Οι ελληνικές θάλασσες φιλοξενούν διαχρονικά μια πλούσια βιοποικιλότητα, ωστόσο η εμφάνιση συγκεκριμένων θαλάσσιων ειδών κοντά στις ακτές προκαλεί συχνά έντονο ενδιαφέρον, αλλά και ανησυχία στους λουόμενους.

Η παρουσία των μωβ μεδουσών και των καρχαριοειδών στα ελληνικά νερά αποτελεί αντικείμενο παρακολούθησης από τους επιστήμονες, οι οποίοι υπογραμμίζουν την ανάγκη για ψυχραιμία και σωστή ενημέρωση.

Οι μωβ μέδουσες έκαναν εκ νέου την εμφάνισή τους και φέτος, με αυξημένες καταγραφές να σημειώνονται σε περιοχές όπως η Εύβοια και ο Παγασητικός. Αν και δεν πρόκειται για νέο φαινόμενο, τα τελευταία χρόνια η εξάπλωσή τους παρακολουθείται στενά από πολίτες και επιστήμονες μέσω διαδικτυακών εργαλείων και εφαρμογών, οι οποίες βοηθούν στη χαρτογράφηση των πληθυσμών τους.

Η Αναστασία Μήλιου, Υδροβιολόγος και διευθύντρια έρευνας του Ινστιτούτου Θαλάσσιας Προστασίας «Αρχιπέλαγος», εξήγησε ότι οι μέδουσες προτιμούν την ανοιχτή θάλασσα. Η παρουσία τους στις ακτές σημαίνει συνήθως ότι έχουν εγκλωβιστεί εκεί λόγω ρευμάτων και ανέμων. Η ίδια συνέδεσε την έξαρση του φαινομένου με την ανθρώπινη δραστηριότητα, αναφέροντας: «Έχουμε υπεραλίευση στις ελληνικές θάλασσες», ενώ συμπλήρωσε ότι «ο πανικός έχει κάνει τους ανθρώπους να μην θέλουν να βάλουν το πόδι τους στη θάλασσα».

Σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, το τσίμπημα της μωβ μέδουσας προκαλεί κοκκίνισμα, κνησμό (φαγούρα) και πόνο που θυμίζει κάψιμο. Σε περίπτωση που εμφανιστούν σοβαρότερα συμπτώματα όπως ναυτία, πτώση της πίεσης, διάρροια, ταχυκαρδία ή δύσπνοια, απαιτείται άμεση ιατρική βοήθεια.

Για την αντιμετώπιση του απλού τσιμπήματος προτείνονται τα εξής βήματα:

Απομάκρυνση πλοκαμιών: Αφαιρέστε τυχόν υπολείμματα από το δέρμα φορώντας πάντα γάντια.
Ξέπλυμα: Καθαρίστε αμέσως την περιοχή αποκλειστικά με θαλασσινό νερό.
Ψύξη: Τοποθετήστε πάγο, κρύες κομπρέσες ή ένα παγωμένο μπουκάλι νερό.
Φαρμακευτική αγωγή: Εφαρμόστε μια κρέμα με κορτιζόνη για τη φαγούρα ή λάβετε αντισταμινικό σκεύασμα (πάντα κατόπιν συμβουλής γιατρού).

Αντίθετα με τις μέδουσες, οι καρχαρίες αποτελούν μόνιμο και αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνικού θαλάσσιου οικοσυστήματος εδώ και χιλιάδες χρόνια, με τις πρώτες καταγραφές να ξεκινούν από την εποχή του Αριστοτέλη. Παρά τη σταθερή τους παρουσία, οι πληθυσμοί τους στη Μεσόγειο έχουν υποστεί δραματική μείωση εξαιτίας της αλιείας, καθιστώντας τις συναντήσεις μαζί τους εξαιρετικά σπάνιες.

Κατά το τρέχον έτος έχουν ήδη καταγραφεί οκτώ διαφορετικά είδη καρχαριών στα ελληνικά νερά. Γενικότερα, η χώρα μας φιλοξενεί δεκάδες είδη καρχαριοειδών και χονδριχθύων, μεταξύ των οποίων: Ο μεγάλος λευκός καρχαρίας, ο γλαυκοκαρχαρίας (μπλε καρχαρίας), ο καρχαρίας μάκο, ο προσκυνητής (γνωστός και ως «σαπουνάς»), το αλεπόψαρο, τα σαλάχια και οι χίμαιρες.

Οι καταγραφές των τελευταίων δεκαετιών δείχνουν ότι εμφανίσεις σημειώνονται σε όλη την επικράτεια, με αυξημένη συχνότητα στο Ιόνιο Πέλαγος, τον Σαρωνικό Κόλπο, τον Παγασητικό, τη Χαλκιδική, τα Δωδεκάνησα και νότια της Κρήτης.

Οι επιθέσεις καρχαριών στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά σπάνιες, με την τελευταία καταγεγραμμένη θανατηφόρα επίθεση να χρονολογείται πίσω στο 1981.

Σε περίπτωση συνάντησης με καρχαρία, οι ειδικοί συνιστούν:

Διατήρηση ψυχραιμίας: Ο πανικός πρέπει να αποφευχθεί.
Οπτική επαφή: Κοιτάζετε συνεχώς το ζώο χωρίς να του γυρίσετε την πλάτη.
Ήρεμη απομάκρυνση: Κινηθείτε αργά προς την ακτή ή το σκάφος.
Απώθηση: Αν πλησιάσει υπερβολικά, σπρώξτε τον ελαφρά πιέζοντας το ρύγχος του.