Νιώθω πάντα αδυναμία να μεταφέρω με λόγια, το αίσθημα από μια σπουδαία συναυλία. Πως μεταφέρεται με λόγια ο ηλεκτρισμός στα σώματα μας από την ενέργεια του αεικίνητου Σταύρου Ξαρχάκου; Θα επιχειρήσω λοιπόν να μιλήσω περισσότερο για το σύμπαν του κορυφαίου δημιουργού με αφορμή τη χθεσινή συναυλία.
Ο μαέστρος, ανέβηκε στη σκηνή του Ηρωδείου και προτού σηκώσει την μπακέτα, πριν ακουστεί η πρώτη νότα, άρχισε να μοιράζεται μαζί μας την αγωνία του για τη νέα γενιά που είναι εκτεθειμένη σε δεκάδες διαφημίσεις στοιχηματικών εταιρειών. Επέλεξε με λίγα λόγια, η εκκίνηση της βραδιάς να μην έχει να κάνει με τον εαυτό του ούτε με το έργο του, αλλά με την αγωνία του για το μέλλον των παιδιών μας.
Μίλησε για τους πολιτικούς που δεν λένε λέξη για την υπερπροβολή της κουλτούρας του τζόγου ενώ κόπτονται υποτίθεται για τους νέους αλλά και για την ανάγκη της εποχής για το δικό της πολιτικό τραγούδι. Για τον Μανό Ελευθερίου και την σπουδαία πένα του, για τον γιο του που συμμετείχε στη σύνθεση ενός εκ των νέων του τραγουδιών και του ζήτησε ποσοστό. Για το παρόν που εμπεριέχει το παρελθόν και χτίζει το μέλλον.
Ο Σταύρος Ξαρχάκος στη σκηνή, δεν ήταν μόνο ο συνθέτης των πανάκριβων τραγουδιών του. Ήταν μια υπενθύμιση πως υπάρχει το νήμα που οδηγεί στην ουσία των πραγμάτων -και στη σωτηρία μας εντέλει- κι όποιος θέλει μπορεί να το ακολουθήσει. Ήταν ένας πήχης, μια φωνή που χωρίς να κομπάζει, με απλότητα και χιούμορ άφηνε στα αυτιά μας ιστορίες από τα παρασκήνια των τραγουδιών του ανάμεσα στην οποίες χωρούσε πάντα ένα κοινωνικοπολιτικό σχόλιο. Τόσο υπαινικτικό ώστε να μην σκεπάσει τη μαγεία της τέχνης, τόσο ουσιαστικό ώστε να το πάρει κανείς μαζί του φεύγοντας.
Στο πρώτο μέρος, συζήτησε και τραγούδησε παρέα με τη Λίνα Νικολακοπούλου (πάντα με συγκινεί όταν τραγουδά), (με αφορμή τα τραγούδια του συνθέτη σε στίχους του Μανου Ελευθερίου, της ίδιας και του Θοδωρή Γκόνη -ο οποίος ήταν παρόν χθες- «7 Ελεγείες και Σάτιρες για φωνή και πιάνο»). Καθώς άκουγα τη σπουδαία στιχουργό μας να μας εξηγεί τι σημαίνει σάτιρα και ελεγεία στην τέχνη σκεφτόμουν πως κι οι δυο τους με έναν τρόπο θέλουν να μας πουν πως πρέπει να τα πάρουμε όλα από την αρχή. Να επιστρέψουμε σε ορισμούς που θεωρούσαμε αυτονόητα εμπεδωμένους ενώ δεν είναι. Να επιστρέψουμε στη γλώσσα που ορίζει αιτίες, στόχους, πράξεις… μια ολόκληρη φιλοσοφία αιώνων. Και με αυτή την έννοια, η Λίνα Νικολακοπούλου ήταν σαφώς ο άνθρωπος που χρειαζόταν στη σκηνή ο Ξαρχάκος για αυτή την υπενθύμιση.
«Κι εσύ μιλάς για μιαν Ιθάκη ουτοπία.Κουφέτα γάμου, τα γαλάζια της τοπία» και η Μπαλάντα των Φονιάδων «Λοιπόν, εις το εξής / να πάψουν οι χαφιέδες / μέσα στους καφενέδες/ Και μη συκοφαντεί / ως ο καθένας βλέπει / φονιάδες καθώς πρέπει» και το σατιρικό δίστιχο που ενθουσίασε «Τελικά δημοκρατία / Έχει μόνο η Ελβετία».
Στο δεύτερο μέρος ο Ξαρχάκος τράβηξε την κουρτίνα να δούμε ένα άλλο κομμάτι του σύμπαντος του: το μουσικό παρόν του με την Ηρώ Σαΐα σε τραγούδια που έγραψε για εκείνη σε στίχους μεταξύ άλλων του Οδυσσέα Ιωάννου -ο οποίος επίσης ήταν παρόν χθες-. Η Ηρώ Σαΐα, πιο ώριμη από ποτέ (χθες έδωσε ρεσιτάλ από άποψη ερμηνευτικής ακρίβειας και πάθους, σε όλους τους μουσικούς δρόμους) εξελίχθηκε σε μια από τις κορυφαίες τραγουδίστριες της γενιάς της και της αξίζουν διπλά συγχαρητήρια γιατί έχοντας δίπλα της στη σκηνή και τη ζωή ένα μεγαθήριο, κλήθηκε να αποδεικνύει διπλά και τριπλά την αξία της αν και δεν το όφειλε σε κανέναν.
