Έντονη ανησυχία προκαλούν στις αμερικανικές υπηρεσίες ασφαλείας νέες εκθέσεις πληροφοριών που κάνουν λόγο για εντατικοποίηση των ισραηλινών κατασκοπευτικών επιχειρήσεων σε βάρος των Ηνωμένων Πολιτειών, με επίκεντρο τις διαπραγματεύσεις της Ουάσινγκτον με την Τεχεράνη για μια ενδεχόμενη ειρηνευτική συμφωνία. Ads Σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times, το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας έχει αναβαθμίσει το επίπεδο ανησυχίας για τις δραστηριότητες αντικατασκοπείας που αποδίδονται στο Ισραήλ από το επίπεδο «υψηλό» στο ανώτατο επίπεδο «κρίσιμο», εξέλιξη που αντανακλά τη σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται πλέον η συγκεκριμένη απειλή από τις αμερικανικές Αρχές. Ads Αμερικανοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι το Ισραήλ έχει εντείνει σημαντικά τις προσπάθειές του να αποκτήσει πρόσβαση σε ευαίσθητες πληροφορίες που αφορούν τη στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στο Ιράν, αλλά και τις εσωτερικές συζητήσεις που διεξάγονται «δορυφορικά» των διαπραγματεύσεων. Ads Παρότι οι δύο χώρες διατηρούν επί δεκαετίες στενή στρατηγική συνεργασία και είναι γνωστό ότι παρακολουθούν η μία την άλλη σε επίπεδο πληροφοριών, ορισμένοι Αμερικανοί αξιωματούχοι θεωρούν ότι οι πρόσφατες ισραηλινές ενέργειες υπερβαίνουν τα όρια της παραδοσιακής κατασκοπευτικής δραστηριότητας μεταξύ συμμάχων. Ads Στο στόχαστρο κορυφαίοι Αμερικανοί αξιωματούχοι
Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στις σχετικές εκθέσεις πληροφοριών αναφέρουν ότι ισραηλινές υπηρεσίες επιχείρησαν να παρακολουθήσουν ανώτατους Αμερικανούς αξιωματούχους που διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στις συνομιλίες με το Ιράν.
Μεταξύ αυτών φέρονται να βρίσκονται ο Στιβ Γουίτκοφ, επικεφαλής διαπραγματευτής του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο υφυπουργός Άμυνας αρμόδιος για θέματα πολιτικής Έλμπριτζ Κόλμπι, καθώς και ο στενός συνεργάτης του Μάικλ ΝτιΜίνο, ο οποίος χειρίζεται ζητήματα Μέσης Ανατολής στο Πεντάγωνο.
Αμερικανοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι το Ισραήλ επιδιώκει όχι μόνο να πληροφορηθεί τις αμερικανικές θέσεις στις διαπραγματεύσεις, αλλά και να αποκτήσει εικόνα για τις πραγματικές προθέσεις και τις μεταβαλλόμενες στρατηγικές επιλογές του Λευκού Οίκου.
Φόβοι για επιπτώσεις στη στρατιωτική συνεργασία
Οι αποκαλύψεις έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η στρατιωτική συνεργασία ΗΠΑ και Ισραήλ βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών.
Οι δύο χώρες συντονίζουν στενά τις επιχειρήσεις τους απέναντι στο Ιράν, με Ισραηλινούς και Αμερικανούς αξιωματικούς να συνεργάζονται καθημερινά στο πλαίσιο της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (CENTCOM).
Η Ουάσινγκτον μοιράζεται με το Ισραήλ τεράστιο όγκο επιχειρησιακών και τακτικών πληροφοριών.
Ωστόσο, η αυξανόμενη ανησυχία για κατασκοπευτικές ενέργειες δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσο θα μπορούσαν να επιβληθούν νέοι περιορισμοί στην ανταλλαγή ευαίσθητων δεδομένων.
Ανώτεροι αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι οι εξελίξεις αυτές ενδέχεται να δυσκολέψουν την περαιτέρω εμβάθυνση της στρατιωτικής συνεργασίας ανάμεσα στις δύο χώρες.
