Αν και ο Ντόναλντ Τραμπ περίμενε πως το ιρανικό καθεστώς θα καταρρεύσει μετά την στρατιωτική επέμβαση που εξαπέλυσε μαζί με το Ισράηλ, ο πόλεμος φαίνεται πως ενίσχυσε τον πυρήνα του, ενδυναμώνοντας τους στρατιωτικούς και κατασταλτικούς μηχανισμούς και επιταχύνοντας την εσωτερική καταστολή.

Ο πόλεμος με Ισραήλ και ΗΠΑ όχι μόνο δεν αποδυνάμωσε την Ισλαμική Δημοκρατία, αλλά ενίσχυσε την εξουσία της, συσπειρώνοντας το καθεστώς, τους Φρουρούς της Επανάστασης και τους μηχανισμούς καταστολής στο Ιράν.

Όπως εξηγεί σε ανάλυσή της η Le Monde, η οκταετής σύγκρουση Ιράν–Ιράκ (1980-1988) υπήρξε ένας από τους βασικούς παράγοντες εδραίωσης της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Τα χρόνια που ακολούθησαν την Επανάσταση του 1979, ο πόλεμος επέτρεψε στο καθεστώς να ενισχύσει την εσωτερική του συνοχή, να περιθωριοποιήσει και τελικά να εξαλείψει τους αντιπάλους του, να κινητοποιήσει μεγάλα τμήματα της κοινωνίας γύρω από ένα εθνικό και επαναστατικό σχέδιο και να φιμώσει κάθε διαφωνία στο όνομα της πολεμικής ανάγκης.

Αυτή η ερμηνεία φαίνεται να ισχύει και για τον πρόσφατο πόλεμο που ξεκίνησε τις 28 Φεβρουαρίου, μέχρι την εύθραυστη εκεχειρία της 8ης Απριλίου. Ενώ πολλοί πίστευαν ότι η σύγκρουση θα αποδυνάμωνε ή ακόμη και θα ανέτρεπε το ιρανικό καθεστώς, στην πράξη συσπείρωσε τον σκληρό πυρήνα της εξουσίας γύρω από τους μηχανισμούς ασφαλείας και κυρίως τους Φρουρούς της Επανάστασης.

Ο διορισμός του 55χρονου Μοτζτάμπα Χαμενεΐ στην ηγεσία της Ισλαμικής Δημοκρατίας, λίγες μόλις ημέρες μετά τον θάνατο του πατέρα του και πρώην ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, ο οποίος σκοτώθηκε στους αμερικανοϊσραηλινούς βομβαρδισμούς της 28ης Φεβρουαρίου, πραγματοποιήθηκε ταχύτατα και χωρίς εμφανείς αντιδράσεις.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, η διαδικασία διαδοχής θα μπορούσε να είχε προκαλέσει μακρές διαπραγματεύσεις και εσωτερικές αντιπαραθέσεις. Ωστόσο, μέσα σε ένα περιβάλλον πολέμου, βαθιάς κρίσης νομιμοποίησης και κινδύνου διάσπασης των ελίτ, η ηγεσία προτίμησε τη συνοχή και τη σταθερότητα αντί της πολιτικής ανανέωσης.

Τα τελευταία χρόνια είχαν ακουστεί αρκετά ονόματα ως πιθανοί διάδοχοι του Αλί Χαμενεΐ, ενώ είχε συζητηθεί ακόμη και η αντικατάσταση του θεσμού του ανώτατου ηγέτη από ένα συλλογικό συμβούλιο. Ο πόλεμος όμως περιόρισε απότομα κάθε περιθώριο συζήτησης και πολιτικής μεταρρύθμισης. Η επιλογή του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ υπήρξε πρωτίστως μια κίνηση συσπείρωσης του σκληρού πυρήνα του καθεστώτος.

Παράλληλα, η σύγκρουση προκάλεσε μια στρατηγική αφύπνιση στην ιρανική ηγεσία σχετικά με τα Στενά του Ορμούζ. Μετά τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις και το de facto κλείσιμο του περάσματος από την Τεχεράνη, οι ιρανικές αρχές συνειδητοποίησαν τη μεγάλη επιρροή που τους προσφέρει ο έλεγχος αυτής της θαλάσσιας οδού. Πριν από τον πόλεμο, περισσότερο από το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου, φυσικού αερίου και λιπασμάτων περνούσε από τα Στενά του Ορμούζ. Το Ιράν, που μπορεί να διαταράξει σημαντικά την λειτουργία των Στενών του Ορμούζ, ανέκτησε μέρος της στρατηγικής του αυτοπεποίθησης, χωρίς να φοβηθεί από τις κυρώσεις και τη διεθνή απομόνωση.

