Ήταν 4 τα ξημερώματα της 13ης Ιουλίου 2015 όταν ο Φρανσουά Ολάντ ζήτησε να μιλήσει στον Αλέξη Τσίπρα. Ο Έλληνας πρωθυπουργός, εξαντλημένος από τις πολύωρες ψυχροπολεμικές διαπραγματεύσεις, απάντησε: «Αρκετά για απόψε». Για να λάβει την πληρωμένη απάντηση ότι «άλλη φορά» δεν θα υπήρχε.
Λίγο νωρίτερα, ο Ματέο Ρέντσι τον είχε παρακαλέσει στον διάδρομο να μην φύγει. Ο Τσίπρας είχε αντιδράσει με ένα κοφτό «φτάνει πια» και απομακρύνθηκε. Γυρνώντας προς τους συνεργάτες του, ο Ιταλός πρωθυπουργός είπε μόνο: «Χάσαμε την Ελλάδα».
Δεν την έχασαν, αλλά η απόσταση από την καταστροφή ήταν μόλις ένα χιλιοστό.
Επτά δραματικοί μήνες, «κόστισαν» στην Ελλάδα 100 δισ. ευρώ. Tο αριστερό αφήγημα κατέρρευσε με ένα τηλεφώνημα από τη Μόσχα, την ώρα που στο Βερολίνο ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε σχεδίαζε την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ, για την οποία η Άνγκελα Μέρκελ φέρεται να δήλωνε πλήρη άγνοια.
Αυτή είναι η ιστορία που αφηγούνται οι πρωταγωνιστές της περιόδου στο τελευταίο επεισόδιο του ντοκιμαντέρ των Ελένης Βαρβιτσιώτη και Βικτώριας Δενδρινού «Στο Χιλιοστό», μιλώντας για την πιο δραματική στιγμή στην ιστορία της Ευρωζώνης.
Ουρές στα ΑΤΜ. Κόσμος στα βενζινάδικα. Οι εφημερίδες μιλούν για «δραματικές ώρες».
Στις 12 το μεσημέρι, ο τότε Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Ολάντ δηλώνει: «Λυπάμαι για αυτή την επιλογή, γιατί βρισκόμασταν πολύ κοντά σε μια συμφωνία. Το διακύβευμα, άλλωστε, είναι θεμελιώδους σημασίας. Θα μάθουμε αν οι Έλληνες θέλουν να παραμείνουν στην Ευρωζώνη. Κατά τη γνώμη μου, εκεί είναι η θέση τους. Αλλά, εκείνοι θα αποφασίσουν αν θέλουν να μείνουν ή να πάρουν το ρίσκο της αποχώρησης.»
Το ίδιο βράδυ, στις 10.00, ο Αλέξης Τσίπρας, μέσω τηλεοπτικής συνέντευξης απαντά: «Μεθαύριο ο ήλιος θα βγει από την Ανατολή. … Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες θα ζουν και θα αναπνέουν κανονικά. … Θα αντιμετωπίσουμε με νηφαλιότητα και ψυχραιμία τις απειλές και τους εκβιασμούς. Έκλεισαν τις τράπεζες ακριβώς διότι δεν αποδέχθηκαν ότι σε αυτή την κρίσιμη στιγμή έχει δικαίωμα ένας λαός να αποφασίσει. Είτε το ναι είτε το όχι. Κατέθεσαν στην ελληνική κυβέρνηση μια πρόταση τελεσίγραφο. Δεν πιστεύω ότι θέλουν να μας πετάξουν έξω από το ευρώ και δεν θα το κάνουν. Το κόστος είναι τεράστιο.»
Η Ελλάδα δεν καταβάλλει δόση 1,6 δισ. ευρώ στο ΔΝΤ. Η χώρα εισέρχεται σε αχαρτογράφητη ζώνη. Η αθέτηση της πληρωμής την οδηγεί εκτός του προγράμματος των δανειστών και εντός του κλαμπ όπου βρίσκονταν χώρες όπως η Ζιμπάμπουε.
Ο Τζακ Λιου, υπουργός οικονομικών των ΗΠΑ από το 2013 έως το 2017, θυμάται: «Εκείνη την εβδομάδα ήταν ξεκάθαρο ότι είτε θα γινόταν αυτή η συμφωνία είτε η κατάσταση θα οδηγούνταν σε μια ανεπίλυτη κρίση, κάτι που σήμαινε κατάρρευση. Θυμάμαι να του λέω του Τσίπρα πως οι πιο δύσκολες αποφάσεις που παίρνεις ως κυβέρνηση είναι για όσα πρέπει να κάνεις ώστε να μην συμβούν πράγματα τα οποία είναι άσχημα για τη χώρα. Ώστε να μπορείς να πεις πως έκανες ό,τι έπρεπε για τον σωστό λόγο ακόμη κι αν ήταν κάτι με το οποίο δεν συμφωνούσες απόλυτα. Παρέμενε παραδόξως σιωπηλός πολλές φορές όταν κάναμε τέτοιες συζητήσεις. Μπορούσες να καταλάβεις ότι σκεφτόταν. Νομίζω ότι καταλάβαινε πως εκείνος και ο Πρόεδρος Ομπάμα είχαν μια κοινή ανησυχία για τον αντίκτυπο στους ανθρώπους. Απλώς έπρεπε να κάνει κάτι πολύ δύσκολο.»
Την ίδια περίοδο, το παρασκήνιο με το Βερολίνο ήταν έντονο. Όπως διηγείται ο Ντάλιπ Σινγκ, αξιωματούχος του υπουργείου οικονομικών των ΗΠΑ (2011-2017): «Το σημαντικότερο μήνυμα του επικεφαλής της κυβέρνησής μας στην Καγκελάριο Μέρκελ αφορούσε την προσωπική της κληρονομιά. Ήθελε να τη θυμούνται όχι ως εκείνη που έσωσε την Ευρώπη ή ως εκείνη που επέβλεψε τη διάλυση του ευρώ και του ευρωπαϊκού εγχειρήματος; Θέλεις να σε θυμάται έτσι η ιστορία;»
Παράλληλα, ο Φιλίπ Λεγκλίζ Κόστα, σύμβουλος Ευρωπαϊκών υποθέσεων του Φρανσουά Ολάντ (2012-2017), εξηγεί τη στάση των διεθνών οργανισμών: «Υπήρχε πολύ στενός συντονισμός στο ΔΝΤ, χάρη και στη στήριξη του τότε Αμερικανού προέδρου, ώστε να μην υπάρξουν συνέπειες και να μην θεωρήσει το ΔΝΤ πως δημιουργούνταν άμεσος κίνδυνος για την Ελλάδα. Δεν ήταν κάτι προφανές. Θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί διαφορετικά, αν δεν υπήρχε εκείνη την περίοδο ένα πνεύμα συνεργασίας.»
