«Χωρίς να υπάρχουν πολλές επιστημονικές μελέτες για τον ακριβή λόγο μείωσης αυτόχθονων ειδών, παρατηρείται μείωση της βιοποικιλότητας, καθώς και μείωση των πληθυσμών αυτόχθονων ειδών, όπως το μπαρμπούνι, τα χταπόδια, οι σκορπίνες των ρηχών νερών, εκεί που υπάρχουν μεγάλοι πληθυσμοί εισβολικών ειδών. Ωστόσο, χρειάζεται περισσότερη μελέτη, γιατί η ίδια η άνοδος της θερμοκρασίας της θάλασσας έχει αρνητικές επιπτώσεις σε αυτόχθονα ψυχρόφιλα είδη. Επίσης, χρειάζεται έρευνα για τη μελέτη των παρασίτων ή πιθανών ασθενειών που μπορεί να μεταφέρουν τα είδη αυτά στις νέες περιοχές εξάπλωσής τους και πώς μπορεί να επηρεάσουν τα ντόπια είδη», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Οι συνθήκες και το μέλλον της βιοποικιλότητας στις ελληνικές θάλασσες
«Στις θάλασσές μας η μεγαλύτερη εξάπλωση των λεσσεψιανών θερμόφιλων ειδών συμβαίνει στις περιοχές με μεγάλη άνοδο της θερμοκρασίας της θάλασσας, όπως τα νότια Δωδεκάνησα και η Κρήτη, ωστόσο εξαπλώνονται και σε άλλες περιοχές όπου αυξάνει σταδιακά η θερμοκρασία της θάλασσας. Άλλα ξενικά είδη μπορεί να εμφανιστούν από απελευθερώσεις από υδατοκαλλιέργειες, από μεταφορά ballast waters σε δεξαμενές εμπορικών πλοίων (για έρμα), από άγκυρες, ύφαλα σκαφών, απελευθερώσεις από οικιακά ενυδρεία», αναφέρει η έμπειρη βιολόγος – ιχθυολόγος του ΕΛΚΕΘΕ ως προς τις συνθήκες που ευνοούν την εμφάνιση τέτοιων ειδών.
Τέλος, όσον αφορά τις εκτιμήσεις της επιστημονικής κοινότητας για το μέλλον της βιοποικιλότητας στις ελληνικές θάλασσες αν συνεχιστεί η εξάπλωση αυτών των ειδών σημειώνει:
«Ήδη σε περιοχές με έντονες αλλαγές θερμοκρασίας, αλατότητας και αυξανόμενων πληθυσμών ξενικών ειδών, παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές στην ιχθυοπανίδα και συνολικά στη βιοποικιλότητα. Σε μελέτες που έχουν γίνει από την παρακολούθηση της αλιείας στην Κρήτη, η αναλογία στο αλίευμα ξενικών/αυτόχθονων ειδών αυξάνει σημαντικά τα τελευταία χρόνια, και όσον αφορά τις ποσότητες και όσον αφορά τον αριθμό των ειδών. Επίσης, έχει παρατηρηθεί μείωση του ολικού αριθμού ειδών σε δειγματοληψίες που γίνονται επί σειρά ετών σε περιοχές με επικράτηση εισβολικών ειδών».
Διάγραμμα με το ποσοστό ξενικών και ντόπιων ειδών στα δίχτυα, στην Κρήτη, για την περίοδο 2018-2023
Και καταλήγει: «Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε ακόμα στην εξέλιξη αυτού του φαινομένου. Χρειάζεται να ενισχυθεί η έρευνα και η παρακολούθηση της εξάπλωσης των ξενικών ειδών, της βιολογίας και της διατροφής τους, καθώς και των επιπτώσεών τους στους αυτόχθονους πληθυσμούς. Δυστυχώς, η επιστημονική έρευνα είναι αρκετά παραγκωνισμένη και υποχρηματοδοτούμενη στην παρούσα συγκυρία και το επιστημονικό δυναμικό φυλλορροεί. Ωστόσο, τα είδη αυτά πρέπει να μπουν δυναμικά στη διατροφή μας, καθώς η εξαλίευσή τους είναι και ένας τρόπος επιβράδυνσης της εξάπλωσής τους. Άλλωστε, στην πλειοψηφία τους είναι βρώσιμα είδη, πολύ νόστιμα και με υψηλή θρεπτική αξία».
Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ
Αποδοχή
