Πριν λίγους μήνες, σε μια τυχαία συνάντηση και συζήτηση στη Χιλή, μια ανώτερη αριστερή πολιτικός δυσκολευόταν να μας απαριθμήσει μερικές από τις μεταρρυθμίσεις της αριστερής κυβέρνησης. Όχι γιατί δεν έγιναν, όχι επειδή δεν υπήρξαν αλλαγές, για παράδειγμα στα εργασιακά ή στα δικαιώματα των αυτοχθόνων, στις προσπάθειες για κοινωνική στέγαση, αλλά γιατί οι αλλαγές αυτές είναι δυσνόητες για τον πολύ κόσμο και είναι δύσκολο να αναδειχθούν και να ακουστούν. Επικοινωνιακά απέτυχαν. Δεν άγγιξαν τη μάζα του εκλογικού σώματος.
Αντίστοιχα και αντίστροφα, ένας φίλος ξεναγός στα υψίπεδα της Βολιβίας ήταν αγανακτισμένος με τον Μοράλες και θυμωμένος με τους διαδόχους του: “δεν μπορούν να διαχειριστούν τίποτα, δεν ξέρουν τι κάνουν, έβαλαν ανθρώπους χωρίς εμπειρία σε όλα τα πόστα, δεν έχουμε καύσιμα, είναι όλα ανοργάνωτα…”
Εκείνες τις μέρες (Αύγουστος του 2025) γίνονταν εκλογές στη Βολιβία. Οι μεταλλωρύχοι των οροπεδίων και οι αυτόχθονες θα ψήφιζαν παραδοσιακά αριστερά, οι αστοί, οι γαιοκτήμονες της Αμαζονίας και οι πληρωμένοι στρατοί φτωχών που τους ακολουθούν θα ψήφιζαν μαζικά και ισχυρά τους “άλλους”. Ήταν τέτοια η εκλογική καθίζηση και η αποτυχία της Αριστεράς, που σεν πέρασε καν στο δεύτερο γύρο.
Ο όρος “δεξιός” στη Λατινική Αμερική είναι κάτι το διαφορετικό από ό,τι στην Ευρώπη: δεδηλωμένη και ανοιχτή προσήλωση στις ΗΠΑ, μείγμα λαϊκισμού με θρησκοληψία και ρεάλιτυ, αποδοχή του “βασικού ένστικτου” της ελεύθερης αγοράς και της προσωπικής προκοπής, αισθητική και κουλτούρα διαφθοράς, θαυμασμός των επιχειρηματιών, κανάλια απολύτως ελεγχόμενα, άγριος καπιταλισμός χωρίς κοινωνικές παροχές. Όλα αυτά, μαζί με μπόλικο αντικομμουνισμό προηγούμενων δεκαετιών και πολλή κινδυνολογία και καταστροφολογία.
Στη Βολιβία ο κόσμος “ελευθερώθηκε” με τις εκλογές του 2025. Ήδη οι δρόμοι τώρα (Ιούνιος 2026) είναι κλειστοί, η χώρα σε διάλυση, οι τιμές στην ανηφόρα, απεργίες, διαδηλώσεις, επεισόδια. Πολύ σύντομα, φάνηκαν οι προθέσεις της κυβέρνησης και ήρθαν οι αντιδράσεις.
Στη Χιλή, ήρθε κι εκεί η “αλλαγή” με ευθείες αναφορές στο “θαύμα Πινοτσέτ” και το σοκ είναι άμεσο και μεγάλο: αυξήσεις τιμών, μείωση της φορολογίας των εταιρειών “για να έρθει η ανάπτυξη”, “λιγότερη γραφειοκρατία για να έρθουν οι επενδύσεις”, μπλόκο στα προγράμματα κοινωνικής στέγασης και όλα αυτά συμπυκνώνονται στη δήλωση των φιλοκυβερνητικών ότι “η Χιλή θα είναι μια χώρα πιο φτωχή αλλά πιο ευτυχισμένη!” (“un país más pobre, pero un país más feliz”). Ναι, ειπώθηκε και αυτό!
Στην Αργεντινή ήρθε το “αλυσοπρίονο” του Μιλέι και του ελευθερο-οικονομικού λαϊκισμού που έχει φέρει την οικονομία στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Φρένο στις δημόσιες επενδύσεις, αύξηση της ανεργίας, περικοπές στο δημόσιο τομέα, περισσότερη φτώχεια, πτώση της αγοραστικής δύναμης… Η πρακτική γεφαρμογή του “δόγματος του σοκ”. Κι εκεί όμως υπήρχε ένα διάχυτο κλίμα δυσαρέσκειας απέναντι στους “Περονιστές” (η ευρύτερη κυβερνώσα κεντροαριστερά) που όλως τυχαίως, κάθε φορά που κυβερνούσε, αντιμετώπιζε προβλήματα ρευστότητας και νομισματικής αστάθειας. Στην Αργεντινή έχει παιχτεί επανειλημμένα και με επιτυχία το παιχνίδι του οικονομικού και τραπεζικού στραγγαλισμού, “για να ξαναέρθει η σταθερότητα” και οι επενδύσεις μετά από την “αριστερή παρένθεση”.
Στην Κολομβία γίνονται εκλογές αυτές τις μέρες και παρότι ο πρώτος γύρος έφερε πολύ κοντά τους ανθυποψηφίους (περίπου 41 % της κυβερνώσας Αριστεράς έναντι 43 % της λαϊκής Δεξιάς), φαίνεται ότι κι εκεί θα υπάρξει ένα “πισωγύρισμα” με το βλέμμα στραμμένο σε τομείς όπως η ασφάλεια, τα ναρκωτικά, αλλά και με τη σκέψη στους γείτονες όπως η Βενεζουέλα. Ας αναφέρουμε εδώ ότι κατά τη διάρκεια της “πρώτης φοράς αριστερά” του Πέτρο (2022-2026), φούντωσε ξανά το “αυθόρμητο” ακροαριστερό αντάρτικο σε διάφορες επαρχίες της χώρας. Έτσι, για να δίνονται επιχειρήματα περί ασφάλειας στους αντιπάλους.
Υπάρχει όμως ένα κοινό συμπέρασμα σε όλα αυτά: η αδυναμία της Αριστεράς να πείσει και να συνεχίσει. Αν εξαιρέσουμε το παράδειγμα της Βολιβίας όπου η Αριστερά άντεξε για πολλά χρόνια και μάλλον σύντομα θα επανέλθει, ίσως λόγω της μεγαλύτερης φτώχειας και της πλειοψηφίας των αυτοχθόνων, όπως επίσης και την περίπτωση της Βενεζουέλας όπου φαίνεται ότι η Αριστερά “σβήνει” μέσα από χρόνιο οικονομικό στραγγαλισμό και την απαγωγή του προέδρου, οι άλλες χώρες ακολουθούν μια παρόμοια πορεία.
Εκλέγουν έναν αριστερό πρόεδρο γιατί “δεν πάει άλλο” και ύστερα, πολύ εύκολα και πολύ σύντομα, είτε με παρεμβάσεις (πραξικοπήματα, απαγωγές), είτε με δικαστική συνδρομή (βλέπε Βραζιλία), είτε με μιντιακή κι εξωτερική υποστήριξη, είτε με αυθεντική προθυμία του κόσμου, επανέρχεται το χειρότερο πρόσωπο της λαϊκιστικής Δεξιάς, στην πιο νεοφιλελεύθερη εκδοχή του.
Το κοινό σημείο είναι ότι η Αριστερά δεν πείθει γιατί ποτέ δεν ελέγχει αυτό που κάποιοι είχαν ονομάσει “αρμούς του συστήματος και της εξουσίας”. Στη Λατινική Αμερική παίζουν ρόλο οι επιχειρηματίες, οι φωνές που έρχονται από τη Βόρεια Αμερική, ο πολύ εύκολος οικονομικός στραγγαλισμός μέσω των τραπεζών, η Εκκλησία και η κινδυνολογία περί ανταρτών και κομμουνιστών, το χαμηλό επίπεδο παιδείας και φυσικά ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού που είναι πολύ φτωχό κι εξαγοράσιμο. Η ρητορική της Αριστεράς στη Λατινική Αμερική ήταν πάντοτε δυναμική και σε έναν βαθμό ρεαλιστική, καθώς είχε να διορθώσει πολλά και βασικά που δεν είναι δεδομένα (στέγαση, παιδεία, υγεία, κοινωνικό κράτος), αλλά από την άλλη βρισκόταν πάντοτε αντιμέτωπη με ένα απόλυτα εχθρικό τραπεζικό, μιντιακό και γεωπολιτικό περιβάλλον. Οπότε το πέρασμά της από την εξουσία ήταν συνήθως σύντομο και χωρίς να καταφέρει να κάνει τις αλλαγές που έπρεπε.
Είναι σαν η ίδια η μοίρα των χωρών αυτών να μην τις αφήνει να κάνουν ένα βήμα παραπάνω. Κι αν το κάνουν, τιμωρούνται με τον πιο βίαιο τρόπο. Η Αριστερά επανέρχεται και θα επανέρχεται σαν βαλβίδα κατευνασμού της δικαιολογημένης δυσαρέσκειας και όταν περάσει το στάδιο εκτόνωσης της οργής, ο πολιτικός κόσμος αγκαλιάζει ξανά το πιο σκληρό πρόσωπο της επιχειρηματικής διακυβέρνησης που πλέον δεν έχει πολιτικά χαρακτηριστικά αλλά κυρίως εταιρικά.
Ίσως η στροφή της Αριστεράς σε μια πιο μιντιακή και λαϊκιστική αποτύπωση των πεπραγμένων της, σε πιο χειροπιαστά έργα ανακούφισης των πολλών να ήταν ένα όπλο αντιστροφής αυτής της πορείας. Μα, αυτό έκανε ο Τσάβες και πέτυχε, έκανε πολλά και κατανοητά για τον απλό κόσμο, αυτό επίσης έκανε και ο Μοράλες στη Βολιβία και πάλι φάνηκε ότι το σύστημα έχει άπειρες και ανίκητες μεθόδους επιβίωσης. Η τάση είναι δεδομένη και το εκλογικό και πολιτικό μέλλον θα δείξει πώς και αν θα υπάρξει μια αντιστροφή αυτής της τάσης.
