Μια προβληματική εικόνα που αποτυπώνει ένα ταμείο-«φάντασμα» μέσα στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων διαπίστωσε ο εσωτερικός έλεγχος που πραγματοποιήθηκε στα μέσα του Μαΐου από κλιμάκιο της Διεύθυνσης Οικονομικών Ελέγχων του υπουργείου, σύμφωνα με επιβεβαιωμένες πληροφορίες του in.

Όπως δείχνουν τα ευρήματα των ελεγκτών, το Ταμείο Γεωργίας και Κτηνοτροφίας φαίνεται να μην έχει στελεχωθεί απ’ όταν αφυπηρέτησε και ο τελευταίος εργαζόμενος σε οργανική θέση, να τηρεί χειρόγραφα απλογραφικά βιβλία εσόδων και εξόδων αντί για διπλογραφικό σύστημα και να πραγματοποιεί δαπάνες που αφενός δεν ανταποκρίνονται στους σκοπούς του και αφετέρου πολλές από αυτές δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν.

Αυτό σημαίνει μεταξύ άλλων ότι δεν υπάρχει επαρκής εικόνα για τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από τα κονδύλια του Ταμείου, πράγμα που φαίνεται ρητά και στα συμπεράσματα των ελεγκτών, οι οποίοι τονίζουν -με υπογράμμιση και κεφαλαία γράμματα- την «ανάγκη μεικτού ελέγχου για τη σύνταξη Ισολογισμού έναρξης/απογραφής».

Παράλληλα, για την εξασφάλιση της αναγκαίας διαφάνειας, ζητούν έλεγχο από ορκωτούς ελεγκτές, τη θέσπιση ενός εποπτευόμενου από ορκωτούς σύστημα εσωτερικού ελέγχου, την ενεργοποίηση της Διεύθυνσης Οικονομικών Ελέγχων του ΥΠΑΑΤ και τέλος τη διεξαγωγή κατασταλτικού ελέγχου από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η επισήμανση των ελεγκτών ότι ο σκοπός του Ταμείου για τον οποίο συστάθηκε πλέον δεν εξυπηρετείται, εφόσον πολλές υπηρεσίες έχουν καταργηθεί. «Είναι δεδομένο από τα ευρήματα ότι το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο χρήζει συμμόρφωσης με την ισχύουσα νομοθεσία», τονίζουν.

Όπως σχολιάζει στο in ειδικός επί των λογιστικών ζητημάτων, «αν μια ιδιωτική εταιρεία λειτουργούσε έτσι [όπως δείχνουν τα ευρήματα των ελεγκτών], τα πρόστιμα που θα της καταλογίζονταν θα ήταν υπέρογκα».

Τα ευρήματα της έκθεσης του κλιμακίου των ελεγκτών που είδε το in έρχονται να συμπληρώσουν και να επιβεβαιώσουν μια σειρά καταγγελιών που έχουν διατυπωθεί για τη διαχείριση του Ταμείου από τον αγροτικό και κτηνοτροφικό κόσμο.

Συγκεκριμένα, στο παρελθόν έχει επισημανθεί ως ένδειξη αδιαφάνειας το γεγονός ότι ο τελευταίος εγκεκριμένος Ισολογισμός του Ταμείου που δημοσιεύτηκε στη Διαύγεια ήταν το 2022 και αφορούσε ως έτος χρήσης το 2017.

Τα πρώτα «καμπανάκια», ωστόσο, χτύπησαν όταν με το Άρθρο 8 του ν. 4711 του 2020, διατάχθηκε να εκδοθούν χρηματικά εντάλματα για την εκτέλεση πληρωμών που αφορούσαν τα έτη 2012, 2017 και 2018, «κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης» όπως έλεγε χαρακτηριστικά το σχετικό απόσπασμα του νόμου.

Παρόμοια διατύπωση εμφανίζεται και στο Άρθρο 100 του ν. 5019 του 2023 με την οποία διευθετήθηκαν οι εγγεγραμμένες πιστώσεις των ετών 2019, 2020, 2021 και 2022, οι οποίες «λογίζονται νόμιμες, κατά παρέκκλιση κάθε αντίθετης διάταξης».