Λίγες μέρες πριν το δημοψήφισμα, οι δημοσκοπήσεις κινούνται οριακά 50%-50%, 51%-49%, 52%-48%, θυμάται ο Δημήτρης Τζανακόπουλος. «Ξέραμε ότι θα κερδίσουμε.»
Νωρίς το απόγευμα της Κυριακής, ο πρόεδρος Ολάντ συνομίλησε με την καγκελάριο Μέρκελ, όπως λέει ο Φιλίπ Λεγκλίζ Κόστα: «Δεν είχαμε επίσημα αποτελέσματα, αλλά ήταν προφανές και συμφώνησαν να αφιερώσουν την υπόλοιπη μέρα, καλώντας όλους τους Ευρωπαίους ηγέτες, τους επικεφαλής των θεσμών, τους αρχηγούς κρατών, ώστε να αποφευχθούν οι δημόσιες δηλώσεις που θα ερμήνευαν το αποτέλεσμα ως έξοδο από την Ευρωζώνη. Και μετά συμφώνησαν να μιλήσουν με τον Έλληνα πρωθυπουργό.»
Οι κάλπες έκλεισαν. Η εκτίμηση της Singular Logic ότι το «όχι» θα ξεπεράσει το 61% δημιούργησε ενθουσιασμό και ζητωκραυγές στο Μαξίμου.
Ο δημοσιογράφος Πολ Μέισον περιγράφει τις στιγμές εκείνες: «Ο Βαρουφάκης ήταν χαρούμενος, με τον Αλέκο Φλαμπουράρη δίπλα του να δείχνει σοκαρισμένος χωρίς να συμμερίζεται τον ενθουσιασμό του τότε υπουργού Οικονομικών. Το πλήθος στους δρόμους ήταν εκστασιασμένο. Δεν ήταν απλώς η άκρα Αριστερά. Πρέπει να καταλάβετε ότι επρόκειτο για απλούς, καθημερινούς ανθρώπους. Δεν κρατούσαν κόκκινες σημαίες· κρατούσαν την ελληνική σημαία.»
«Ένιωσα μεγαλύτερη χαρά από την ημέρα της νίκης της εκλογής. Υπήρχε ένα ξάφνιασμα, με την έννοια ότι δεν περιμέναμε τόσο μεγάλη διαφορά», λέει ο Δημήτρης Τζανακόπουλος.
Μετά το αποτέλεσμα, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος δήλωνε στην κάμερα: «Είναι μια νίκη που πιστεύω ότι θα καταγραφεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ότι ένα έθνος σε μια συγκεκριμένη στιγμή είπε: “Δεν θα ακολουθήσουμε αυτό που μας λένε”. Και νομίζω ότι αυτό θα μείνει στη μνήμη των ανθρώπων για πολύ, πολύ καιρό.»
Από την πλευρά του, ο Νίκος Παππάς, υπουργός Επικρατείας (2015-2019), σημειώνει: «Φτάσαμε μέχρι εκεί που είχαμε πει στον λαό ότι θα πάμε. Δεν ζητήσαμε ποτέ εντολή να φύγουμε από την Ευρώπη. Το βασικό σενάριο -άνευ ατυχήματος- ήταν απλώς να καταρρεύσουμε πολιτικά εμείς ως κυβέρνηση.»
Το ίδιο βράδυ, η πίεση κορυφώθηκε. Σύμφωνα με τον Φιλίπ Λεγκλίζ Κόστα: «Ο πρόεδρος Ολάντ επικοινώνησε με τον Έλληνα πρωθυπουργό και του είπε ότι θα συζητήσει με την Άγκελα Μέρκελ την επομένη. Η κατάσταση ήταν πιο σοβαρή από ό,τι πριν και το ήξερε. Του είπε, “δεν μπορώ να πείσω τη Γερμανία να στηρίξει την Ελλάδα, για να παραμείνει στην Ευρώπη, αν η Ελλάδα δεν αναλάβει τις ευθύνες της. Πρέπει να με βοηθήσεις για να σε βοηθήσω.” Δεν ήταν μια εύκολη συζήτηση.»
Ο Προκόπης Παυλόπουλος, Πρόεδρος της Δημοκρατίας (2015-2020), μοιράζεται την πρώτη του σκέψη μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος: «Να πάρει τον πρωθυπουργό και να του πει αν σήμερα το βράδυ δεν ερμηνεύσεις κι εσύ ότι το ‘όχι’ δεν σημαίνει εκτός ευρωζώνης αλλά είναι επανέναρξη διαπραγμάτευσης, τότε να ξέρεις ότι εγώ έχω παραιτηθεί.»
Λίγο αργότερα, σε δηλώσεις του ο Αλέξης Τσίπρας ξεκαθάριζε: «Ελληνίδες, Έλληνες, σήμερα με δεδομένες τις δυσμενείς συνθήκες που διαμορφώθηκαν την προηγούμενη εβδομάδα, κάνατε μια πολύ γενναία επιλογή. Ωστόσο, έχω πλήρη συνείδηση… Ότι η εντολή που μου δίνετε δεν είναι εντολή ρήξης με την Ευρώπη, αλλά εντολή ενίσχυσης της διαπραγματευτικής μας δύναμης για μια επίτευξη βιώσιμης συμφωνίας. Αμέσως μετά θα επικοινωνήσω με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και θα του ζητήσω αύριο το πρωί τη σύγκληση του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών, προκειμένου να ενημερώσω για τις άμεσες πρωτοβουλίες της Κυβέρνησης αλλά και να ακούσω τις δικές τους προτάσεις.»
