«Σε διαβάζουν, γίνονται ο καθρέφτης σου και μετά σε καταστρέφουν» λέει η πρώην αντιδήμαρχος, περιγράφοντας τις μεθόδους που, όπως υποστηρίζει, χρησιμοποιήθηκαν εις βάρος των θυμάτων

Όπως αναφέρει, οι πολυτελείς κατοικίες, τα ακριβά αυτοκίνητα και η παρουσία σε χώρους υψηλού κοινωνικού και οικονομικού κύρους δεν αποτελούσαν απλώς στοιχεία επίδειξης, αλλά μέρος μιας στρατηγικής που δημιουργούσε αίσθημα εμπιστοσύνης στα υποψήφια θύματα.
«Σε πείθουν ότι έχεις απέναντί σου ανθρώπους που έχουν χρήματα και επομένως δεν έχουν κανέναν λόγο να σε εξαπατήσουν», σημειώνει χαρακτηριστικά. Κατά την ίδια, ωστόσο, η δημόσια εικόνα ήταν μόνο η αρχή. Το πραγματικά επικίνδυνο στοιχείο, όπως λέει, ήταν η ικανότητά τους να προσαρμόζουν απόλυτα τη συμπεριφορά τους σε κάθε άνθρωπο που είχαν απέναντί τους.
«Σε διαβάζουν. Εντοπίζουν τι θέλεις να ακούσεις, ποιες είναι οι αξίες σου, τι σε κινητοποιεί και γίνονται ο καθρέφτης όλων αυτών. Δεν πρόκειται μόνο για ψέματα. Είναι μια ολόκληρη συμπεριφορά προσαρμοσμένη πάνω στο δικό σου προφίλ», υποστηρίζει.Η ίδια τονίζει ότι όσο μεγάλη εμπειρία κι αν διαθέτει κάποιος στη ζωή, δύσκολα μπορεί να φανταστεί ένα τόσο υψηλό επίπεδο εξαπάτησης.
«Έχουν κανονικοποιήσει το ψέμα σε τέτοιο βαθμό, που όταν αντιληφθείς τι έχει συμβεί, σου καίει κυριολεκτικά τον εγκέφαλο», αναφέρει.
Πώς έσπασε ο κύκλος της σιωπής
Η κ. Μπακαλάκου θεωρεί ότι η εξιχνίαση της υπόθεσης δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί από ένα μόνο πρόσωπο, καθώς -όπως λέει- δεν επρόκειτο για μια απλή ιδιωτική διαφορά αλλά για υπόθεση οργανωμένου εγκλήματος. Σύμφωνα με την ίδια, καθοριστικό ρόλο έπαιξε η συνεργασία των θυμάτων και η απόφαση ορισμένων εξ αυτών να βγουν δημόσια και να μιλήσουν.
Όπως εξηγεί, η Άντζελα, συγγενής άλλου θύματος, ήταν ο άνθρωπος που έκανε το πρώτο βήμα. Το 2024 οι δυο τους συναντήθηκαν, συντόνισαν τις ενέργειές τους και σταδιακά οι καταγγελίες αυξήθηκαν. «Με την επιμονή και τη βοήθειά της, από δύο γίναμε πέντε. Την ημέρα των συλλήψεων εμφανίστηκε και κατέθεσε ακόμη ένα θύμα», λέει, αποδίδοντας παράλληλα εύσημα στο Τμήμα Δίωξης Εκβιαστών της ΔΑΟΕ για τον τρόπο που χειρίστηκε την υπόθεση.
Η ίδια επισημαίνει ότι καμία σοβαρή έρευνα δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς μαρτυρίες και καταθέσεις πολιτών. «Για να κάνουν οι Αρχές σωστά τη δουλειά τους, πρέπει να συμβάλλουμε και εμείς. Τα πετυχημένα εγχειρήματα έρχονται όταν οι κατάλληλοι άνθρωποι συντονίζουν τις δυνάμεις τους», τονίζει. Εξηγώντας γιατί αποφάσισε να μιλήσει δημόσια, η πρώην αντιδήμαρχος αναφέρει ότι την προβληματίζει ιδιαίτερα το γεγονός πως, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται, επτά στις δέκα υποθέσεις απάτης παραμένουν ανεξιχνίαστες επειδή τα θύματα δεν καταγγέλλουν όσα έχουν υποστεί.
