Βρέθηκε καρτέλα ηρεμιστικών στο σπίτι, ενώ τα δύο κορίτσια ξύπνησαν ώρες μετά το έγκλημα – Τι αναφέρουν οι μαρτυρίες και η ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ.

Οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου και οι μαρτυρίες για τη ζωή της 39χρονης
Την ίδια ώρα, ο 41χρονος που κατηγορείται για τη δολοφονία της συζύγου του εμφανίστηκε ενώπιον του ανακριτή υποστηρίζοντας ότι η 39χρονη ήταν εκείνη που του επιτέθηκε πρώτη.
Μέσω του συνηγόρου υπεράσπισής του προσκόμισε φωτογραφίες με αμυχές και μώλωπες, ισχυριζόμενος ότι προήλθαν από συμπλοκή που προηγήθηκε της δολοφονίας.
Ωστόσο, οι καταθέσεις ανθρώπων που γνώριζαν το ζευγάρι, σε συνδυασμό με τα μέχρι στιγμής στοιχεία της έρευνας, παρουσιάζουν μια διαφορετική εικόνα. Μαρτυρίες αναφέρουν ότι η 39χρονη ζούσε υπό διαρκή έλεγχο, με τον σύζυγό της να παρακολουθεί τις κινήσεις της και να περιορίζει ακόμη και τις εξόδους της από το σπίτι.
Η μαρτυρία για την πρόθεση χωρισμού και το μήνυμα της 39χρονης
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται και στις αναφορές που αφορούν τα δύο παιδιά της οικογένειας.
Φίλη του ζευγαριού κατέθεσε ότι το μεγαλύτερο κορίτσι είχε εκμυστηρευτεί σε συμμαθήτριά του πως η μητέρα του σχεδίαζε να χωρίσει και να φύγει από το σπίτι.
Η ίδια μάρτυρας υποστήριξε ότι είχε απευθυνθεί στην Αστυνομία όταν δεν κατάφερνε να επικοινωνήσει με την 39χρονη. Όπως ανέφερε, αργότερα δέχθηκε τηλεφώνημα από τον 41χρονο, ο οποίος της ζήτησε εξηγήσεις και φέρεται να την απείλησε με μήνυση.
Παράλληλα, αποκάλυψε ότι η 39χρονη της είχε στείλει μήνυμα ζητώντας να μην αποκαλύψει πως γνώριζε για περιστατικά βίας.
«Σε παρακαλώ, πες ότι πήρατε την Αστυνομία γιατί φοβηθήκατε μήπως είχα χτυπήσει με το μηχανάκι και όχι γιατί ξέρετε ότι με χτυπάει», φέρεται να ανέφερε στο μήνυμά της.
Το ψεύτικο σενάριο και η ομολογία
Μετά τη δολοφονία, ο 41χρονος επιχείρησε αρχικά να πείσει τους αστυνομικούς ότι η σύζυγός του είχε αυτοτραυματιστεί και είχε κινηθεί εναντίον του.
Οι Αρχές, ωστόσο, διαπίστωσαν ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συμβάδιζαν με τα ευρήματα της έρευνας. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος ομολόγησε την πράξη του.
Σύμφωνα με πρόσωπα από το περιβάλλον της 39χρονης, η γυναίκα είχε δημιουργήσει λογαριασμό στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με διαφορετικά στοιχεία, ώστε να επικοινωνεί με φίλους και γνωστούς χωρίς να προκαλούνται εντάσεις στο σπίτι.
Οι ίδιες μαρτυρίες αναφέρουν ότι όταν ο 41χρονος πληροφορήθηκε την ύπαρξη του λογαριασμού, δημιούργησε δικό του προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με σκοπό να παρακολουθεί τη δραστηριότητά της. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο «thana_tos8511».
Η συγκινητική πρωτοβουλία για την κηδεία της 39χρονης
Συγκίνηση έχει προκαλέσει και μια πράξη αλληλεγγύης που έγινε γνωστή μετά τη δολοφονία.
Πληροφορίες αναφέρουν ότι η οικογένεια της 39χρονης αντιμετώπιζε δυσκολίες στην κάλυψη των εξόδων της κηδείας και δεν υπήρχε συγγενικό πρόσωπο που να μπορούσε να αναλάβει το κόστος.
Όταν αυτό έγινε γνωστό, τρεις άνθρωποι χωρίς καμία σχέση με την οικογένεια ή το θύμα προσφέρθηκαν να καλύψουν τα έξοδα της ταφής, ζητώντας παράλληλα να μην δημοσιοποιηθούν τα στοιχεία τους. Η πρωτοβουλία τους προκάλεσε έντονη συγκίνηση στην τοπική κοινωνία.
Ο 41χρονος αναμένεται να απολογηθεί την Πέμπτη 4 Ιουνίου.
Η ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ. για τις καταγγελίες ενδοοικογενειακής βίας
Διευκρινίσεις για την υπόθεση έδωσε και η Ελληνική Αστυνομία, απαντώντας σε αναφορές περί προηγούμενων καταγγελιών για ενδοοικογενειακή βία σε βάρος της 39χρονης.
Σε επίσημη ανακοίνωσή της, η ΕΛ.ΑΣ. τονίζει ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί δεν επιβεβαιώνονται από τα αρχεία των αρμόδιων υπηρεσιών.
Όπως επισημαίνεται, το περιστατικό του Νοεμβρίου 2025 που έχει αναφερθεί σε δημοσιεύματα δεν αφορούσε καταγγελία για ενδοοικογενειακή βία ή αναφορά κακοποίησης της γυναίκας. Σύμφωνα με την Αστυνομία, η ενημέρωση αφορούσε αποκλειστικά ανησυχία τρίτων προσώπων επειδή η 39χρονη δεν είχε εμφανιστεί σε προγραμματισμένη δραστηριότητα και δεν απαντούσε στις κλήσεις τους.
Η ΕΛ.ΑΣ. αναφέρει ότι οι αστυνομικοί μετέβησαν άμεσα στο σπίτι, όπου εντόπισαν τη γυναίκα καλά στην υγεία της. Κατά την επικοινωνία μαζί της, δεν ανέφερε περιστατικό βίας, απειλής ή ανάγκης προστασίας, ούτε προέκυψε οποιαδήποτε ένδειξη που να δικαιολογεί περαιτέρω αστυνομική παρέμβαση.
Παράλληλα, υπογραμμίζεται ότι, σύμφωνα με τα τηρούμενα αρχεία, δεν είχε περιέλθει ποτέ σε γνώση των αστυνομικών αρχών καταγγελία για περιστατικό ενδοοικογενειακής βίας μεταξύ των δύο συζύγων.
Η Ελληνική Αστυνομία σημειώνει ότι συνεχίζεται η συλλογή καταθέσεων και αποδεικτικών στοιχείων, ενώ κάθε πληροφορία που μπορεί να συμβάλει στη διερεύνηση της υπόθεσης αξιολογείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες.

Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε την χρήση των cookies στη συσκευή σας όπως περιγράφεται στην πολιτική cookies
Μάθετε περισσότερα εδώ

Αποδοχή