Ο Προκόπης Παυλόπουλος εξηγεί τη συνέχεια: «Δηλαδή για να μπορέσουμε να πείσουμε τους εταίρους μας ότι αυτό είναι μια σοβαρή απόφαση ύστερα από το δημοψήφισμα, ο μόνος τρόπος για να γίνει αυτό ήταν να συγκαλέσω το Συμβούλιο των Πολιτικών Αρχηγών και να συνεννοηθώ με τον κύριο Τσίπρα ότι τυπικά μου το ζητάει αυτός και εγώ συνεννοούμαι με τους αρχηγούς των κομμάτων.»
Στο ερώτημα του Προέδρου της Δημοκρατίας «Θα ‘ρθείτε;», η απάντηση του Σταύρου Θεοδωράκη, προέδρου τότε στο «Ποτάμι», ήταν άμεση: «Προφανώς θα έρθουμε Πρόεδρε, γιατί η Ελλάδα είναι με το ένα πόδι στον γκρεμό.»
Την επόμενη ημέρα, οι πολιτικές εξελίξεις επισφραγίστηκαν με μια σημαντική αποχώρηση. Στο ερώτημα γιατί παραιτήθηκε ο Γιάνης Βαρουφάκης, ο Νίκος Παππάς απαντά: «Δεν υπήρχε περίπτωση να υπηρετήσει οποιουδήποτε τύπου συμφωνία. Νομίζω του το ζήτησε ο Πρωθυπουργός.»
Ο Πιερ Μοσκοβισί, Ευρωπαίος Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων (2014-2019), δίνει τη δική του οπτική για τις επιλογές εκείνης της περιόδου: «Αυτός ο τύπος (ο Τσίπρας) εξελέγη για να αλλάξει ή για να καταστρέψει το πρόγραμμα. Επέλεξε έναν υπουργό Οικονομικών που κατέστρεψε τη διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας.»
Το επόμενο πρωί, ο χρόνος για την ελληνική πλευρά μετρούσε αντίστροφα. Ο Φρανσουά Ολάντ είχε διαμηνύσει στον Προκόπη Παυλόπουλο ότι θα αναλάμβανε την πρωτοβουλία να μεταφέρει τη νέα ελληνική θέση στους υπόλοιπους εταίρους και ότι καλό θα ήταν να προχωρήσει αυτή η διαδικασία, ξεκαθαρίζοντας όμως πως τα περιθώρια ήταν εξαιρετικά στενά: «Δεν την έχουμε αύριο όλη την ημέρα. Πρέπει το μεσημέρι νωρίς να έχουμε τελειώσει.»
Στις εννέα η ώρα το πρωί, όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί ήταν παρόντες στο Προεδρικό Μέγαρο.
Ο Σταύρος Θεοδωράκης περιγράφει το κλίμα που επικράτησε στα πρώτα λεπτά της σύσκεψης. «Στην έναρξη ο Καμμένος ήταν σε τόνους πανηγυρικούς. Δηλαδή ότι παιδιά πήραμε το δημοψήφισμα, οι κακοί στη φυλακή, λεφτά έρχονται. Όταν του επισήμανα “Πάνο, συγχρονίσου λίγο με την ατμόσφαιρα, δες και πώς είναι ο αρχηγός σου”, ήταν σε περίσκεψη, σε βαθιά περίσκεψη και καθόλου δεν χαμογέλαγε.»
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, διέκρινε την ίδια εσωτερική πίεση στον Πρωθυπουργό, αλλά και μια αίσθηση διεξόδου: «Είχε πραγματικά και εκείνος την αγωνία, αλλά όταν ήξερε ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι άλλοι συναρχηγοί να το πω έτσι, είχαν έρθει με αυτή την πρόθεση, ήταν και εκείνος ανακουφισμένος.»
Από την πλευρά του, ο Πάνος Καμμένος, Πρόεδρος των Ανεξαρτήτων Ελλήνων και Υπουργός Άμυνας, λέει: «Εγώ δεν πιστεύω ότι κανένας πολιτικός αρχηγός από κανένα κόμμα, ανεξαρτήτως διαφορετικών ιδεολογικών αντιλήψεων, θέλει το κακό της χώρας του. Ο καθένας από τη δική του πλευρά το καλό της πατρίδας του θέλει και γι’ αυτό το λόγο έγινε και το Συμβούλιο σε ένα πολύ καλό κλίμα.»
Κατά τη διάρκεια της μακράς και φορτισμένης συζήτησης, υπήρξε μια προσωρινή παύση, προκειμένου να πραγματοποιηθεί μια κρίσιμη τηλεφωνική επικοινωνία του Αλέξη Τσίπρα με τον Βλαντιμίρ Πούτιν.
Ο Σταύρος Θεοδωράκης θυμάται πώς αντιμετώπισε η σύσκεψη το αποτέλεσμα αυτού του τηλεφωνήματος: «Το τι ειπώθηκε μας το μετέφερε περίπου ο ίδιος ο Τσίπρας μετά στη σύσκεψη. Ο Τσίπρας είπε με τόνο ειλικρίνειας ότι “μίλησα με τον Πρόεδρο Πούτιν. Μου είπε ότι αυτή τη στιγμή δεν μπορεί να βοηθήσει”. Τι να βοηθήσει; Να παίρναμε ρούβλια; Αυτό είχε στο μυαλό του ο Λαφαζάνης και ένα μεγάλο τμήμα του ΣΥΡΙΖΑ. “Αλλά είναι διατεθειμένος, αν θέλουμε, να μιλήσει ευνοϊκά για εμάς στη Μέρκελ”. Πιστεύω ότι εκεί ήταν η απόλυτη κατάρρευση του αριστερού αφηγήματος. Ο πρόεδρος Πούτιν όχι μόνο δεν μας βοηθά, αλλά είναι αυτός που θέλει να μιλήσει στην κακιά μάγισσα να μας βοηθήσει αυτή.»
