Οι αμοιβαίες επιθέσεις μεταξύ Ισραήλ και Ιράν, παρά την έκκληση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ προς τον πρωθυπουργό του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου να επιδείξει αυτοσυγκράτηση, απείλησαν να επαναφέρουν τη Μέση Ανατολή σε έναν ακόμη κύκλο άμεσης αντιπαράθεσης ανάμεσα στην Τεχεράνη και την Ουάσιγκτον.
Το Ισραήλ βομβάρδισε στόχους στο Ιράν για πρώτη φορά μετά την εκεχειρία του Απριλίου, ως απάντηση στην εκτόξευση ιρανικών πυραύλων εναντίον ισραηλινού εδάφους. Η Τεχεράνη υποστήριξε ότι η πυραυλική επίθεση αποτελούσε αντίποινα για ισραηλινά πλήγματα στη Βηρυτό, πρωτεύουσα του Λιβάνου.
Το σημερινό πλέγμα εύθραυστων συμμαχιών και δυσλειτουργικών εκεχειριών αποδεικνύει πόσο αποσταθεροποιημένη παραμένει η περιοχή, περισσότερο από τρεις μήνες μετά την έναρξη του πολέμου κατά του Ιράν από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, σύμφωνα με ανάλυση του BBC.
Διαβάστε: New York Times / Τι αποκαλύπτουν για μεγάλη επίθεση κατά της Τεχεράνης – Νέες απειλές Νετανιάχου προς Ιράν και Χεζμπολάχ
Η νέα κλιμάκωση αναδεικνύει επίσης τρία βασικά συμπεράσματα σχετικά με την πορεία της σύγκρουσης:
Ο Τραμπ είτε δεν μπορεί, είτε δεν επιθυμεί να περιορίσει το Ισραήλ στον βαθμό που δημοσίως διακηρύσσει, κάτι που δεν περνά απαρατήρητο από την Τεχεράνη, η οποία επιδιώκει να εκμεταλλευτεί πιθανές διαφορές μεταξύ Ουάσιγκτον και Τελ Αβίβ.
Η ιρανική ηγεσία εμφανίζεται διατεθειμένη να διακινδυνεύσει αντίποινα στο ίδιο της το έδαφος προκειμένου να συνδέσει την έκβαση του πολέμου ΗΠΑ–Ιράν με τη σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ. Η πολυαναμενόμενη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα δεν φαίνεται να είναι άμεσα εφικτή, καθώς η Τεχεράνη εκτιμά ότι η διάθεση του Τραμπ για ανάληψη ρίσκου είναι σήμερα περιορισμένη και επιδιώκει να αποσπάσει περισσότερες παραχωρήσεις από την Ουάσιγκτον στις διαπραγματεύσεις.
Παρότι τόσο το Ιράν όσο και το Ισραήλ δηλώνουν ότι προτίθενται να διακόψουν τις επιθέσεις, προειδοποιούν ταυτόχρονα ότι θα απαντήσουν δυναμικά σε περίπτωση νέας παραβίασης της εκεχειρίας.
Μετά την πυραυλική επίθεση του Ιράν κατά του Ισραήλ την Κυριακή, ο Τραμπ επικοινώνησε με δημοσιογράφους, δηλώνοντας σε έναν από αυτούς ότι «θα τηλεφωνήσω αμέσως στον Νετανιάχου και θα του ζητήσω να μην ανταποδώσει».
Το υπονοούμενο ήταν σαφές. Μια ισραηλινή αντεπίθεση θα μπορούσε να υπονομεύσει τις ιδιαίτερα εύθραυστες διπλωματικές προσπάθειες της Ουάσιγκτον με την Τεχεράνη.
Ωστόσο, λίγες ώρες αργότερα, το Ισραήλ εξαπέλυσε επίθεση κατά του Ιράν. Ο Τραμπ δήλωσε στο BBC το απόγευμα της Δευτέρας ότι τα ισραηλινά αεροσκάφη «ήταν ήδη καθ’ οδόν» όταν επικοινώνησε με τον Νετανιάχου.
Σε σύντομη τηλεφωνική επικοινωνία με το BBC, ο Αμερικανός πρόεδρος αρνήθηκε ότι ο Ισραηλινός πρωθυπουργός αγνόησε τις υποδείξεις του, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Αν του πω να κάνει κάτι, το κάνει».
Εκ πρώτης όψεως, πάντως, ο Τραμπ δεν κατάφερε να αποτρέψει τον Νετανιάχου, προσθέτοντας ένα ακόμη επεισόδιο έντασης στις ήδη δύσκολες σχέσεις των δύο ηγετών.
«Βρισκόμαστε στις τελευταίες φάσεις αυτού που θα είναι μια πολύ, πολύ καλή συμφωνία», δήλωσε ο Τραμπ την Τρίτη.