Παρά τη στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ, η Ουάσιγκτον δεν έχει καταφέρει να εξαναγκάσει την Τεχεράνη να επαναλειτουργήσει πλήρως το πέρασμα. Οι διαπραγματεύσεις για μια μόνιμη εκεχειρία, την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ και την τύχη των 440 κιλών ουρανίου εμπλουτισμένου στο 60% παραμένουν σε αδιέξοδο. Η Τεχεράνη θεωρεί ότι διαπραγματεύεται από θέση ισχύος και δεν δείχνει διατεθειμένη να προχωρήσει σε ουσιαστικές παραχωρήσεις.

Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ επανέφερε επίσης το Ιράν στο επίκεντρο της περιφερειακής διπλωματίας. Παρότι η Τεχεράνη έπληξε όλες τις χώρες του Κόλπου που φιλοξενούν αμερικανικές βάσεις, η γεωγραφία επιβάλλει τη συνεργασία. Αρκετές μοναρχίες του Κόλπου, που εξαρτώνται από το πέρασμα για τις εξαγωγές υδρογονανθράκων, φαίνεται πως αναγκάζονται να προσαρμοστούν στην ιρανική ισχύ και να διαπραγματευτούν μαζί της.

Οι συνομιλίες μεταξύ Ομάν και Ιράν αντικατοπτρίζουν αυτή τη νέα πραγματικότητα. Σύμφωνα με επανειλημμένες προειδοποιήσεις του Λευκού Οίκου και του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών προς το Μουσκάτ, η Ουάσιγκτον ανησυχεί για ενδεχόμενη συνεργασία σχετικά με ένα σύστημα «δικαιώματος διέλευσης» ή διοδίων στα Στενά. Όπως ανέφερε το Bloomberg, το Κατάρ αντιτίθεται σε μόνιμα τέλη διέλευσης, αλλά θεωρεί πιθανή μια προσωρινή συμφωνία για την αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας.

Την ίδια στιγμή, η ιρανική κοινωνία, οικονομικά και ψυχολογικά εξαντλημένη από τις συγκρούσεις, φαίνεται ανίκανη να εξεγερθεί. Σχεδόν καθημερινά ανακοινώνονται εκτελέσεις πολιτικών κρατουμένων. Σύμφωνα με τη Μάι Σάτο, ειδική εισηγήτρια του ΟΗΕ για το Ιράν, οι εκτελέσεις αυτές –που χρησιμοποιούνται για να «σπείρουν φόβο στην κοινωνία και να καταστείλουν τις διαμαρτυρίες»– έχουν αυξηθεί σημαντικά από την έναρξη του πολέμου. Τουλάχιστον 38 κρατούμενοι που κατηγορήθηκαν για «συνεργασία με τον εχθρό» έχουν εκτελεστεί από τις 28 Φεβρουαρίου, ενώ πολλαπλασιάζονται οι συλλήψεις για κατασκοπεία και οι κατασχέσεις περιουσιών.

Το καθεστώς αξιοποιεί επίσης τη συγκυρία για να επιδείξει δύναμη και λαϊκή υποστήριξη. Από την έναρξη του πολέμου, πλήθη συγκεντρώνονται κάθε βράδυ στις κεντρικές πλατείες των ιρανικών πόλεων για να εκφράσουν τη στήριξή τους στις ένοπλες δυνάμεις και στον πόλεμο κατά του Ισραήλ και των ΗΠΑ. Για την Τεχεράνη, αυτές οι συγκεντρώσεις τροφοδοτούν το αφήγημα της εθνικής ενότητας και της ανακτημένης νομιμοποίησης.

Βραχυπρόθεσμα, ο πόλεμος φαίνεται να έχει ενισχύσει την Ισλαμική Δημοκρατία αντί να την αποδυναμώσει. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, η μεγαλύτερη απειλή για την εξουσία στην Τεχεράνη ενδέχεται να είναι η οικονομία. Εάν δεν αρθούν οι κυρώσεις στο πλαίσιο μιας ενδεχόμενης συμφωνίας με την Ουάσιγκτον, ο ανεξέλεγκτος πληθωρισμός, η κατάρρευση του διαθέσιμου εισοδήματος, η μαζική ανεργία και η κοινωνική εξάντληση θα μπορούσαν να αποσταθεροποιήσουν το καθεστώς περισσότερο από οποιαδήποτε ξένη στρατιωτική επίθεση.