Το ζήτημα πλέον ήταν ξεκάθαρο: οι πιστωτές της Ελλάδας, κυρίως η Γερμανία και η Γαλλία, θα μπορούσαν να αποφασίσουν ότι έχουν κουραστεί, να επιτρέψουν στην Ελλάδα να χρεοκοπήσει και να την αναγκάσουν να εγκαταλείψει το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα. Αυτό θα αποτελούσε ένα προειδοποιητικό μάθημα για άλλες ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετώπιζαν δυσκολίες, αλλά θα οδηγούσε την Ελλάδα σε χρεοκοπία.
Στο Μέγαρο των Ηλυσίων, η Άνγκελα Μέρκελ και ο Φρανσουά Ολλάντ πραγματοποιούν κατ’ ιδίαν συνάντηση. Ένα μόνο θέμα είναι στην ατζέντα τους: η Ελλάδα. Από τη μια η παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη. Τι θα σήμαινε αυτό όσον αφορά τους όρους; Ή η Ελλάδα φεύγει από την Ευρωζώνη και τι επίσης θα σήμαινε αυτό; Μέχρι τέλους η επιλογή της εξόδου δεν είχε αποκλειστεί, αποκαλύπτει ο Φιλίπ Λεγκλίζ Κόστα. Γιατί, όπως εξηγεί, η επιλογή της παραμονής της χώρας στην Ευρωζώνη είχε προϋποθέσεις.
Ο Νικόλαους Μάγιερ-Λαντρούτ, Σύμβουλος Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της Άνγκελα Μέρκελ (2011-2015), αναλύει τη γαλλική προσέγγιση: «Το θέμα ήταν και για τη γαλλική πλευρά να βοηθήσει να πειστεί η ελληνική πλευρά να κάνει τα απαραίτητα, ώστε η παραμονή στο ευρώ να γίνει βιώσιμη.»
Ο Γάλλος πρόεδρος είχε δηλώσει σε όλους τους τόνους ότι ήταν υπέρ της παραμονής της Ελλάδας στο ευρώ. Πλέον, η μπάλα ήταν στην πλευρά του Τσίπρα «να κάνει σοβαρές αξιόπιστες προτάσεις που θα εκφράζουν αυτή τη θέληση να παραμείνει η χώρα στη ζώνη του Ευρώ», όπως δήλωσε ο Ολάντ μετά τη συνάντησή του με τη Μέρκελ.
Πέμπτη 9 Ιουλίου – Το έγγραφο Σόιμπλε και το «Κόφτο» Γιούνκερ στη Μέρκελ
Ξαφνικά διαρρέει μια πρόταση από το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών για προσωρινή έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ.
«Όχι πάλι» ήταν η πρώτη σκέψη στο μυαλό του Τόμας Βίζερ μόλις είδε στο μέιλ του τη συγκεκριμένη πρόταση, την οποία είχε αποστείλει ο Γερμανός συνεργάτης τους, Τόμας Στέφεν.
Ο Τόμας Στέφεν, Γενικός Γραμματέας του υπουργείου Οικονομικών της Γερμανίας, εξηγεί τη λογική πίσω από αυτή την κίνηση: «Νομίζω ότι ο Σόιμπλε με δεδομένο το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν πολύ ανοιχτός στο να ακολουθήσει το Plan B. Σε αυτή τη βάση συντάξαμε ένα μονοσέλιδο έγγραφο με μια σαφή πρόταση: Η Ελλάδα θα πρέπει να διαπραγματευτεί μια προσωρινή έξοδο από το ευρώ για τουλάχιστον 5 χρόνια. Αν αποφασίσετε να φύγετε από το ευρώ, τότε θα βρούμε κάποιον τρόπο να σας χρηματοδοτήσουμε, να σας βοηθήσουμε ως μέλος της ΕΕ όχι σαν μέλος της Ευρωζώνης.»
Ο Γερούν Ντάισελμπλουμ, πρόεδρος του Eurogroup το διάστημα 2013-2018, σοκάρεται από το περιεχόμενο: «Όταν έλαβα την πρόταση εξεπλάγην. Δεν πίστευα σε ένα προσωρινό Grexit. Ήμουν σίγουρος πως θα ήταν μια μακροχρόνια προσωρινή κατάσταση. Υπήρχαν όμως και πολύ εξευτελιστικά στοιχεία, όπως μια απαίτηση 50 δισ. σε ελληνικά περιουσιακά στοιχεία που θα μεταβιβάζονταν στο Λουξεμβούργο για να τα διαχειρίζεται μια εταιρεία εκεί.»
Η ιδέα ήταν να υπάρχουν ορισμένοι άριστοι διαχειριστές να διαχειρίζονται ένα εξωτερικό ταμείο που θα ιδιωτικοποιούσε τα περιουσιακά στοιχεία της Ελλάδας για επενδύσεις, ώστε να αποτελέσουν ένα είδος εγγύησης για το χρέος.
Το κείμενο του εγγράφου ήταν στην πραγματικότητα ένα σχέδιο για Grexit. Ο Μάρτιν Σελμάιερ, Διευθυντής του Γραφείου του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ (2014-2018), αναφέρει πως ο Πρόεδρος Γιούνκερ ήταν αρκετά σοκαρισμένος από αυτή την εξέλιξη.
Ο ίδιος ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ αποκαλύπτει την άμεση αντίδρασή του: «Τηλεφώνησα στη Μέρκελ στην οποία είπα “Κόφτο. Κόφτο γιατί το έχετε παρακάνει”. Μου είπε πως δεν είχε ξαναδεί αυτό το έγγραφο και πως δεν συμφωνούσε με αυτό.»
Ο Γιούνκερ έπρεπε να διασφαλίσει ότι το έγγραφο αυτό θα το διάβαζαν όλοι οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων στο Βερολίνο. Έτσι φρόντισε να βρει τον δρόμο του προς τη Frankfurter Allgemeine Zeitung, όπου έγινε πρωτοσέλιδο με τίτλο «Ο Σόιμπλε βάζει το Grexit στο τραπέζι», προκαλώντας μεγάλη συζήτηση στη γερμανική κυβέρνηση.
Ο Γερούν Ντάισελμπλουμ επισημαίνει τη σοβαρότητα της κατάστασης: «Είχα συνεργαστεί πολύ καλά με τον Σόιμπλε και πολύ συχνά μπορούσα να καταλάβω τη θέση του. Αλλά αυτή ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα ότι τα κίνητρά του δεν ήταν πολιτικά για το εγχώριο πολιτικό κοινό. Κάτι πολύ επιβλαβές για το εγχείρημα του ευρώ.»
