Οι αρχικοί μετανάστες ήταν κυρίως αγρότες και εργάτες της υπαίθρου που εγκατέλειπαν τη βία και τον πολιτικό αποκλεισμό αναζητώντας καλύτερες δουλειές και αμοιβές. Σήμερα, όσοι επιστρέφουν παρακινούνται από τις οικονομικές ευκαιρίες που προσφέρουν τα μητροπολιτικά κέντρα του Νότου, το χαμηλότερο κόστος ζωής και τους δεσμούς με την οικογένεια και τον πολιτισμό τους. Πρόκειται συνήθως για νεότερους, μορφωμένους επαγγελματίες με πανεπιστημιακή εκπαίδευση, οι οποίοι δεν έχουν προσωπικές μνήμες από τον φυλετικό διαχωρισμό της εποχής των νόμων Τζιμ Κρόου, τον οποίο εγκατέλειψαν οι πρόγονοί τους πριν από δεκαετίες. Και όπως συνέβη κατά τη Μεγάλη Μετανάστευση, έτσι και τώρα, οι νέοι ψηφοφόροι που μετακινούνται μεταβάλλουν τους πολιτικούς συσχετισμούς στις πολιτείες όπου εγκαθίστανται, ενώ η αντίδραση ήρθε σχεδόν αμέσως μετά την άφιξή τους.

Πριν ξεκινήσει η Μεγάλη Μετανάστευση, περισσότερο από το 90% των Αφροαμερικανών ζούσε στον Νότο. Μετά την περίοδο της Ανασυγκρότησης (Reconstruction), η πολιτική τους αποδυνάμωση ήταν τέτοια ώστε, έως το 1901, δεν υπήρχε πλέον κανένα μαύρο μέλος στο Κογκρέσο. Όταν ψηφίστηκε ο Νόμος για τα Εκλογικά Δικαιώματα του 1965, το ποσοστό των Αφροαμερικανών που παρέμεναν στον Νότο είχε μειωθεί στο 53%. Η πολιτική επιστήμονας Κενέσια Γκραντ διαπίστωσε ότι τα βόρεια κόμματα και οι πολιτικοί ακολούθησαν διαφορετικές στρατηγικές απέναντι στους νέους αφιχθέντες: άλλοι κινητοποίησαν τους μαύρους ψηφοφόρους και υποστήριξαν πολιτικές που τους εξέφραζαν, ενώ άλλοι επιχείρησαν να περιορίσουν τη συμμετοχή τους στις εκλογές και να καλλιεργήσουν φυλετικούς φόβους. Παρ’ όλα αυτά, οι νεοαφιχθέντες, «ψηφίζοντας μέσω της μετακίνησής τους», συνέβαλαν στην εκλογή Αφροαμερικανών βουλευτών σε πολιτείες όπως το Ιλινόι και η Νέα Υόρκη. Σήμερα, η αντίστροφη μετανάστευση έχει αυξήσει το ποσοστό των Αφροαμερικανών που ζουν στον Νότο σχεδόν στο 60%. Οι δύο μητροπολιτικές περιοχές που χάνουν τους περισσότερους μαύρους κατοίκους είναι η Νέα Υόρκη και το Σικάγο.

Αν ληφθεί υπόψη αυτή η νέα μεταναστευτική τάση, η αποδυνάμωση των προστασιών για το εκλογικό δικαίωμα και η βιαστική αναχάραξη των εκλογικών περιφερειών στον Νότο αποκτούν νέο νόημα. Αν εξεταστούν αποκλειστικά μέσα από κομματικό πρίσμα, αυτά τα μέτρα μοιάζουν με προληπτικές προσπάθειες των Ρεπουμπλικανικών νομοθετικών σωμάτων να αποκλείσουν τους Δημοκρατικούς από έδρες και να παγιώσουν εκλογικά πλεονεκτήματα. Μπορούν όμως να ιδωθούν και ως αμυντικές κινήσεις: ως προσπάθεια περιορισμού της αυξανόμενης πολιτικής ισχύος των Αφροαμερικανών ψηφοφόρων σε ορισμένες πολιτείες. Είτε πρόκειται για συνειδητή φυλετική διάκριση είτε για ακραία κομματική αντιπαράθεση, το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο με εκείνο του ιστορικού προηγουμένου: οι μαύροι ψηφοφόροι βρίσκονται στο στόχαστρο του κράτους.

Η Ατλάντα αποτελεί το επίκεντρο της αντίστροφης μετανάστευσης και η πολιτική της Τζόρτζιας το έχει ήδη αντιληφθεί. Μεταξύ 1990 και 2020, ο μαύρος πληθυσμός της μητροπολιτικής περιοχής υπερδιπλασιάστηκε και πλέον ξεπερνά τα δύο εκατομμύρια άτομα. Η πόλη αναφέρεται συχνά από όσους θεωρούν την αντίστροφη μετανάστευση πολιτική στρατηγική ενίσχυσης της εκλογικής δύναμης των Αφροαμερικανών στον Νότο και κατ’ επέκταση σε εθνικό επίπεδο. Έκτοτε, ο Ντόναλντ Τραμπ (Donald Trump) έχασε την πολιτεία στις εκλογές του 2020, παρότι ελεγχόταν από τους Ρεπουμπλικανούς, ενώ οι Δημοκρατικοί κατέκτησαν και τις δύο έδρες της Γερουσίας. Ωστόσο, αυτόν τον μήνα η πολιτειακή νομοθετική συνέλευση της Τζόρτζιας θα συνεδριάσει εκτάκτως για να ανασχεδιάσει τις εκλογικές περιφέρειες ενόψει των εκλογών του 2028, με στόχο να διατηρήσει το Ρεπουμπλικανικό πλεονέκτημα στο Κογκρέσο περιορίζοντας την επιρροή του αυξανόμενου μαύρου εκλογικού σώματος.

Μετά την Απογραφή του 2020, ανάλυση του Brookings Institution έδειξε ότι το Τέξας, η Φλόριντα και η Βόρεια Καρολίνα συγκαταλέγονται επίσης στους βασικούς προορισμούς των Αφροαμερικανών μεταναστών. Οι Ρεπουμπλικανοί του Τέξας, με την ενθάρρυνση του Τραμπ, ανασχεδίασαν φέτος τις εκλογικές περιφέρειες ώστε να συγκεντρώσουν τους μαύρους ψηφοφόρους σε λιγότερες έδρες, ελπίζοντας να κερδίσουν πέντε επιπλέον Ρεπουμπλικανικές έδρες. Αντίστοιχα, η Φλόριντα ενέκρινε νέο χάρτη που συγκεντρώνει τους μαύρους ψηφοφόρους σε ορισμένες περιφέρειες, ενώ διασπά άλλες για να δημιουργήσει τέσσερις νέες Ρεπουμπλικανικές έδρες. Στη Βόρεια Καρολίνα, ο ανασχεδιασμός διέσπασε μια περιφέρεια που εκπροσωπούσε ένας μαύρος Δημοκρατικός βουλευτής, μετατρέποντάς την σε ασφαλή Ρεπουμπλικανική έδρα και διαμορφώνοντας αναλογία 11 προς 3 υπέρ των Ρεπουμπλικανών.

H χειραγώγηση των εκλογικών περιφερειών (gerrymandering), είναι απλώς η πιο πρόσφατη τακτική. Η αρχική προσπάθεια αυτών των πολιτειών να αντιμετωπίσουν τις μεταβαλλόμενες εκλογικές ισορροπίες ήταν η θέσπιση περιοριστικών εκλογικών νόμων. Στη Βόρεια Καρολίνα, η προσπάθεια ήταν τόσο ακραία ώστε ομοσπονδιακοί δικαστές ακύρωσαν σχετική διάταξη, κρίνοντας ότι στόχευε τους Αφροαμερικανούς «με σχεδόν χειρουργική ακρίβεια». Οι Αφροαμερικανοί που επέστρεφαν στον Νότο, ωστόσο, οργανώθηκαν και κινητοποιήθηκαν αποτελεσματικά, περιορίζοντας τον αντίκτυπο αυτών των μέτρων στη συμμετοχή. Από την άλλη πλευρά, οι μαύροι Δημοκρατικοί βουλευτές ελπίζουν ότι η μαζική προσέλευση στις ενδιάμεσες εκλογές θα διασώσει τις έδρες τους. Ωστόσο, πρόσφατες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου έχουν καταστήσει το κομματικό gerrymandering πιο αποτελεσματικό εργαλείο απέναντι στις προσπάθειες κινητοποίησης των ψηφοφόρων, και οι Ρεπουμπλικανοί του Νότου φαίνεται να ποντάρουν στα μαθηματικά των εκλογικών χαρτών για να διατηρήσουν την εξουσία, ανεξάρτητα από τη σύνθεση του εκλογικού σώματος.

Το αν αυτή η στρατηγική θα αποδειχθεί βιώσιμη μακροπρόθεσμα παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Τα κόμματα και οι πολιτικοί του Νότου αντιμετωπίζουν το μαύρο εκλογικό σώμα σαν να παραμένει πολιτικά και κοινωνικά παγιδευμένο στην εποχή της Μεγάλης Μετανάστευσης. Οι Δημοκρατικοί θεωρούν ότι το βασικό ζητούμενο είναι η συμμετοχή στις κάλπες, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί αντιμετωπίζουν τους Αφροαμερικανούς κυρίως ως ψήφους που πρέπει να αποδυναμωθούν εκλογικά. Όμως οι Αφροαμερικανοί που επιστρέφουν στον Νότο δεν είναι οι ίδιοι άνθρωποι με εκείνους που έφυγαν πριν από δεκαετίες. Αν οι ηγεσίες της περιοχής συνεχίσουν να εφαρμόζουν μια πολιτική στρατηγική του 20ού αιώνα σε ψηφοφόρους του 21ου, ίσως ανακαλύψουν ότι, προσπαθώντας να σχεδιάσουν το πλεονέκτημά τους, έχουν παγιδεύσει τους ίδιους τους εαυτούς τους.