Η ορχήστρα παραδόθηκε στον ηλεκτρισμό `με επίκεντρο την κιθάρα του Μπόμπ Κατσιώνη και τον Ξαρχάκο να εξηγεί με χιούμορ γιατί δια πρώτη φορά δεν βγήκε με μαύρα στη σκηνή αλλά με ένα κίτρινο πουκάμισο «….είπα να γίνω ροκ και να ακουστούν τα τραγούδια με τον ήχο της εποχής».
Στο τρίτο μέρος στη σκηνή έρχεται ο Δημήτρης Μπάσης που ανταποκρίθηκε μια χαρά στο δύσκολο έργο να ερμηνεύσει ανάμεσα σε άλλα και τραγούδια που έχουμε συνδέσει με τον Νίκο Ξυλούρη (η σύζυγος του Ουράνια ήταν ανάμεσα μας). Μαζί τους και τα παιδιά της Σχολής «Εν Χορδαίς και Οργάνοις» της Σύρου που πολλοί θυμόμαστε από το αυθόρμητο μουσικό στιγμιότυπο του Ιουνίου του 2022 στη Σύρο – μια βραδιά σε μια ταβέρνα του νησιού, όταν ο συνθέτης τα διηύθυνε και το βίντεο εκείνης της στιγμής ταξίδεψε παντού. «Σήμερα, τα παιδιά εκείνα έχουν μεγαλώσει· κάποια είναι ήδη φοιτητές» είπε ο Ξαρχάκος και νιώσαμε πως δεν ήταν καθόλου τυχαίο το ότι άνοιξε τη συναυλία με την αγωνία του για τους νέους και την έκλεισε με τους ίδιους στη σκηνή.
Στο τρίτο μέρος ο Ξαρχάκος -σε σύνδεση πάντα με το δεξί του χέρι, τον Νεοκλής Νεοφυτίδη στο πιάνο- μας έβαλε στο σύμπαν των διαχρονικών, κλασικών του τραγουδιών όπως εκείνα του αξεπέραστου «Ρεμπέτικου». «Στα 87 μου ένιωσα περισσότερο από ποτέ ότι η ζωή είναι στο παρόν» είπε στην αρχή της συναυλίας και το σκεφτόμουν καθώς τον έβλεπα κυριολεκτικά σαν γίγαντα (παρά το ότι έκανε χιούμορ για το ύψος του) να υψώνεται πάνω από την ορχήστρα, πάνω από το κοινό, πάνω από την ίδια τη στιγμή που μοιραζόμασταν και να τροφοδοτεί με την απίστευτη ενέργεια του όλη την ορχήστρα που έμοιαζε να πάλλεται, να μιλά, να σωπαίνει να μας ηλεκτρίζει, μόνο από ένα βλέμμα του. «Μα τι ενέργεια!» αναφωνεί δίπλα μου ο σπουδαίος χορογράφος μας Δημήτρης Παπαϊωάννου, την ώρα που η ορχήστρα έμοιαζε να δημιουργεί εκρήξεις ανάτασης και οξυγόνου.
Η μοναδικότητα του σύμπαντος των τραγουδιών του Ξαρχάκου, έχει να κάνει με τη μοναδική μαεστρία του να αξιοποιεί το τεράστιο ταλέντο του γεφυρώνοντας τον λυρισμό με τη δωρικότητα, την εσωτερική διάθεση με την εξωστρέφεια, το πολιτικό με το υπαρξιακό, τη ρίζα με την πρωτοπορία, δημιουργώντας ένα έδαφος έφορο για όλες και όλους μας ανεξάρτητα από αυτά που μας ενώνουν ή μας χωρίζουν. Και τη δυνατότητα να μας εμποτίζει με το αίσθημα της ανάτασης ακόμα και στους πιο σκοτεινούς καιρούς, είτε μιλάμε για τα χρόνια του «Μεγάλου μας τσίρκου» είτε για το σήμερα, που όπως σχολίασε ο ίδιος επί σκηνής: «Έχουμε Δημοκρατία; Θέλει πολύ συζήτηση το πράγμα».
Ο φακός μας έπιασε την ιδιαίτερη στιγμή κατά την οποίο η Ουράνια Ξυλούρη ζητά από τον συνθέτη να επιστρέψει ξανά στη σκηνή κι εκείνος της δείχνει με ένα νεύμα πως χρειάζεται ξεκούραση.
Συμμετείχαν οι μουσικοί
Νεοκλής Νεοφυτίδης: πιάνο – επιμέλεια ορχήστρας – τραγούδι
Φοίβος Ανθης – τύμπανα
Τάσος Γιαννούσης – μπουζούκι
Γιάννης Δίσκος – σαξόφωνο, κλαρίνο
Αλέξανδρος Καψοκαβάδης – κλασική κιθάρα
Κώστας Μερετάκης – κρουστά
Παντελής Ντζιάλας – ακουστική, ηλεκτρική κιθάρα
Δημήτρης Ρέππας – μπουζούκι
Ilya Algaer – κόντρα μπάσο, ηλεκτρικό μπάσο
Ειδική συμμετοχή: Bob Katsionis
Δημήτρης Κουζής: βιολί
Βασιλική Μαζαράκη: βιολί
Ελένη Φουρλάνου: βιόλα
Αλέξανδρος Χαραλάμπους: τσέλο
Περικλής Τιμπλαλέξης: βιολί
Τριαντάφυλλος Βαβάτσικος: βιολί
Χριστίνα Καμινάρη: βιόλα
Τίνα Ντουφεξιάδου: τσέλο
Σχεδιασμός φωτισμού: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΝΤΕΚΩ
Βοηθός σχεδιάστριας φωτισμού: Νάσια Λάζου
Ηχοληψία: Παύλος Σαπουντζής, Γιώργος Ρουπάκας
Οργάνωση Παραγωγής: Κώστας Χριστόπουλος, Μαρία Τσαντέ
