Οι εύθραυστες ισορροπίες Άγκυρας – Ουάσιγκτον – Η νέα «πόρτα» των ΗΠΑ για τα F-35 Οι τουρκο-αμερικανικές σχέσεις βρίσκονται σε μια εύθραυστη αλλά ενδιαφέρουσα φάση, με την Ουάσιγκτον να αντιμετωπίζει την Άγκυρα ως απαραίτητο εταίρο για τη διαχείριση κρίσεων σε διάφορες περιοχές. Ωστόσο, παρά τη βελτίωση του πολιτικού κλίματος, θεμελιώδεις περιορισμοί, όπως το ζήτημα των F-35 και η έλλειψη εμπιστοσύνης λόγω των S-400 και άλλων πολιτικών, εξακολουθούν να υφίστανται. EN ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ Στεφανία Κασίμη ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ 12:37, Τρίτη 09 Ιουνίου 2026 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ 12:38, Τρίτη 09 Ιουνίου 2026 Διεθνή Νέα Φωτογραφία αρχείου: AP Photo/Kamran Jebreili

ΣΥΝΟΨΗ ΑΡΘΡΟΥ Τα βασικά σημεία του άρθρου Οι τουρκο-αμερικανικές σχέσεις εισέρχονται σήμερα σε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και ταυτόχρονα πιο εύθραυστες φάσεις της τελευταίας δεκαετίας, με την Αγκυρα να θεωρείται απαραίτητος εταίρος για τη διαχείριση κρίσεων. Η Ουάσιγκτον έχει αρχίσει να βλέπει ξανά την Τουρκία ως αναγκαίο παράγοντα σταθερότητας, ενώ η αμερικανική πολιτική στη Συρία προωθεί την ενσωμάτωση των κουρδικών δομών στο νέο συριακό κράτος, πλησιάζοντας τις επιδιώξεις της Αγκυρας. Ωστόσο, παρά τη βελτίωση του πολιτικού κλίματος, οι θεμελιώδεις περιορισμοί παραμένουν, με το ζήτημα των F-35 να δείχνει ότι η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα δεν μπορεί να προχωρήσει όσο οι ρωσικοί S-400 παραμένουν σε τουρκικό έδαφος. Το κείμενο κάθε σύνοψης ελέγχεται από δημοσιογράφους του enikos.gr

Πώς διαμορφώνονται οι τουρκοαμερικανικές σχέσεις και η νέα «πόρτα» των ΗΠΑ για τα F-35.

Οι τουρκο-αμερικανικές σχέσεις εισέρχονται σήμερα σε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και ταυτόχρονα πιο εύθραυστες φάσεις της τελευταίας δεκαετίας. Για πρώτη φορά έπειτα από χρόνια, η Αγκυρα δεν βρίσκεται στο επίκεντρο της αμερικανικής προσοχής ως πρόβλημα προς διαχείριση, αλλά ως απαραίτητος εταίρος για τη διαχείριση κρίσεων που εκτείνονται από τη Συρία και το Ιράκ μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, τον νότιο Καύκασο και τη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής.

Του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΑΡΕΤΑΙΟΥ – ΠΗΓΗ: Realnews

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι δύο χώρες έχουν επανέλθει σε στρατηγική σύμπλευση, αλλά ότι η Ουάσιγκτον έχει αρχίσει να βλέπει ξανά την Τουρκία ως αναγκαίο παράγοντα σταθερότητας, σε μια περίοδο που η αμερικανική εξωτερική πολιτική προσπαθεί να περιορίσει τα ανοιχτά μέτωπα και να επικεντρωθεί στις μεγάλες παγκόσμιες αντιπαραθέσεις.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η πλέον χαρακτηριστική ένδειξη αυτής της μεταβολής είναι ο ιδιαίτερος ρόλος που έχει αναλάβει ο Αμερικανολιβανέζος εκατομμυριούχος και προσωπικός φίλος του Ντόναλντ Τραμπ, Τομ Μπάρακ. Η απόφαση του Τραμπ να του αναθέσει ταυτόχρονα την πρεσβεία στην Αγκυρα, τον φάκελο της Συρίας και πλέον και τον φάκελο του Ιράκ δεν αποτελεί μια τυπική διπλωματική επιλογή. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια συγκέντρωση εξουσίας που δεν έχει προηγούμενο τα τελευταία χρόνια. Για πρώτη φορά ένας άνθρωπος που έχει προσωπική πρόσβαση στον Αμερικανό Πρόεδρο διαχειρίζεται ταυτόχρονα όλα τα βασικά περιφερειακά ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα την Τουρκία. Για την Αγκυρα αυτό συνιστά ένα σαφές πλεονέκτημα. Αντί να συνομιλεί με διαφορετικά κέντρα εξουσίας στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στο Πεντάγωνο και στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, αποκτά έναν ενιαίο δίαυλο επικοινωνίας με τον Λευκό Οίκο.

Το δεύτερο μεγάλο κέρδος για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αφορά τη Συρία. Επί μία δεκαετία, το κουρδικό ζήτημα αποτέλεσε το σημαντικότερο σημείο τριβής ανάμεσα στις δύο χώρες. Οι αμερικανικές σχέσεις με τις κουρδικές δυνάμεις της βόρειας Συρίας δηλητηρίασαν τις διμερείς με την Τουρκία σε βαθμό που συχνά έμοιαζε μη αναστρέψιμος. Σήμερα, όμως, το πλαίσιο έχει μεταβληθεί. Η Ουάσιγκτον δεν φαίνεται πλέον να επενδύει σε κάποιο μοντέλο ημιαυτόνομης κουρδικής οντότητας υπό αμερικανική προστασία. Αντίθετα, προωθεί την ενσωμάτωση των κουρδικών δομών στο νέο συριακό κράτος και υποστηρίζει μια διαδικασία σταδιακής επανένταξης των περιοχών αυτών στην κεντρική διοίκηση της Δαμασκού. Δεν πρόκειται για πλήρη υιοθέτηση των τουρκικών θέσεων, αλλά αναμφίβολα συνιστά μια εξέλιξη πολύ πιο κοντά στις στρατηγικές επιδιώξεις της Αγκυρας μετά το 2015.

Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να διαβαστεί και η προγραμματισμένη Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα. Η παρουσία του Τραμπ προσδίδει ιδιαίτερο βάρος στη συνάντηση και προσφέρει στον Ερντογάν την ευκαιρία να εμφανιστεί ως ένας από τους λίγους ηγέτες που διατηρούν ταυτόχρονα ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα, τη νέα ηγεσία της Συρίας και τις αραβικές πρωτεύουσες. Σε μια περίοδο που η γεωπολιτική αξία αποκτά συχνά μεγαλύτερη σημασία από τους παραδοσιακούς δείκτες δημοκρατίας ή οικονομικής σταθερότητας, η Τουρκία επανατοποθετείται στο κέντρο των στρατηγικών υπολογισμών της Δύσης.

Ωστόσο, εδώ ακριβώς αρχίζει και η δεύτερη, πιο εύθραυστη πλευρά της σχέσης. Διότι, παρά τη σαφή βελτίωση του πολιτικού κλίματος, οι θεμελιώδεις περιορισμοί που καθορίζουν τις τουρκο-αμερικανικές σχέσεις παραμένουν σε μεγάλο βαθμό άθικτοι. Η πιο χαρακτηριστική απόδειξη είναι το ζήτημα των F-35. Τους τελευταίους μήνες στην Αγκυρα καλλιεργήθηκε η εντύπωση ότι η προσωπική σχέση Τραμπ Ερντογάν και η ενεργός παρέμβαση του Μπάρακ θα μπορούσαν να ανοίξουν τον δρόμο για μια επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα του μαχητικού πέμπτης γενιάς. Η δημόσια τοποθέτηση, όμως, του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, πριν από λίγες ημέρες υπενθύμισε τα όρια αυτής της προσδοκίας. Η αμερικανική νομοθεσία εξακολουθεί να θεωρεί ότι όσο οι ρωσικοί S-400 παραμένουν σε τουρκικό έδαφος η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 δεν μπορεί να προχωρήσει.

Η σημασία αυτής της δήλωσης υπερβαίνει το ίδιο το πρόγραμμα των F-35, καθώς αποκαλύπτει ότι η σημερινή προσέγγιση μεταξύ Αγκυρας και Ουάσιγκτον έχει πολύ συγκεκριμένα όρια. Ο Τραμπ μπορεί να επιθυμεί μια πιο λειτουργική σχέση με τον Ερντογάν, ο Μπάρακ μπορεί να επιδιώκει νέους συμβιβασμούς, όμως το αμερικανικό κράτος δεν ταυτίζεται με τον Λευκό Οίκο. Το Κογκρέσο, οι υπηρεσίες ασφαλείας, σημαντικό τμήμα του Πενταγώνου και μεγάλο μέρος της αμερικανικής γραφειοκρατίας φαίνεται ότι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την Τουρκία με βαθιά επιφύλαξη.

Η επιφύλαξη αυτή δεν αφορά μόνο τους S-400 αλλά συνολικά το πρόβλημα εμπιστοσύνης που έχει συσσωρευτεί τα τελευταία δέκα χρόνια ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Τουρκία. Οι σχέσεις της Αγκυρας με τη Ρωσία, οι εντάσεις με το Ισραήλ, η αμφίθυμη στάση έναντι του Ιράν, αλλά και η εσωτερική πορεία του καθεστώτος Ερντογάν συνεχίζουν να δημιουργούν ερωτήματα στην Ουάσιγκτον για το κατά πόσο η Τουρκία αποτελεί έναν προβλέψιμο σύμμαχο.

«Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η σημερινή φάση των τουρκο-αμερικανικών σχέσεων δεν πρέπει να περιγράφεται ως στρατηγική επαναπροσέγγιση», επεσήμαναν στη Realnews Ευρωπαίοι αναλυτές, εκτιμώντας ότι «πρόκειται περισσότερο για μια αμοιβαία αναγνώριση αναγκών παρά για αποκατάσταση εμπιστοσύνης». Η Ουάσιγκτον χρειάζεται την Τουρκία για να διαχειριστεί τη Συρία, το Ιράκ, τη Μαύρη Θάλασσα και ένα μέρος της νέας περιφερειακής τάξης στη Μέση Ανατολή. Η Αγκυρα και ο Ερντογάν χρειάζονται τις ΗΠΑ για να μειώσουν το γεωπολιτικό ρίσκο, να προσελκύσουν επενδύσεις και να ενισχύσουν τη διεθνή αλλά και την εσωτερική νομιμοποίησή τους.

Η Τουρκία βρίσκεται σήμερα στην καλύτερη θέση απέναντι στην Ουάσιγκτον από την εποχή της κρίσης των S-400 και μετά. Απέχει όμως ακόμα αρκετά από το να έχει ανακτήσει τη θέση που κατείχε πριν από αυτήν. Ο Ερντογάν έχει αναμφισβήτητα κερδίσει μεγαλύτερη πρόσβαση, περισσότερη επιρροή και ευρύτερα περιθώρια ελιγμών, δεν έχει όμως κερδίσει ακόμη το δυσκολότερο, την πλήρη αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.