«Κεντρικός άξονας της περφόρμανς είναι η φράση: “Δεν έχω ξεχάσει. Απλά δεν θυμάμαι”. Για μένα αυτή η φράση περιγράφει όχι μόνο το τραύμα, αλλά και τη λειτουργία της μνήμης» λέει η σκηνοθέτρια της περφόρμανς «Στο Λαιμό» Βέρα Iόνα Παπαδοπούλου στο tvxs. Και πράγματι, όσες και όσοι την είδαμε στον χώρο του PLEX πέρσι, αφεθήκαμε σε θραύσματα μνήμης που έμοιαζαν να συνθέτουν ένα ονειρικό τοπίο όπου το τραύμα είχε την τιμητική του, ωστόσο ήταν τοποθετημένο στο ευρύτερο κάδρο της λειτουργίας της μνήμης.

Γιατί θυμόμαστε συγκεκριμένα αποσπάσματα από τη ζωή μας και διαγράφουμε άλλα τα οποία μπορεί να είναι εξίσου τραυματικά; Γιατί επαναλλαμβάνονται κάποιες φράσεις σαν λούπα μέσα μας; Ποια όνειρα ξεχνώ; Πώς μεταβολίζω τη βία που δέχομαι; Τα βιώματα μου οργανώνουν τη μνήμη μου ή εκείνη οργανώνει τη ζωή μου παίζοντας με τις αναμνήσεις μου;

Είναι ορισμένα από τα ερωτήματα που με ακολουθούσαν μετά την παράσταση.

Στον πυρήνα της παράστασης βρίσκεται η ενδοοικογενειακή βία και η κακοποίηση — όχι ως γραμμική αφήγηση, αλλά ως ψυχικό και σωματικό αποτύπωμα. Η αυλή του PLEX μεταμορφώνεται ξανά στις σε έναν βιωματικό τόπο μνήμης, όπου οι θεατές περιηγούνται μέσα σε ένα ζωντανό περιβάλλον εικόνων, ήχων και performative δράσεων. Το κοινό δεν παρακολουθεί απλώς μια ιστορία· εισέρχεται σε ένα ψυχικό τοπίο όπου το προσωπικό γίνεται συλλογικό και η σιωπή αποκτά μορφή.

Με αφορμή την επανάληψη της περφόρμανς  στις 16,17 και 18 Ιουνίου η δημιουργός της μιλάει στο tvxs.

Πώς προέκυψε το κείμενο; 

Πρόκειται αρχικά για κινηματογραφικό σενάριο. Πριν από 9 χρόνια έβαλα τον εαυτό μου σε ένα πείραμα. Για έναν μήνα, κάθε μέρα, με τη βοήθεια ασκήσεων αναπνοής, έμπαινα σε μια κατάσταση βαθιάς συγκέντρωσης και έγραφα ό,τι έβγαινε από το υποσυνείδητο, αφιλτράριστα.Έτσι γεννήθηκε ο πρώτος πυρήνας του έργου.

Έκτοτε το «Στο Λαιμό» πέρασε από πολλές μορφές, εκδοχές και επανεγγραφές. Άλλαξαν οι ιστορίες, οι χαρακτήρες, ακόμη και ο τρόπος που το ίδιο το έργο ζητούσε να υπάρξει.

Νομίζω πως αυτό που με κρατά κοντά στο έργο όλα αυτά τα χρόνια είναι ότι δεν σταματά να μεταμορφώνεται. Συνεχίζει να ζει, να αλλάζει και να γεννά νέες δυνατότητες.