Κατά την άποψή της, η σιωπή δεν είναι ένδειξη αδυναμίας αλλά αποτέλεσμα της ψυχολογικής πίεσης που ασκούν οι δράστες. «Σε κάνουν να νιώθεις ντροπή, ενοχή και φόβο. Σε πείθουν ότι φταις εσύ. Και όσο σιωπάς, εκείνοι συνεχίζουν», αναφέρει. Η ίδια υποστηρίζει ότι επέλεξε να δώσει τη συνέντευξη προκειμένου να ενημερώσει και να προειδοποιήσει άλλους πολίτες για τις μεθόδους που, όπως καταγγέλλει, χρησιμοποιήθηκαν εις βάρος της. Όπως λέει, βίωσε όλες τις κλασικές τεχνικές χειραγώγησης: κολακεία, εντυπωσιασμό, αιφνιδιασμό, ψυχολογική πίεση, καλλιέργεια ενοχών και τελικά ευθείες απειλές.
«Θέλω αυτές οι τεχνικές να γίνουν γνωστές γιατί η γνώση είναι το μοναδικό εμβόλιο απέναντι στην απάτη», σημειώνει. Παράλληλα στέλνει μήνυμα σε όσους βρίσκονται σήμερα σε αντίστοιχη θέση, τονίζοντας ότι υπάρχουν στελέχη των διωκτικών αρχών που, όπως αναφέρει, αντιμετωπίζουν τέτοιες υποθέσεις με επαγγελματισμό και αποφασιστικότητα. Η ίδια περιγράφει ότι χρειάστηκε πέντε ολόκληρα χρόνια για να ξεπεράσει τη ντροπή και τον φόβο αντιποίνων, ενώ κάνει λόγο για οικονομική, ψυχολογική και κοινωνική κατάρρευση. «Όταν κατάφερα να ξεπεράσω αυτή την ψυχολογική αιχμαλωσία, έβαλα στόχο να σταματήσει αυτό το κύκλωμα. Η σιωπή δεν μας προστατεύει. Προστατεύει εκείνους. Και αυτό δεν μπορώ να το αποδεχτώ», τονίζει.
Οι νομικές κινήσεις
Η Σωτηρία Μπακαλάκου αποκαλύπτει επίσης ότι έχει ήδη προχωρήσει σε νέες νομικές ενέργειες, καταθέτοντας αίτημα προς τον αρμόδιο εισαγγελέα για επέκταση της ποινικής δίωξης σε νέα αδικήματα αλλά και σε επιπλέον πρόσωπα. Όπως εξηγεί, ζητά αφενός την αναβάθμιση της κατηγορίας από απόπειρα παράνομης βίας σε τετελεσμένη κακουργηματική εκβίαση, υποστηρίζοντας ότι αυτό είναι το αδίκημα που τελικά τελέστηκε εις βάρος της και εις βάρος των υπόλοιπων θυμάτων. Παράλληλα, ζητά να διερευνηθεί η ενδεχόμενη εμπλοκή της συζύγου του Γιώργου Βιλανάκη, για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση και για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Αναφερόμενη στο θέμα των αποζημιώσεων, υποστηρίζει ότι έχουν ήδη πραγματοποιηθεί επαφές με ορισμένα θύματα. Σύμφωνα με τα λεγόμενά της, σε κάποιες περιπτώσεις έχουν καταβληθεί είτε μέρος είτε το σύνολο των χρημάτων που διεκδικούν οι παθόντες, ενώ στη δική της περίπτωση απορρίφθηκε πρόταση που θεωρήθηκε σημαντικά χαμηλότερη από το ποσό που διεκδικεί. Όπως λέει, το επιχείρημα που προβάλλεται είναι ότι δεν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία στο όνομα των εμπλεκομένων, γεγονός που καθιστά δύσκολη οποιαδήποτε διεκδίκηση.Η ίδια, ωστόσο, υποστηρίζει ότι η έρευνα δεν σταμάτησε εκεί. «Έχω εντοπίσει ακίνητη περιουσία που συνδέεται με τους δράστες χωρίς να εμφανίζεται στα ονόματά τους ή στα ονόματα στενών συγγενών τους», αναφέρει, αποκαλύπτοντας ότι βρίσκεται σε εξέλιξη ιδιωτική έρευνα με τη συνδρομή εξειδικευμένων δικηγόρων για τον εντοπισμό διαδρομών μαύρου χρήματος.«Τα ευρήματα είναι εντυπωσιακά. Πολύ σύντομα η έρευνα θα ολοκληρωθεί και θα παραδοθεί στις αρμόδιες Αρχές για τις περαιτέρω ενέργειες», καταλήγει.

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή