Θλίψη στον καλλιτεχνικό κόσμο σκόρπισε η είδηση του θανάτου του σπουδαίου και αγαπημένου ηθοποιού, Άγγελου Αντωνόπουλου σε ηλικία 94 ετών. Σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή και μέσω του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης όπου πρωταγωνίστησε αφήνοντας το αποτύπωμα του.

Ο Άγγελος Αντωνόπουλος / NDP PHOTO

Ο θάνατος του ηθοποιού έγινε γνωστός μετά την ταφή του το πρωί της Τετάρτης (03.06.2026) στην Κάρυστο. Ενώ η κηδεία του ηθοποιού πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Μπορεί να μπήκε στον χώρο του θεάματος σε σχετικά μεγάλη ηλικία στα 32 χρόνια του, να έχασε την καλύτερη εποχή του παλιού ελληνικού σινεμά και να περιορίστηκε σε δεύτερους ρόλους, αλλά ο Άγγελος Αντωνόπουλος, κατάφερε να διασχίσει τη σύγχρονη ιστορία του θεάτρου, γνωρίζοντας την καταξίωση του κοινού, ενώ αναπάντεχα το όνομά του, στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, θα πάρει διαστάσεις μύθου, παίζοντας στην τηλεόραση τον «Συνταγματάρχη Βαρτάνη», στον «Άγνωστο Πόλεμο».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Μιλώντας στην εκπομπή «Στούντιο 4», ο Άγγελος Αντωνόπουλος αναφέρθηκε μια αναδρομή στους σταθμούς της ζωής και της πορείας του και είπε πως «όταν ήμουνα νέος, έβαζα τη σκούφια μου στραβά και σφύριζα. Δεν με ένοιαζε και πολύ. Σήμερα μπορεί να μελαγχολώ που δεν έχω δικό μου παιδί».

Ο Άγγελος Αντωνόπουλος γεννήθηκε στα Ολύμπια, κοντά στην Αρχαία Ολυμπία, και είχε καταγωγή από τη Γορτυνία. Μεγάλωσε στα Ταμπούρια και στην Αρχαία Ολυμπία. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης «Κάρολος Κουν» και για πολλά χρόνια δίδαξε ο ίδιος υποκριτική.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Κάποιο βράδυ πήγα στην παράσταση του “Θείου Βάνια” με έναν μεγάλο θίασο και με σκηνοθεσία του Κουν. Έμεινα έκθαμβος, και όχι μονο, και είπα τώρα εγώ τι κάνω; Και πήρα τη μεγάλη απόφαση. Κατέβηκα στο υπόγειο, βρήκα τον Κουν και του είπα ότι θέλω να γίνω ηθοποιός. Ο Κουν καταδέχτηκε και με άκουσε με προσοχή. Και έτσι ξεκινάει το ταξίδι» είπε ο Άγγελος Αντωνόπουλος.

Ως ηθοποιός υπηρέτησε όλα τα είδη του θεάτρου. Ξεκίνησε την πορεία του συμμετέχοντας σε παραστάσεις έργων μεγάλων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων υπό την καθοδήγηση του Καρόλου Κουν. Μετά τη συνεργασία του με τον Κουν, συνέχισε τη θεατρική του διαδρομή στο πλευρό του Δημήτρη Μυράτ στο Θέατρο Μουσούρη.

Από το 1962 και για μία δεκαετία συμμετείχε σε μεγάλους θιάσους. Συνεργάστηκε με κορυφαίους πρωταγωνιστές και πρωταγωνίστριες του ελληνικού θεάτρου, ερμηνεύοντας ρόλους σε όλα τα θεατρικά είδη.

Μεταξύ άλλων, συμμετείχε στις παραστάσεις «Ιούλιος Καίσαρ» του Σαίξπηρ, «Η άνοδος του Αρτούρου Ούι» του Μπρεχτ, «Έρωτες των τεσσάρων Συνταγματαρχών» του Ουστίνοφ, «Ο Γλάρος» του Τσέχωφ και «Τοβάριτς» του Ζακ Ντε Βαλ.

Στον κινηματογράφο πραγματοποίησε το ντεμπούτο του με τις ταινίες «Εκδρομή» και «Παρένθεση» του Τάκη Κανελλόπουλου.

Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τους Βασίλη Γεωργιάδη, Ντίνο Δημόπουλο, Γιάννη Δαλιανίδη, Ερρίκο Ανδρέου, Γιώργο Τζαβέλλα και Φιλοποίμενα Φίνο. Συνολικά συμμετείχε σε περισσότερες από 30 κινηματογραφικές ταινίες.

Στην τηλεόραση έκανε το ντεμπούτο του το 1971, ύστερα από πρόταση του σκηνοθέτη Κώστα Κουτσομύτη να συμμετάσχει στη σειρά «Άγνωστος Πόλεμος» του Νίκου Φώσκολου. Ακολούθησαν εμφανίσεις στις σειρές «Οι Πανθέοι», «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο», «Το φως του Αυγερινού», «Μαντάμ Σουσού», «Ουράνιο Τόξο», «Οικογένεια – Οικογένεια», «Καζίνο», «Συμφωνία Σιωπής» και «Πρόβα Νυφικού». Η τελευταία τηλεοπτική του εμφάνιση ήταν στη σειρά «Τα Παιδιά της Νιόβης» το 2004.

Για πολλά χρόνια υπήρξε επίσης δάσκαλος σε δραματική σχολή.

Συνεργάστηκε με σημαντικές προσωπικότητες του θεάτρου και του κινηματογράφου, όπως ο Αλέξης Μινωτής, η Κατίνα Παξινού, η Βέρα Ζαβιτσιάνου, ο Μάνος Κατράκης, ο Ερρίκος Ανδρέου και ο Βασίλης Γεωργιάδης.

Το 2007 ερμήνευσε στο θέατρο τον ρόλο του Καρλ Μαρξ.

Έγραψε το μυθιστόρημα «Οι επιβάτες του φεγγαριού» (Εκδόσεις Αιώρα, 2006) και την ποιητική συλλογή «Αφύλακτη διάβαση» (Εκδόσεις Αιώρα, 2011).

Όπως έλεγε ο ίδιος, δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα ενεργός με την πολιτική, αλλά ήταν «υποψιασμένος», έχοντας επηρεαστεί από τους αγώνες των αριστερών εκείνης της εποχής, συνειδητοποιημένος για την καθοριστική στάση των Άγγλων και την έναρξη του εμφυλίου, που πλήρωσε η Ελλάδα ακριβά, με αίμα και μια χαμένη γενιά στα ξερονήσια, στις μάχες ή ακόμη και δηλητηριάζοντας έναν λαό με τη διχόνοια.