Πώς εργαστήκατε με τους ηθοποιούς και τι αλλάζει από παράσταση σε παράσταση;

Όλη η διαδικασία εξαρχής ήταν ένα πείραμα, και πολλά από τα στοιχεία του αποτέλεσαν τη βάση μιας μεθόδου που μου προκαλεί βαθύ ενδιαφέρον και συνεχίζω να εξερευνώ. Τον Δεκέμβριο του 2024 προσκάλεσα ηθοποιούς, εικαστικούς και καλλιτέχνες της περφόρμανς να συμμετάσχουν στο πείραμα. Τους μοίρασα το σενάριο, συνοδευόμενο από ένα θεωρητικό κείμενο γύρω από το τραύμα και το παιχνίδι, με την οδηγία: «Διαβάστε τα, σας παρακαλώ, και βρείτε τι προσωπικά αφορά εσάς τους ίδιους».

Ύστερα άρχισαν οι συναντήσεις μας. Οι συναντήσεις αυτές είχαν μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί η καθεμία μοιραζόταν τι την αφορά προσωπικά και πώς αυτό μπορεί να μετατραπεί σε περφόρμανς.

Αρχικά όλοι εμπνεύστηκαν από το κείμενο και ύστερα, μέσα από τη διαδικασία, το «ξεχάσαμε». Δώσαμε χρόνο και χώρο και ο καθένας είχε καταλήξει σε μια εικόνα, μια ιδέα για το τι ήθελε να κάνει. Κανείς δεν πίστευε πως όλα αυτά τα αυτοτελή έργα μπορούσαν να γίνουν μια παράσταση. Κι εκεί συνέβη κάτι μαγικό. Μετακινηθήκαμε από το εγώ στο εμείς.

Αυτό είναι ίσως και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του «Στο Λαιμό». Ο καθένας ανακάλυψε μόνος του τη θέση του μέσα στο έργο. Δεν του ανατέθηκε. Προέκυψε οργανικά μέσα από τη συνάντησή του με το έργο.Κάθε παράσταση έχει κοινά στοιχεία, αλλά δεν είναι ποτέ ίδια. Είναι ένας ζωντανός οργανισμός που αλλάζει ανάλογα με τους ανθρώπους που συμμετέχουν και τους ανθρώπους που την παρακολουθούν.

Στα θραύσματα μνήμης τα οποία βλέπει γύρω του ο θεατής μοιάζουν άλλοτε σαν όνειρα άλλοτε σαν σκληρή πραγματικότητα, σαν βιώματα τραυματικά του διπλανού που καθρεφτίζουν ενδεχομένως κάτι δικό μας. Με ποιον τρόπο «μετακινεί» ή ενδιαφέρει τον θεατή κατά τη γνώμη σας το να έρχεται αντιμέτωπος με αυτά τα «αποσπάσματα»;

Κεντρικός άξονας της περφόρμανς είναι η φράση: «Δεν έχω ξεχάσει. Απλά δεν θυμάμαι.» Για μένα αυτή η φράση περιγράφει όχι μόνο το τραύμα, αλλά και τη λειτουργία της μνήμης.Αυτό που βλέπει ο θεατής δεν είναι μια ολοκληρωμένη ιστορία. Είναι θραύσματα. Εικόνες. Σώματα. Ήχοι. Σιωπές. Και όπως ακριβώς συμβαίνει στα όνειρα, ο καθένας συνδέει διαφορετικά τα κομμάτια μεταξύ τους.

Οπότε δεν ξέρω αν η παράσταση μετακινεί τον θεατή. Νομίζω πως περισσότερο του δίνει χώρο να μετακινηθεί μόνος του.

Η απουσία μεγάλων διαλογικών μερών έχει σαν στόχο να μπει περισσότερο ο θεατής στο δικό του «χώρο» γύρω από τον Λαιμό όπου κατοικοεδρεύουν τα ανείπωτα;

Ναι. Το κείμενο προέρχεται από κινηματογραφικό σενάριο και γι’ αυτό δεν βασίζεται στον διάλογο με τον τρόπο που βασίζεται ένα θεατρικό έργο.