Γιατί, όμως, ο Σόιμπλε επέμενε τόσο πολύ να φύγει η Ελλάδα από την Ευρωζώνη; Σύμφωνα με τον Γιούνκερ, αυτό οφειλόταν στην πίεση της κοινής γνώμης όπως και της κοινής γνώμης του Τύπου στη Γερμανία, αλλά και στην πίεση της κοινοβουλευτικής ομάδας των Χριστιανοδημοκρατών.
Τι θα γινόταν αν η Ελλάδα έβγαινε πράγματι από το ευρώ για πέντε χρόνια; Ο Τόμας Στέφεν υποστηρίζει: «Θα αφορούσε την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Και με ένα πιο αδύναμο νέο νόμισμα, μπορείς να γίνεις πολύ πιο ανταγωνιστικός απ’ ό,τι με το ευρώ, το οποίο είναι απλώς πολύ ισχυρό για σένα ως οικονομία.»
Αντίθετα, ο Πήτερ Σπίγκελ, δημοσιογράφος των Financial Times, ασκεί κριτική σε αυτή τη νοοτροπία: «Στο γερμανικό Υπουργείο Οικονομικών δεν είναι πολλοί αυτοί που καταλαβαίνουν πώς λειτουργούν οι αγορές. Επίσης, θεωρώ πως την οπτική τους επηρέασε και η επανένωση. Και αυτό που τους δίδαξε η επανένωση είναι ότι πήραμε αυτό το πολύ φτωχό κομμάτι της Γερμανίας και για χρόνια τους δίνουμε χρήματα, τους δίνουμε χρήματα, τους δίνουμε χρήματα, και τι συνέβη; Τίποτα. Η οικονομία τους εξακολουθεί να βρίσκεται πίσω. Και νομίζω ότι πολιτικά είδαν την Ελλάδα ως μια νέα Ανατολική Γερμανία.»
Ένα ακόμη κρίσιμο Eurogroup ξεκινάει το απόγευμα της 10ης Ιουλίου με τον Σόιμπλε να κάνει λόγο προσερχόμενος για πολύ δύσκολες διαπραγματεύσεις.
«Η συνεδρίαση ήταν πολύ δύσκολη, πολύ τεταμένη», θυμάται ο Γερούν Ντάισελμπλουμ.
Πλέον, νέος υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας είναι ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, μετά την παραίτηση του Γιάνη Βαρουφάκη. Ο Τσακαλώτος περιγράφει την εχθρική ατμόσφαιρα που αντιμετώπισε στην αίθουσα: «Ήταν ένα κλίμα “ποιοι είστε εσείς που κάνατε δημοψήφισμα και το 60% του πληθυσμού ψήφισε όχι”.»
Η αλλαγή προσώπου στο ελληνικό υπουργείο σχολιάστηκε άμεσα. «Επιτέλους είχαμε έναν ομόλογο με τον οποίο μπορούσε κάποιος να συζητήσει», λέει ο Τόμας Βίζερ, συμπληρώνοντας όμως για τη στάση των υπολοίπων: «Ήταν ένα Eurogroup όπου 16,5 κράτη μέλη ήταν εξοργισμένα με τα καμώματα της ελληνικής κυβέρνησης. Δεν είχαν καμία διάθεση να εμπλακούν σε κάποια παραγωγική συζήτηση.»
Ο Ντέκλαν Κοστέλο, επικεφαλής του ελληνικού προγράμματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2014-2019), θυμάται τις αντιδράσεις των υπουργών: «Αυτό που έλεγαν οι υπουργοί ήταν πώς μπορούσε κάποιος να υποστηρίζει έντονα το “όχι” και κυριολεκτικά 24 ώρες αργότερα να γυρνάει και να λέει πως θα κάνει το αντίθετο.»
Ο Γερούν Ντάισελμπλουμ εξηγεί πώς το γερμανικό έγγραφο καθόριζε τη συζήτηση: «Και ενώ η πρόταση Σόιμπλε δεν ήταν στο τραπέζι, ήταν στο μυαλό όλων. Κάποιου υπουργοί έλεγαν πως ήθελαν τα 50 δισ. σε περιουσιακά στοιχεία. Ήθελαν ένα κείμενο για μια προσωρινή έξοδο της Ελλάδας.»
Ο Τόμας Βίζερ προσθέτει: «Στο τέλος, ο Σόιμπλε δεν χρειαζόταν να πει πολλά, πέρα από το να επιβεβαιώσει πως πρότεινε μια προσωρινή έξοδο.»
«Το κλίμα ήταν πολύ εχθρικό», συνεχίζει ο Ευκλείδης Τσακαλώτος. «Τουλάχιστον 6-7 αξιωματούχοι από τους θεσμούς και από τις χώρες πήγαν και του ζήτησαν συγγνώμη γιατί δεν είχαν ξαναδεί τέτοια επίθεση σε υπουργό οικονομικών.»
Ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ περιγράφει τις ισορροπίες ανάμεσα στα κράτη-μέλη: «Είχαμε δουλέψει με όλους τους πρωθυπουργούς ώστε να τους πείσουμε για τη σοβαρότητα της κατάστασης, αν θα συνέβαινε αυτό. Κάποιοι σκέφτονταν, θεωρητικά, πως θα ήταν καλή ιδέα να δώσουμε στην Ελλάδα περισσότερο χρόνο εκτός της Ευρωζώνης με την επιθυμία να γυρίσει στη δραχμή.»
Ποιοι ήταν αυτοί όμως που επέμεναν για έξοδο της Ελλάδας εκτός από τη Γερμανία; Ήταν η Σλοβενία, η Αυστρία και η Φινλανδία. Δεκαπέντε κράτη ήταν υπέρ της εξόδου της Ελλάδας, σύμφωνα με τον Γιούνκερ, ο οποίος συμπληρώνει: «Και ο Τσίπρας το ήξερε.»
Το Eurogroup τέλειωσε χωρίς συμφωνία, δίνοντας τη θέση του σε μια Σύνοδο Κορυφής το επόμενο βράδυ. Η Άνγκελα Μέρκελ, προσερχόμενη στο κτίριο του Συμβουλίου, έκανε δηλώσεις για πλήρη απώλεια εμπιστοσύνης.