Το ζήτημα της διαχείρισης του Ταμείου Γεωργίας και Κτηνοτροφίας έθεσε επισήμως τον περασμένο Απρίλιο η Πανελλήνια Ομοσπονδία Γεωτεχνικών Δημοσίων Υπαλλήλων (ΠΟΓΕΔΥ) με επιστολή που απέστειλε στον Πρόεδρο του Ταμείου, την προϊσταμένη της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών του ΥΠΑΑΤ και την υπηρεσιακή γραμματεία του ΥΠΑΑΤ με κοινοποίηση στον υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μαργαρίτη Σχοινά.

Στην επιστολή τους οι Γεωτεχνικοί Δημόσιοι Υπάλληλοι έθεταν ζήτημα «χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης και συμμόρφωσης με το ενωσιακό δίκαιο», αλλά και ερωτήματα σχετικά με το αποθεματικό του Ταμείου που φαίνεται να υπερβαίνει τα 100 εκ. ευρώ, καθώς το ποσό αυτό είναι πολύ μεγάλο για να είναι συγκεντρωμένο σε ένα αδιαφανές Ταμείο και επίσης «η απόκλιση μεταξύ είσπραξης τελών και μη επανεπένδυσής τους στις αντίστοιχες υπηρεσίες δύναται να συνιστά στρέβλωση της ανταποδοτικότητας και καταστρατήγηση της αρχής της χρηστής διοίκησης».

Ενδείξεις που χρήζουν απάντησης για την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου προκύπτουν και μέσα από τον αναθεωρημένο προϋπολογισμό του Ταμείου Γεωργίας και Κτηνοτροφίας για το έτος 2026.

Συγκεκριμένα, σε αυτόν, ανάμεσα στα 11 εκ. ευρώ εξόδων, προβλέπονται ενδεικτικά 251.800 ευρώ για «δαπάνες κατασκηνώσεων μέσω ιδιωτών παρόχων», 590.000 ευρώ για «λοιπά αναλώσιμα υλικά» και πάρα πολλά πάγια, από νέο εξοπλισμό κουζίνας μέχρι κλιματιστικά. Ας σημειωθεί ότι τα απλογραφικά βιβλία και η απουσία Μητρώου Παγίων δεν επιτρέπουν να ξέρουμε με βεβαιότητα τι ακριβώς αγοράζεται και ποιες πληρωμές πραγματοποιούνται.

Το πλέον αξιοσημείωτο, ωστόσο, είναι ότι μεταξύ πολλών γενικόλογων διατυπώσεων που εμφανίζονται στην τρισέλιδη λίστα με τα έξοδα του προϋπολογισμού, τα 3.245.300 ευρώ προβλέπονται σε μία και μοναδική εγγραφή: «Έξοδα για λοιπές υπηρεσίες».

Την αοριστία που κρύβει ο όρος για ένα τόσο υπέρογκο ποσό επισήμανε και η ΠΟΓΕΔΥ με Δελτίο Τύπου της στα μέσα του Μαΐου, την ίδια ημέρα με την πρωτοκόλληση της έκθεσης των ελεγκτών. Ωστόσο, ο φορέας των Γεωτεχνικών Δημοσίων Υπαλλήλων πήγε κι ένα βήμα παρακάτω, αναζητώντας στη Διαύγεια ενδεικτικές παρελθοντικές δαπάνες του Ταμείου Γεωργίας και Κτηνοτροφίας που ενδεχομένως να δείχνουν σε τι είδους έξοδα κατευθύνονται οι πόροι του Ταμείου.

Μεταξύ άλλων βρήκαν επιδοτήσεις προς την Εθνική Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών, αγορά συστήματος CCTV σε παιδικές κατασκηνώσεις, συντήρηση hardware και software των κεντρικών υπηρεσιών του ΥΠΑΑΤ(!) και ένα έργο «αυθεντικοποίησης ρίγανης» για τον ΕΛΓΟ.