Παράλληλα, όμως, δεν αντιμετωπίζω το κείμενο ως λογοτεχνικό αντικείμενο. Για μένα είναι ένα από τα υλικά της περφόρμανς. Όπως είναι το σώμα, η μουσική, ο χώρος ή το βλέμμα του θεατή. Η λειτουργία του δεν είναι να εξηγήσει τα πάντα. Είναι να ανοίξει έναν χώρο φαντασίας. Να επιτρέψει στον θεατή να χτίσει τη δική του εικόνα, τη δική του αφήγηση και τελικά τη δική του σχέση με το έργο.

Η ενδοοικογενειακή βία και κακοποίηση είναι ιδιαίτερα παρούσα στην περφόρμανς. Πόσο σας προβλημάτισε ο τρόπος που θα «ειπωθεί» το συγκεκριμένο τραύμα;

Με απασχόλησε πάρα πολύ. Γιατί η ενδοοικογενειακή βία και η κακοποίηση δεν είναι για μένα ένα θέμα προς αναπαράσταση. Είναι κάτι που αφορά πραγματικούς ανθρώπους.Οπότε η λέξη που είχα στο μυαλό μου εξαρχής ήταν μία: Ασφάλεια.

Πώς μπορούμε να μιλήσουμε για κάτι τόσο δύσκολο χωρίς να το αναπαράγουμε; Πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν χώρο όπου κάποιος μπορεί να συναντήσει ένα δύσκολο κομμάτι του εαυτού του χωρίς να νιώσει απειλή;

Το πιο συγκινητικό σχόλιο που έχω ακούσει είναι από ανθρώπους που έχουν βιώσει οι ίδιοι βία και κακοποίηση και μου είπαν πως ένιωσαν ασφαλείς και, κυρίως, πως δεν ένιωσαν μόνοι.

Το «ψυχικό τοπίο» το οποίο αναπαρίσταται στην αυλή θα μπορούσε να είναι ο τραυματισμένος κόσμος ενός ή πολλών διαφορετικών ανθρώπων. Τι είναι αυτό που συνδέει την διαφορετική κίνηση των ηθοποιών που μοιάζουν να κάθονται στο ίδιο τραπέζι μόνο στο τέλος της παράστασης και αφού έχει επαναλάβει ο καθένας και η καθεμία την δική της κίνηση, κραυγή, σιωπή.

Είναι ακριβώς αυτό. Τα πολλαπλά τραύματα ή θραύσματα, οι όψεις ενός ή πολλών διαφορετικών ανθρώπων.

Αυτό που τους συνδέει είναι το τραύμα, αλλά και η κοινή ανθρώπινη ευαλωτότητα που κρύβεται μέσα σε αυτό.

Στο τέλος, γύρω από το τραπέζι, το τραύμα παύει να είναι μόνο προσωπικό και γίνεται συλλογικό. Και έρχεται η στιγμή να αναρωτηθούμε αν θα το κρύψουμε εκεί, κάτω από το τραπέζι, αν θα το καταπιούμε ή αν θα το μεταμορφώσουμε σε κάτι άλλο.

Για μένα προσωπικά είναι σαν το κιντσούγκι, την ιαπωνική τέχνη κατά την οποία σπασμένα κομμάτια ενώνονται ξανά με χρυσό, αποκτώντας μια νέα ζωή.

Ποια είναι η γνώμη σας για την περφόρμανς στην Ελλάδα σήμερα;

Πολλές φορές για να δημιουργείς πρέπει να σταματήσεις να σκέφτεσαι τι είναι θέατρο, τι είναι χορός, τι είναι εικαστικά ή τι είναι κινηματογράφος.

Η περφόρμανς μου δίνει αυτή την ελευθερία. Με ενδιαφέρει γιατί μπορεί να χωρέσει τα πάντα: το σώμα, τον λόγο, τη σιωπή, τη μουσική, την εικόνα, ακόμη και τον ίδιο τον θεατή. Για μένα η περφόρμανς βρίσκεται κάπου ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή. Και ίσως αυτός είναι ο λόγος που με συγκινεί τόσο πολύ. Γιατί πιστεύω πως η ζωή επιτελεί συνεχώς και η τέχνη έρχεται να παρατηρήσει, να αποκωδικοποιήσει ή να απαντήσει σε αυτό που ήδη συμβαίνει.

