοφανή προσπάθεια να αντιμετωπιστεί ως τρομοκρατία μια υπόθεση που δεν περιλαμβάνει τρομοκρατικές κατηγορίες ούτε βίαιη τρομοκρατική δράση.

Από την πλευρά της, η συνήγορος της Λεόνα Κάμιο, Μίρα Χαμάντ, επισήμανε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν αρχικά συλληφθεί ως ύποπτοι για τρομοκρατία, ωστόσο οι εισαγγελικές αρχές επέλεξαν τελικά να μην απαγγείλουν τέτοιες κατηγορίες. Όπως υποστήριξε, δεν θα πρέπει τώρα να χρησιμοποιείται η συγκεκριμένη διάταξη για την επιβολή αυστηρότερων ποινών, όταν η υπόθεση δεν κρίθηκε ποτέ από ενόρκους ως τρομοκρατική.

Ανάλογη ήταν και η τοποθέτηση του δικηγόρου του Σάμιουελ Κόρνερ, Τομ Γουέινραϊτ, ο οποίος υποστήριξε ότι με την ίδια λογική θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «τρομοκράτες» ιστορικά κινήματα διαμαρτυρίας, όπως οι σουφραζέτες, οι ακτιβίστριες του Γκρίνχαμ Κόμον ή το αντιπυρηνικό κίνημα Trident Ploughshares. «Είναι λανθασμένο κάποιος να τιμωρείται ουσιαστικά για βαρύτερο αδίκημα από εκείνο για το οποίο καταδικάστηκε», τόνισε.

Η διαπίστωση περί «τρομοκρατικής σύνδεσης» έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς συνεπάγεται αυστηρότερες ποινές, μεγαλύτερο χρονικό διάστημα παραμονής στη φυλακή και ισόβια υποχρέωση ενημέρωσης των αστυνομικών αρχών για συγκεκριμένες αλλαγές στα προσωπικά στοιχεία των καταδικασθέντων.

Στο δικαστήριο κατέθεσε και η λοχίας Κέιτ Έβανς, η οποία τραυματίστηκε κατά τη διάρκεια του περιστατικού. Συγκινημένη, περιέγραψε ότι δέχθηκε το χτύπημα ενώ βρισκόταν γονατισμένη και με την πλάτη στραμμένη προς τον δράστη, τονίζοντας ότι δεν διαπίστωσε καμία μεταμέλεια εκ μέρους του.

«Οι συνέπειες αυτού του περιστατικού ήταν βαθιές και μακροχρόνιες. Επηρέασαν τη σωματική μου υγεία, την ψυχική μου κατάσταση, την αυτοπεποίθησή μου, την επαγγελματική και οικογενειακή μου ζωή. Δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος που ήμουν πριν», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο Κόρνερ είχε υποστηρίξει κατά τη διάρκεια της δίκης ότι αντέδρασε πανικόβλητος αφού δέχθηκε σπρέι πιπεριού και πίστεψε πως συγκατηγορούμενός του κινδύνευε σοβαρά.

Έξω από το δικαστήριο του Γούλγουιτς, στο νοτιοανατολικό Λονδίνο, συγκεντρώθηκαν περίπου 500 διαδηλωτές σε ένδειξη συμπαράστασης στους κατηγορούμενους. Πολλοί κρατούσαν πλακάτ με συνθήματα όπως «Η διάσωση ζωών δεν είναι τρομοκρατία» και «Στηρίζω την Palestine Action».

Η αστυνομία προχώρησε σε περισσότερες από 70 συλλήψεις ατόμων που φέρονται να εξέφρασαν δημόσια υποστήριξη προς την οργάνωση, η οποία εξακολουθεί να είναι απαγορευμένη βάσει της βρετανικής αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας, εν αναμονή της απόφασης του Εφετείου σχετικά με τη νομιμότητα της απαγόρευσης.