Καταγγελίες για παγιδευμένες συσκευές και απόπειρες υποκλοπών
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η έκθεση της Υπηρεσίας Πληροφοριών Άμυνας (DIA) συντάχθηκε έπειτα από περιστατικά κατά τα οποία Αμερικανοί στρατιωτικοί που υπηρετούσαν στο Ισραήλ διαπίστωσαν ότι είχε εγκατασταθεί κρυφά λογισμικό παρακολούθησης στα κινητά τους τηλέφωνα.
Η ίδια έκθεση καταγράφει και παλαιότερα περιστατικά που αποδίδονται σε ισραηλινές υπηρεσίες.
Μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι το 2021 Ισραηλινοί αξιωματικοί στρατιωτικών πληροφοριών εντοπίστηκαν να επιχειρούν την τοποθέτηση συσκευών παρακολούθησης στις εγκαταστάσεις της DIA, ενώ το 2024 στελέχη της Σιν Μπετ φέρονται να επιχείρησαν να εγκαταστήσουν κοριό σε όχημα της Μυστικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ.
Παράλληλα, νεότερες εκθέσεις πληροφοριών εκφράζουν ανησυχία ότι ισραηλινές υπηρεσίες παρακολουθούν συνομιλίες του Γουίτκοφ και άλλων κορυφαίων Αμερικανών διαπραγματευτών που συμμετέχουν στις συνομιλίες με την Τεχεράνη.
Διαψεύσεις από Ισραήλ και Λευκό Οίκο
Το Πεντάγωνο απέφυγε να σχολιάσει τις πληροφορίες, ενώ αξιωματούχος του Λευκού Οίκου χαρακτήρισε το περιεχόμενο των αναφορών ανακριβές.
Ανάλογη ήταν και η αντίδραση της ισραηλινής πρεσβείας στην Ουάσινγκτον, η οποία απέρριψε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς περί κατασκοπείας, τονίζοντας ότι το Ισραήλ δεν παρακολουθεί Αμερικανούς αξιωματούχους ή κρατικούς φορείς.
Παρά τις διαψεύσεις, νυν και πρώην Αμερικανοί αξιωματούχοι που μίλησαν υπό καθεστώς ανωνυμίας στους New York Times υποστηρίζουν ότι η επιθετικότητα των ισραηλινών επιχειρήσεων συλλογής πληροφοριών έχει αυξηθεί σημαντικά κατά τη δεύτερη θητεία Τραμπ.
Μάλιστα, σύμφωνα με έναν ανώτερο Αμερικανό αξιωματούχο, η ένταση των προσπαθειών παρακολούθησης κορυφαίων στελεχών της αμερικανικής κυβέρνησης από ισραηλινές υπηρεσίες έχει φτάσει σε «πρωτοφανή επίπεδα».
Οι διαφορετικοί στόχοι στον πόλεμο με το Ιράν
Παρότι στην αρχή της σύγκρουσης με το Ιράν οι δύο σύμμαχοι έδειχναν να κινούνται στην ίδια κατεύθυνση, οι στρατηγικοί τους στόχοι άρχισαν σταδιακά να αποκλίνουν.
Η κυβέρνηση Τραμπ φέρεται να επικεντρώνεται κυρίως στην αποδυνάμωση των στρατιωτικών δυνατοτήτων της Τεχεράνης, ώστε να εξαναγκάσει το Ιράν σε πολιτικές παραχωρήσεις μέσω διαπραγματεύσεων.
Αντίθετα, η κυβέρνηση Νετανιάχου εμφανίζεται να επιδιώκει πολύ ευρύτερους στόχους, μεταξύ των οποίων η αποδυνάμωση ή ακόμη και η ανατροπή του ιρανικού θεοκρατικού καθεστώτος.
Αυτή η διαφοροποίηση εξηγεί, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, το αυξημένο ενδιαφέρον του Ισραήλ να γνωρίζει εκ των προτέρων τις πραγματικές προθέσεις της Ουάσινγκτον, σε μια περίοδο όπου το μέλλον των αμερικανοϊρανικών συνομιλιών παραμένει αβέβαιο.