Ερωτηθείς αν πρόκειται για θέμα ημερών ή εβδομάδων, απάντησε ότι η συμφωνία θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσα σε «δύο ή τρεις ημέρες» και ότι αμέσως μετά θα επαναλειτουργήσει το Στενό του Ορμούζ.
Την περασμένη εβδομάδα, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο Τραμπ εξαπέλυσε έντονη φραστική επίθεση κατά του Νετανιάχου, χαρακτηρίζοντάς τον ακόμη και «τρελό» επειδή επιθυμούσε να πλήξει τη Βηρυτό.
Ο Νετανιάχου υποστήριξε ότι οι επιθέσεις στη λιβανική πρωτεύουσα ήταν αναγκαίες λόγω της απειλής που συνιστά η Χεζμπολάχ για το βόρειο Ισραήλ.
Ο Τραμπ θεωρούσε ότι η στάση αυτή έθετε σε κίνδυνο τη δική του προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας με το Ιράν για το άνοιγμα του Στενού του Ορμούζ και την εξασφάλιση εγγυήσεων σχετικά με το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Σε συνέντευξή του στην New York Post, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δηλώσει ότι τον προβλημάτιζε το γεγονός πως ο Νετανιάχου «συνεχώς πολεμά με τον Λίβανο».
Άραγε, αγνόησε ο Νετανιάχου τον Τραμπ με τις τελευταίες επιθέσεις στο Ιράν; Παρότι αυτή είναι η κυρίαρχη αφήγηση, η απάντηση πιθανότατα είναι αρνητική.
Οι κινήσεις του Ισραήλ υποδηλώνουν ότι η Ουάσιγκτον τουλάχιστον έδωσε περιορισμένη συγκατάθεση, επιδιώκοντας όμως ταυτόχρονα αυτοσυγκράτηση και μια περιορισμένης έκτασης στρατιωτική απάντηση.
Όπως ανέφερε στο BBC ο έμπειρος Αμερικανός διαπραγματευτής Άαρον Ντέιβιντ Μίλερ, ο Τραμπ έδωσε στον Νετανιάχου ένα « κίτρινο φως», δηλαδή μια επιφυλακτική έγκριση.
Στην πράξη, το Ισραήλ δεν θα μπορούσε να πραγματοποιήσει επίθεση στο Ιράν χωρίς τουλάχιστον τη σιωπηρή αποδοχή των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι ΗΠΑ διατηρούν σήμερα τη μεγαλύτερη στρατιωτική συγκέντρωση δυνάμεων στη Μέση Ανατολή από την εποχή της εισβολής στο Ιράκ.
Εκατοντάδες Αμερικανοί στρατιωτικοί βρίσκονται στο Ισραήλ συνεργαζόμενοι με τις Ισραηλινές Ένοπλες Δυνάμεις (IDF). Σε μια τέτοια επιχείρηση, το Ισραήλ θα έπρεπε να συντονιστεί με τις αμερικανικές δυνάμεις σχετικά με τις αεροπορικές διαδρομές και την επιχειρησιακή ασφάλεια.
Μετά τα πλήγματα, ο ισραηλινός στρατός ενημέρωσε δημοσιογράφους ότι υπήρξε «πλήρης συντονισμός» με την Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM). Παράλληλα, ανακοίνωσε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις συνέβαλαν στην αναχαίτιση ιρανικών πυραύλων που κατευθύνονταν προς το Ισραήλ. Μέχρι το απόγευμα της Δευτέρας στην Ουάσιγκτον, τόσο το Ισραήλ όσο και το Ιράν έστελναν μηνύματα ότι ο συγκεκριμένος κύκλος αντιπαράθεσης είχε ολοκληρωθεί.
Αυτό είναι ακριβώς το σημείο στο οποίο θα ήθελε να τερματιστούν οι εντάσεις ο Τραμπ. Οι δηλώσεις του ότι θα συγκρατούσε τον Νετανιάχου ίσως στόχευαν κυρίως στην Τεχεράνη, ώστε να αποστασιοποιηθεί η Ουάσιγκτον από τις ισραηλινές επιχειρήσεις.
Εναλλακτικά, μπορεί να επιδίωξε πραγματικά να αποτρέψει την επίθεση, αλλά τελικά να πείστηκε από τα επιχειρήματα του Νετανιάχου.
Από την πλευρά του Ισραήλ, η εκτίμηση ήταν ότι δεν μπορούσε να αφήσει αναπάντητη την ιρανική πυραυλική επίθεση. Ωστόσο, ιδιαίτερη σημασία έχει και ο υπολογισμός της Τεχεράνης.