Ο Ματέο Ρέντσι, πρωθυπουργός της Ιταλίας (2014-2016), επιβεβαιώνει τη σκληρή στάση της Καγκελαρίου: «Η Μέρκελ όταν έφτασε στη Σύνοδο ήταν έτοιμη για ένα Grexit.»
Μέσα στην αίθουσα, οι διαπραγματεύσεις κολλάνε στα ίδια σημεία. Ο Γερούν Ντάισελμπλουμ αναφέρει: «Αφήσαμε ανοιχτά τα δύο πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα: να προσφερθεί στην Ελλάδα η δυνατότητα μιας προσωρινής εξόδου από την Ευρωζώνη, δηλαδή την ανάγκη για ένα προσωρινό Grexit, και τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων αξίας 50 δισ. σε fund στο Λουξεμβούργο.»
Ο Πιερ Μοσκοβισί βλέπει πίσω από αυτή την τακτική μια συγκεκριμένη σκοπιμότητα: «Θεωρώ πως αυτή η πρόταση ήταν ένα είδος πρόκλησης, για να μπλοκάρει το Eurogroup και να υιοθετηθεί μια πιο σκληρή στάση έτσι ώστε όταν θα έμπαινε ο Αλέξης Τσίπρας στη Σύνοδο να ξέρει πως υπάρχει κάποιος κίνδυνος.»
Οι επιθέσεις προς τον Έλληνα πρωθυπουργό συνεχίζονται με αμείωτη ένταση. Ο Ντάισελμπλουμ θυμάται την πρόεδρο της Λιθουανίας, Ντάλια Γκριμπαουσκάιτε, να ρωτάει ευθέως τον Τσίπρα αν είναι από άλλον πλανήτη και ποιον νομίζει ότι κοροϊδεύει, λέγοντάς του χαρακτηριστικά πως έλεγε ψέματα σε όλους, όχι μόνο στους ομολόγους του αλλά και στον ίδιο του τον λαό.
«Εκείνη ήταν η πιο δύσκολη στιγμή που έχω ζήσει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο», ομολογεί ο Ματέο Ρέντσι.
Το ζήτημα του ταμείου ιδιωτικοποιήσεων προκαλεί τις μεγαλύτερες τριβές. Ο Γερούν Ντάισελμπλουμ σημειώνει: «Μια από τις γερμανικές απαιτήσεις, την οποία στήριξαν και άλλες χώρες, ήταν πως τα περιουσιακά στοιχεία αξίας 50 δισ. θα έπρεπε να τεθούν προς ιδιωτικοποίηση. Βασικά τους έλεγαν πως δεν τους εμπιστεύονταν πια. Θα έπαιρναν από τα χέρια τους οτιδήποτε είχε αξία.»
Ο Ματέο Ρέντσι, προσπαθώντας να περιγράψει το ακραίο κλίμα που επικρατούσε απέναντι στην ελληνική αντιπροσωπεία, σχολιάζει σκωπτικά: «Μπορείτε να ζητήσετε από τους Έλληνες να δεχθούν να πάει η περιουσία τους στο Λουξεμβούργο, τα περιουσιακά στοιχεία στα χέρια της ΕΕ. Γιατί δεν ζητάτε από την Ελλάδα να δώσει και το Ευρωπαϊκό Κύπελλο που κέρδισε το 2004;»
Στο πλευρό της Μέρκελ, ως ισχυρός επικριτής κατά της Ελλάδας, στέκεται ο πρωθυπουργός της Ολλανδίας Μαρκ Ρούτε, ο οποίος υποστήριζε ανοιχτά απευθυνόμενος στην ελληνική πλευρά ότι «δεν μπορείτε να συνεχίσετε να κάνετε ό,τι θέλετε». Στον αντίποδα, ο πιο θερμός υποστηρικτής των ελληνικών θέσεων παραμένει ο Ρέντσι.
Η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, μόνιμη αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην ΕΕ (2014-2025), περιγράφει τις δραματικές εναλλαγές της νύχτας: «Ήταν μια συνεδρίαση που έμοιαζε με τρενάκι του τρόμου. Μια στιγμή τα έβρισκαν και μια στιγμή ήταν δύσκολο. Ήταν πάρα πολλές οι ώρες. Ένας Τσίπρας βαθιά προβληματισμένος.»
Η συνεδρίαση εξελίσσεται σε έναν εξαντλητικό μαραθώνιο. Ο Ματέο Ρέντσι θυμάται τη στιγμή που το σχοινί έφτασε στο σημείο να σπάσει: «Δεν καταλαβαίνω γιατί συνέχιζαν να προκαλούν τους ελληνικούς θεσμούς. Ίσως επίσης επειδή η Ελλάδα με τον Τσίπρα και τον Βαρουφάκη προκάλεσε τη Μέρκελ και τη Γερμανία. Και πιθανότατα η Άνγκελα είχε πρόβλημα με τη δική της κοινή γνώμη. Και θυμάμαι ότι μέσα στη νύχτα ο Αλέξης είχε μια απίστευτη αντίδραση. Κατά τις 2 π.μ., 1:30 π.μ., βγήκε από την αίθουσα. Όσοι περίμεναν εκεί, είπαν πως τελείωσαν όλα. Αφού έφυγε, έφυγε. Και φαινόταν πως δεν ήταν ικανοποιημένος. Έμοιαζε πολύ ανήσυχος.»
Ο Ρέντσι προσπάθησε να τον σταματήσει στο διάδρομο, παρακαλώντας τον να επιστρέψει. Ο Τσίπρας όμως, φανερά εξουθενωμένος, του απάντησε «φτάνει πια» και απομακρύνθηκε. Γυρνώντας προς τους δικούς του συνεργάτες, ο Ιταλός πρωθυπουργός εξέφρασε τον απόλυτο φόβο εκείνης της νύχτας: «Χάσαμε την Ελλάδα. Κι αυτό είναι τραγωδία.»