Κανένα από τα παραπάνω έξοδα δεν φαίνονται να εμπίπτουν στους σκοπούς του Ταμείου Γεωργίας και Κτηνοτροφίας, όπως ορίστηκαν από το Βασιλικό Διάταγμα του 1961 και όλες τις μετέπειτα αναθεωρήσεις.

Τι απαντά το Υπουργείο: «Καλύπτει λειτουργικές και πάγιες ανάγκες»

Από την πλευρά του, στις απαντήσεις που απέστειλε στα σχετικά ερωτήματα του in, το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων θεωρεί ότι «η κάλυψη λειτουργικών και πάγιων αναγκών υπηρεσιών του Υπουργείου αποτελεί προβλεπόμενη δραστηριότητα του Ταμείου και συνδέεται με τον θεσμοθετημένο σκοπό του».

Ειδικότερα για την ΕΘΕΑΣ, το υπουργείο αναφέρει ότι το ποσό των 74.000 ευρώ δόθηκε στη νεοσύστατη τότε Ένωση που δεν είχε εισπράξει ακόμη πόρους από τα μέλη της, με σκοπό «να καλυφθούν οι αρχικές ανάγκες λειτουργίας και εκπροσώπησης της χώρας».

Ακόμα όμως κι αν η χρηματοδότηση αυτή καλύπτει μία πραγματική ανάγκη, εκκρεμές παραμένει το ερώτημα αν δικαιολογείται τέτοια χρήση των πόρων του Ταμείου.

Απαντώντας στο ερώτημα περί «λοιπών υπηρεσιών» που υπολογίζονται στα 3,2 εκ. στον προϋπολογισμό του 2026, το υπουργείο τονίζει ότι αυτές αφορούν «νόμιμες λειτουργικές δαπάνες, οι οποίες δεν εντάσσονται σε ειδικότερη ονομαστική κατηγορία ή σε επιμέρους κωδικό με πιο εξειδικευμένη περιγραφή, αλλά παραμένουν πάντοτε σε συνάφεια με τους σκοπούς και τις αρμοδιότητες του Ταμείου».

«Πρόκειται, δηλαδή, για δαπάνες που προβλέπονται από το θεσμικό πλαίσιο και υπόκεινται στους ίδιους κανόνες δημοσιονομικής διαχείρισης, ελέγχου και νομιμότητας που ισχύουν για τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης».

Ως προς τη γενικότερη λειτουργία του Ταμείου, το υπουργείο τονίζει ότι η οικονομική του διαχείριση ακολουθεί τη δημοσιονομική νομοθεσία που διέπει όλους τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης.

Παράλληλα, σημειώνει ότι «τα διαθέσιμα κεφάλαια του Ταμείου τηρούνται στην Τράπεζα της Ελλάδας και παρουσιάζουν διαχρονικά αυξητική πορεία, γεγονός που καταδεικνύει ότι οι πόροι του παραμένουν καταγεγραμμένοι και ελεγχόμενοι στο δημόσιο τραπεζικό σύστημα».

Η απάντηση που εγείρει τα περισσότερα ερωτήματα, ωστόσο, αφορά τον ισχυρισμό του υπουργείου ότι έχουν διενεργηθεί δημοσιονομικοί έλεγχοι από τις αρμόδιες κρατικές αρχές, ιδίως όταν συγκριθεί με το πόρισμα των ελεγκτών της Διεύθυνσης Οικονομικών Ελέγχων που ζητούν τέσσερα(!) επιπρόσθετα επίπεδα ελέγχου προκειμένου να εξασφαλιστεί η δέουσα διαφάνεια.

«Η πολιτική βούληση της ηγεσίας του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων είναι η περαιτέρω ενίσχυση της διαφάνειας και της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης» σημειώνει το υπουργείο. «Για τον λόγο αυτό, μετά και τις παρατηρήσεις των ελεγκτικών αρχών, εξετάζονται αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του Ταμείου με γνώμονα τη βελτίωση των διαδικασιών ελέγχου και λογοδοσίας».