Ήταν η πρώτη φορά που το Ιράν επιτέθηκε στο Ισραήλ ως απάντηση σε ισραηλινό χτύπημα στον Λίβανο. Η Τεχεράνη επιχείρησε να συνδέσει δύο διαφορετικές εκεχειρίες. Τη δική της με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την ουσιαστικά ανενεργή εκεχειρία μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ.
Ταυτόχρονα, δοκίμαζε τα όρια της αμερικανικής αντίδρασης.
Μέχρι ποιο σημείο θα υποστήριζαν οι Ηνωμένες Πολιτείες μια ισραηλινή επίθεση κατά του Ιράν;
Θα συμμετείχαν οι ίδιες στρατιωτικά;
Για την Τεχεράνη, όσο μεγαλύτερες διαφωνίες προκύπτουν μεταξύ ΗΠΑ και Ισραήλ σχετικά με την πορεία του πολέμου, τόσο πιο ευνοϊκή γίνεται η κατάσταση.
Τελικά, ο Τραμπ επέλεξε να κρατήσει αποστάσεις τουλάχιστον σε δημόσιο επίπεδο και να συνεχίσει να προωθεί τη διπλωματική οδό με το Ιράν. Σε συνέντευξή του στο NBC, λίγες ώρες πριν από την κλιμάκωση, επανέλαβε ότι μια συμφωνία με το Ιράν βρίσκεται «πολύ κοντά».
Μετά τα γεγονότα, αντιμετώπισε με παρόμοια διάθεση τόσο το Ισραήλ όσο και το Ιράν, δηλώνοντας ότι «διασκέδασαν αρκετά» και πως τώρα είναι ώρα να επιστρέψουν στις συνομιλίες.
Η ιρανική ηγεσία εμφανίζεται ενισχυμένη από την έκβαση της αντιπαράθεσης. Ο πρόεδρος του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκιάν, υποστήριξε ότι τα στρατιωτικά πλήγματα κατά του Ισραήλ ενίσχυσαν τη διαπραγματευτική θέση της χώρας έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών.
Χαρακτήρισε τη «διπλωματία και την άμυνα» ως τις «δύο πτέρυγες της εθνικής ισχύος». «Δεν εγκαταλείψαμε ούτε το πεδίο, ούτε το τραπέζι των διαπραγματεύσεων», έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η ιρανική οικονομία βρίσκεται υπό έντονη πίεση, η οποία επιδεινώθηκε από τον αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό των λιμανιών της χώρας.
Η ηγεσία του Ιράν επιδιώκει πρωτίστως δύο πράγματα από τις συνομιλίες με την Ουάσιγκτον.
Το πρώτο είναι η πρόσβαση σε οικονομικούς πόρους, μέσω της χαλάρωσης των κυρώσεων και της αποδέσμευσης δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων από τα έσοδα πετρελαϊκών εξαγωγών που παραμένουν δεσμευμένα.
Το δεύτερο είναι ο περιορισμός της ισραηλινής κλιμάκωσης εναντίον της Χεζμπολάχ στον Λίβανο, καθώς η Τεχεράνη θεωρεί ότι η οργάνωση λειτουργεί αποτρεπτικά απέναντι σε μελλοντικές επιθέσεις κατά του ίδιου του Ιράν.
Υπό το βάρος των υψηλών τιμών πετρελαίου που προκαλεί το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, η Τεχεράνη φαίνεται να εκτιμά ότι ο Τραμπ δεν είναι διατεθειμένος αυτή τη στιγμή να αναλάβει μεγάλο ρίσκο, αν και κάθε νέα κλιμάκωση δοκιμάζει τα όρια της υπομονής του.
Για τον λόγο αυτό, το Ιράν αναμένεται να συνεχίσει να πιέζει ώστε να εξασφαλίσει εκ των προτέρων άρση κυρώσεων και αποδέσμευση περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο μιας ενδεχόμενης συμφωνίας, εκτιμώντας ότι ο Τραμπ επιθυμεί περισσότερο μια συμφωνία παρά την επιστροφή σε πολεμική αντιπαράθεση.
Ερωτηθείς αν θα αποδέσμευε ιρανικά περιουσιακά στοιχεία ή θα ήρε κυρώσεις πριν από την επίτευξη συμφωνίας, ο Τραμπ απάντησε μονολεκτικά: «Όχι». Αυτός ενδέχεται να είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους δεν έχει ακόμη επιτευχθεί συμφωνία.
Παρ’ όλα αυτά, ο κίνδυνος περαιτέρω αποσταθεροποίησης της περιοχής παραμένει σημαντικός και θα μπορούσε να οδηγήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν σε έναν νέο κύκλο άμεσης στρατιωτικής σύγκρουσης.