Η ώρα είναι 4:00 τα ξημερώματα. Ο Φρανσουά Ολάντ ζητά να μιλήσει στον Αλέξη Τσίπρα, με τον Έλληνα πρωθυπουργό, εξαντλημένο από τις ώρες της διαπραγμάτευσης, να απαντά: «Αρκετά για απόψε, θα τα πούμε άλλη φορά». Του κατέστη όμως αμέσως σαφές ότι «άλλη φορά» δεν θα υπήρχε.
Προκειμένου να αρθεί το αδιέξοδο, αποφασίζεται μια έκτακτη μίνι σύσκεψη στην οποία συμμετείχαν οι Άνγκελα Μέρκελ, Φρανσουά Ολάντ, Ντόναλντ Τουσκ, Αλέξης Τσίπρας και Ευκλείδης Τσακαλώτος. Εκεί εκτυλίσσεται μια σκηνή που για πολλούς Ευρωπαίους αξιωματούχους φάνταζε παράδοξη: η ελληνική κυβέρνηση πλαισιώνεται από συμβούλους εκτός Ευρώπης, με κεντρικό πρόσωπο τον Αμερικανοκορεάτη Γκλεν Κιμ, σύμβουλο της ελληνικής πλευράς την περίοδο 2015-2018.
Η συζήτηση επικεντρώνεται στο πλέον ακανθώδες ζήτημα: την κατανομή των εσόδων του Υπερταμείου. Το ερώτημα είναι πόσα χρήματα θα κατευθύνονται στην αποπληρωμή του χρέους και πόσα στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Οι δανειστές πιέζουν για μια αναλογία 75% προς 25% αντίστοιχα. «Εγώ δεν το δέχομαι αυτό. Πενήντα-πενήντα», επιμένει ο Αλέξης Τσίπρας. Η ένταση χτυπάει κόκκινο. Οι αντιπροσωπείες ανεβαίνουν και κατεβαίνουν τα επίπεδα των ορόφων τέσσερις φορές. Τρεις φορές η συμφωνία βρίσκεται στο σημείο να καταρρεύσει οριστικά. Βλέποντας το απόλυτο αδιέξοδο, ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, προχωρά σε μια ακραία κίνηση: κλειδώνει συμβολικά την πόρτα της αίθουσας. «Δεν φεύγετε από εδώ μέχρι να συμφωνήσετε», τους λέει κοφτά. «Κάντε ό,τι σας φωτίσει ο Θεός, εγώ μπορώ να σας φέρω καφέδες, πορτοκαλάδες, ό,τι θέλετε».
Στις 09:58 το επόμενο πρωί, μετά από 17 ώρες συνεχών, ψυχροπολεμικών διαπραγματεύσεων, ο λευκός καπνός βγαίνει. Υπάρχει συμφωνία.
«Πραγματικά ήταν η πιο δραματική, η πιο δύσκολη νύχτα στα τρία χρόνια μου στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Ακόμα και όταν συζητάγαμε για τη μετανάστευση, για το Brexit, για την τρομοκρατία, δεν υπήρχε τόσο απτό επίπεδο εντάσεων στην ατμόσφαιρα», θυμάται ο Ματέο Ρέντσι.
Όταν τα φώτα της Συνόδου σβήνουν, η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου μπαίνει στο ασανσέρ μαζί με τον Έλληνα πρωθυπουργό. Ο Αλέξης Τσίπρας, εμφανώς εξουθενωμένος και βυθισμένος σε σκέψεις, μιλά σχεδόν στον εαυτό του: «Πάμε να δούμε τώρα πώς αυτό θα υλοποιηθεί».
Η Ελληνίδα διπλωμάτης του απαντά ευθέως: «Κύριε Πρό绒δρε, ήταν μονόδρομος και ήταν ο σωστός δρόμος».
Λίγο αργότερα, ο Αλέξης Τσίπρας προχωρά σε επίσημη δήλωση: «Η απόφαση σήμερα κρατάει την Ελλάδα σε συνθήκες χρηματοπιστωτικής ευστάθειας, δίνει δυνατότητες ανάκαμψης, ταυτόχρονα όμως ξέραμε από πριν ότι θα ήταν και μια συμφωνία που η υλοποίησή της είναι δύσκολη».
Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, ωστόσο, επισημαίνουν ότι το τίμημα της πολύμηνης σύγκρουσης ήταν βαρύ. Ο Πιερ Μοσκοβισί σημειώνει ότι «ο Τσίπρας διαπραγματεύτηκε ένα πρόγραμμα που ενδεχομένως ήταν τελικά πιο σκληρό απ’ ό,τι θα ήταν αν η συμφωνία γινόταν νωρίτερα».
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Ντέκλαν Κοστέλο τονίζει πως η απόλυτη αβεβαιότητα εκείνης της περιόδου επιβράδυνε την οικονομική ανάπτυξη, οδηγώντας αναπόφευκτα στην ανάγκη για πιο σκληρά δημοσιονομικά μέτρα συγκριτικά με τις αρχικές εκτιμήσεις.
Ο Μάρτιν Σελμάιερ προσθέτει τη δική του πολιτική ανάγνωση: «Όλη αυτή η υπόθεση, αυτό το επεισόδιο στο σύνολό του, ίσως να ήταν απαραίτητο για λόγους εγχώριας πολιτικής, αλλά από μια γενική οπτική αύξησε το κόστος για τη ζώνη του ευρώ και αύξησε το κόστος για τον ελληνικό λαό».
Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος αντιπαρατίθεται σε αυτή την κριτική, θεωρώντας ότι η συμφωνία που τελικά εξασφάλισαν υπερείχε των προηγούμενων προτάσεων επειδή «είχε και χρηματοδότηση».
Η άποψη αυτή βρίσκει κάθετα αντίθετη τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, η οποία δηλώνει κατηγορηματικά: «Αυτό που υπέγραψε ο Τσίπρας ήταν χειρότερο από τη χειρότερη πρόταση του Γιούνκερ».
Παρ’ όλα αυτά, ο κ. Τσακαλώτος παραδέχεται με ειλικρίνεια την πολιτική πραγματικότητα: «Υπήρχε ήττα σε όλο αυτό».