Στην Ελλάδα βλέπω ανθρώπους από διαφορετικές καλλιτεχνικές αφετηρίες να συναντιούνται όλο και περισσότερο μέσα από την περφόρμανς και αυτό το βρίσκω ιδιαίτερα ενδιαφέρον.

Ίσως γιατί η περφόρμανς εξακολουθεί να μας δίνει τη δυνατότητα να αναζητούμε νέους τρόπους έκφρασης και δημιουργίας χωρίς να χρειάζεται να χωράμε σε προκαθορισμένες κατηγορίες. Ίσως γι’ αυτό παραμένει για μένα ένα τόσο ζωντανό και ανοιχτό πεδίο δημιουργίας.

Πώς αντιμετωπίζει ο σύγχρονος πολιτισμός το τραύμα; Υπάρχει η άποψη που λέει πως υπερεστιάζει σε αυτό και η άλλη που θεωρεί πως επί τέλους σκύβουμε αποφασιστικά πάνω από ατομικά και συλλογικά τραύματα;

Όταν έχεις να γυρίσεις μια σκηνή στον κινηματογράφο, ψάχνεις να βρεις το πλάνο σου μέσα από τον φακό. Και για να το δεις, θα υπερεστιάσεις, θα απομακρυνθείς, θα μεταφέρεις την κάμερα σε άλλη γωνία, μέχρι να το βρεις.

Έτσι πιστεύω πως συμβαίνει με το οτιδήποτε. Απλώς ο χρόνος στη ζωή έχει άλλη διάσταση και άλλη έννοια.

Και πράγματι σήμερα μιλάμε περισσότερο για τα συλλογικά τραύματα. Παράλληλα, όμως, πολλές φορές τα βλέπουμε υπερεστιασμένα, γιατί ακόμη και τα social media και οι εικόνες που καταναλώνουμε καθημερινά λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο.

Οπότε πιστεύω πως μάλλον έχουμε περισσότερο την αίσθηση ότι σκύβουμε αποφασιστικά πάνω από ατομικά και συλλογικά τραύματα.Όμως είναι πολύ δύσκολο, σχεδόν απίθανο, να δούμε καθαρά κάτι όταν αυτό αιμορραγεί. Είναι σχεδόν αδύνατο να δούμε την ίδια μας τη μύτη. Χρειάζεται χρόνος. Χρειάζεται χώρος. Χρειάζεται απόσταση.

Και ίσως η τέχνη να είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να αρχίσουμε να αποκτούμε αυτή την απόσταση.

Συντελεστές
Δραματουργία & Σκηνοθεσία: Βέρα Ιόνα Παπαδοπούλου
Performance Artists: Αναστασία Αναστασιάδου, Ευγενία Βακαλοπούλου, Αντωνίνα Βλουτή, Ελίζα
Κρικώνη, Ελένη Παναγιωτακοπούλου, Εύη Στέλιου, Καλλιόπη Τακάκη, Μαργαρίτα Τσουλουχά
Voice Performers: Λέων, Ναέκο
Video Art: Κωστής Κοντογεώργος, Ελένη Τσαμαδιά
Live Camera Performer: Φαίη Ψυχοπαιδοπούλου
Sound Art: Andrii Sichkovskyi
Σκηνογραφία: Ελίζα Κρικώνη
Επιμέλεια Κειμένου: Ελένη Παναγιωτακοπούλου
Γραφιστική Επιμέλεια: Κωστής Κοντογεώργος
Παραγωγή: spiti8
Πληροφορίες Παράστασης
PLEX, , Κεραμεικού 28, Αθήνα
16, 17, 18 Ιουνίου
21:00
Είσοδος με ελεύθερη συνεισφορά