Οι οικονομικές επιπτώσεις εκείνης της περιόδου αποτυπώθηκαν ανάγλυφα στην πραγματικότητα των αριθμών, ανατρέποντας πλήρως τις προσδοκίες που υπήρχαν λίγους μήνες νωρίτερα.
Ενώ στα τέλη του 2014 οι προβλέψεις των θεσμών έδειχναν ότι η ελληνική οικονομία θα παρουσίαζε ισχυρή ανάπτυξη κοντά στο 3% για το 2015 και αντίστοιχα άλλο ένα 3% για το 2016, δηλαδή μια συνολική άνοδο 5% με 6% μέσα σε δύο χρόνια, η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική. Το 2015 έκλεισε τελικά με αρνητική ανάπτυξη, ενώ το 2016 η οικονομία παρουσίασε απλώς μια πολύ μικρή, οριακή ανάκαμψη.
Αυτή η απόκλιση μεταφράστηκε σε ένα τεράστιο, χειροπιαστό κόστος. Σύμφωνα με τον Κλάους Ρέγκλινγκ, η άμεση απώλεια για το εγχώριο προϊόν άγγιξε το 5% του ΑΕΠ, γεγονός που σημαίνει ότι το συνολικό κόστος της περιόδου για τη χώρα έφτασε κοντά στα 100 δισεκατομμύρια ευρώ.
Την ίδια ώρα, η καταστροφή στον τραπεζικό κλάδο ήταν ολοκληρωτική. Στα τέλη του 2014, η χρηματιστηριακή αξία των ελληνικών τραπεζών ανερχόταν στα περίπου 37 δισεκατομμύρια ευρώ. Όταν όμως ολοκληρώθηκε η διαδικασία της ανακεφαλαιοποίησης στα τέλη του 2015.
Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, υπογραμμίζει την καταστροφή του τραπεζικού κλάδου: «Οι τράπεζες στα τέλη του 2014 στο χρηματιστήριο είχαν αξία περίπου 37 δισ. Όταν έγινε η ανακεφαλαιοποίηση στο τέλος του ’15 ήταν λίγα εκατομμύρια. Αυτά τα λεφτά δεν είναι μέσα στο κόστος; Κι αυτά τα πλήρωσε και το ελληνικό δημόσιο και οι ιδιώτες».
Την ίδια ώρα, χώρες όπως η Πορτογαλία, η Κύπρος και η Ιρλανδία κατάφεραν να βγουν από τη δική τους κρίση, ενώ η Ελλάδα παρέμενε εγκλωβισμένη στη διαδοχή των προγραμμάτων.
Ο Τόμας Βίζερ εξηγεί τη δομική διαφορά: «Δεν αντιμετωπίζεις το πρόβλημα με χειρουργικό νυστέρι, χρειάζεται τσεκούρι ή βόμβα για να ξεπεραστούν 30 χρόνια κακής διαχείρισης της οικονομικής πολιτικής».
«Αν η κυβέρνηση Τσίπρα δεν ήταν έτοιμη να συμβιβαστεί, το Grexit θα είχε συμβεί», ξεκαθαρίζει ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ. Οι στενοί του συνεργάτες επιβεβαιώνουν ότι το καλοκαίρι του 2015 η Ευρωζώνη βρέθηκε στην πιο επικίνδυνη κατάσταση της ιστορίας της, φτάνοντας «απελπιστικά κοντά» στο ατύχημα. Η απόσταση που χώριζε τη χώρα από την καταστροφή ήταν μόλις ένα χιλιοστό.
Τον Νοέμβριο του 2015, τέσσερις μήνες μετά την υπογραφή της συμφωνίας, ο Αλέξης Τσίπρας απαντά στο θεμελιώδες ερώτημα: γιατί δεν επέλεξε να αποχωρήσει εκείνη τη νύχτα; «Αν είχα φύγει εκείνο το βράδυ ενδεχομένως να είχα γίνει ήρωας για ένα βράδυ, αλλά θα ήταν καταστροφή για τις επόμενες μέρες και νύχτες. Όχι μόνο για μένα, αλλά για την πλειονότητα του ελληνικού λαού. Ήταν ένα δύσκολο δίλημμα. Νομίζω πως έκαναν ό,τι έκαναν σε μένα, σε εμάς, στην Ελλάδα, όχι μόνο γιατί δεν μας συμπαθούσαν, αλλά επειδή δεν ήθελαν να υπάρξει ένα φαινόμενο ντόμινο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.»
Όταν ερωτάται αν θα άλλαζε κάτι στην τακτική του, προχωρά σε μια αυτοκριτική παραδοχή: «Νομίζω ότι χάσαμε χρόνο και στο τέλος ξεμείναμε από αντοχές και χρήματα. Αν το ξέραμε αυτό, θα μπορούσαμε να πάρουμε πιο γενναίες αποφάσεις από την αρχή».
Κοιτάζοντας την πορεία της χώρας από την απόσταση του χρόνου, ο Κλάους Ρέγκλινγκ χαρακτηρίζει την τελική εξέλιξη ως ένα «αξιοθαύμαστο επίτευγμα».
Ο Ντέκλαν Κοστέλο συμπληρώνει πως το γεγονός ότι η Ελλάδα κατάφερε να βγει από το μνημόνιο σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα και να επιστρέψει στην ανάπτυξη αποτελεί «ένα μικρό θαύμα».
Εντεκα χρόνια μετά, ο Γερούν Ντάισελμπλουμ προχωρά σε μια αυτοκριτική εξομολόγηση για τη στάση της ίδιας της Ευρώπης: «Η Ευρωζώνη δεν ήταν προετοιμασμένη για μια τέτοια κρίση, δεν υπήρχαν κεφάλαια, θεσμοί, πλαίσιο. Οπότε ήταν ένα πολύ σκληρό μάθημα. Δείχνει όμως ότι η Ευρώπη προοδεύει μόνο μέσω κρίσεων. Αναγκάζοντας όμως μια χώρα να προβεί σε όλες αυτές τις μεταρρυθμίσεις σε εκείνη την περίοδο βαθιάς κρίσης υπό τέτοια πίεση, δεν ήταν δίκαιο. Και ήταν αρκετά καταστροφικό. Το χειριστήκαμε καλά; Όχι. Καταφέραμε όμως να το ξεπεράσουμε; Ναι».
