Σπίτια με κλειστές πόρτες και βαριές σιωπές. Τοίχοι που στενεύουν και συνθλίβουν. Μελανιές, φανερές και αφανέρωτες, που δεν επουλώνονται ποτέ. Προσπαθείς διαρκώς να μετράς τις κουβέντες, τα βλέμματα, τις κινήσεις σου, μόνο και μόνο για να μην ενοχληθεί ο “σύντροφος” που υποσχέθηκε να σ’ αγαπά και να σε σέβεται. Πόνος, αγωνία, φόβος. Αλλά, πάνω απ’ όλα, σιωπή. Σωπαίνεις για να κρύψεις τη ντροπή σου. Είσαι ένα ακόμη θύμα έμφυλης βίας, κι όσο μακρινό κι αν σου φαίνεται, το όνομά σου μπορεί ανά πάσα στιγμή να προστεθεί σε μια λίστα που μεγαλώνει επικίνδυνα.

H Κριστίνα Ριβέρα Γκάρσα (Μεξικό, 1964) πιστεύει πως η γυναικοκτονία δεν είναι μια ιδιωτική τραγωδία, αλλά ένα δημόσιο γεγονός που απαιτεί λόγο, μνήμη, ευθύνη. Καταθέτει ένα βαθιά συγκινητικό βιβλίο για τη βία κατά των γυναικών, βασισμένο στα προσωπικά της βιώματα με αφορμή τη δολοφονία της αδερφής της, Λιλιάνα.

Σχεδόν τριάντα χρόνια μετά το έγκλημα, ζητά την επανεξέταση της υπόθεσης. «Ποιος έχει δικαίωμα να αποφασίζει πόσος χρόνος είναι πολύς και πόσος λίγος;», αναρωτιέται έτοιμη να παλέψει τόσο με την αδράνεια της δικαιοσύνης, όσο και με το τραύμα της οικογένειάς της. Ξεπερνά τα εμπόδια της γραφειοκρατίας, συγκεντρώνει όλα τα επίσημα έγγραφα ενώ παράλληλα, ψάχνει στα προσωπικά αντικείμενα της Λιλιάνα, τετράδια, σημειώσεις, ημερολόγια, γράμματα, φωτογραφίες και της δίνει ξανά φωνή μέσα από τα ίδια της τα γραπτά.

Η 20χρονη φοιτήτρια αρχιτεκτονικής Λιλιάνα είναι ένα χαρισματικό πλάσμα με χιούμορ, ευαισθησία και όνειρα. Η σχέση της με τον Άνχελ ξεκινά γλυκά, όμως, με ασήμαντες αφορμές, η ζήλια και ο θυμός του μετατρέπονται σε καθημερινό έλεγχο. Προσπαθεί να δικαιολογεί όσα την ενοχλούν στη συμπεριφορά του και συχνά μετατοπίζει την ενοχή στον εαυτό της. Την ίδια στιγμή, όμως, συνειδητοποιεί ότι αυτή η ασφυκτική αγάπη την καθηλώνει και παλεύει να πάρει τη ζωή της πίσω.

Όταν μέσα στο αδιέξοδο της σχέσης έρχεται αντιμέτωπη με μια εγκυμοσύνη, επιλέγει να μην φορτώσει σε κανέναν αυτό το βάρος και αντιμετωπίζει μόνη της την επικίνδυνη διαδικασία της άμβλωσης, η οποία εκείνη την εποχή είναι παράνομη. Ακόμη και όταν φίλοι ή συμφοιτητές παρατηρούν σημάδια και μελανιές, η ίδια βρίσκει δικαιολογίες και τον καλύπτει. Κάθε φορά που του μιλά για χωρισμό, εκείνος αρνείται πεισματικά και υπόσχεται ν’ αλλάξει, αλλά γρήγορα η μεταμέλειά του δίνει τη θέση της σε εντονότερες εκρήξεις. Όσες φορές επιχειρεί να κάνει ένα νέο ξεκίνημα και να ζήσει ελεύθερη, εκείνος την κυνηγά μέχρι να την κερδίσει ξανά.

Λίγο πριν το τέλος, η Λιλιάνα καταφέρνει να ξεφύγει σωματικά και συναισθηματικά, με τους φίλους της να περιγράφουν μια γυναίκα που ξαναβρίσκει τον εαυτό της εκπέμποντας μια πρωτόγνωρη αυτοπεποίθηση. Ο Άνχελ, ανίκανος να αποδεχτεί τον χωρισμό, την παρενοχλεί διαρκώς όμως κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τη λύσσα του μπροστά στην οριστική απόφασή της.

«Πώς γίνεται να είσαι ευτυχισμένος όταν ζεις μόνιμα στο πένθος;», αναρωτιέται η συγγραφέας, καθώς εκείνη και οι γονείς της νιώθουν εξίσου νεκροί, ηττημένοι και διαλυμένοι. Από την πρώτη στιγμή, βρίσκονται εγκλωβισμένοι σε μια φυσαλίδα ενοχής και ντροπής, μια πόρτα σφραγισμένη με πέτρα και λάσπη. Μαζί με τον αβάσταχτο πόνο αναγκάζονται να κλείνουν τ’ αυτιά στα σχόλια που αμαυρώνουν τη μνήμη της αλλά και στα ύποπτα βλέμματα ή τα ψεύτικα χαμόγελα, όσων για να νιώσουν οι ίδιοι ασφαλείς, μεταβιβάζουν την ευθύνη στο θύμα και στους δικούς του ανθρώπους.

Μέσα σ’ αυτό το σκοτάδι, η δικαιοσύνη για τη Λιλιάνα δεν έρχεται ποτέ, καθώς οι αρχές αποτυγχάνουν να εντοπίσουν τον δολοφόνο. Όλα αλλάζουν την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, όταν στο οικογενειακό τραπέζι η συγγραφέας ανακοινώνει ότι ανοίγει ξανά την υπόθεση. Για πρώτη φορά ύστερα από τόσα χρόνια τοποθετούν τη φωτογραφία της ανάμεσά τους.

Η έμφυλη βία είναι ένα φαινόμενο διαταξικό που δεν σχετίζεται με το μορφωτικό επίπεδο, την οικονομική κατάσταση, την καταγωγή ή την ηλικία. Πυροδοτεί στο θύμα αισθήματα ενοχής και ντροπής, ακόμη κι όταν αυτό διαθέτει ένα υποστηρικτικό οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον, το οποίο όπως στην περίπτωση της Λιλιάνα, δεν στέκεται ικανό να αποτρέψει τη δολοφονία.

Ο θύτης, μέσα από μια συστηματική και μεθοδική αποδυνάμωση, οδηγεί το θύμα στην ψυχική διάλυση και εξαθλίωση, αλλοιώνοντας την εικόνα που έχει για τον εαυτό του. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η διαφυγή δεν είναι ζήτημα οικονομικής δυνατότητας ή επιλογής αλλά μια εξαιρετικά πολύπλοκη και ιδιαίτερα απαιτητική διαδικασία, γεγονός που καθιστά εντελώς ανούσιο το απλοϊκό ερώτημα “γιατί δεν έφυγε;”.

Η Λιλιάνα ονειρεύτηκε, δημιούργησε, διεκδίκησε την ελευθερία της. Στις δυσκολίες, είχε για στήριγμα τη φράση του Αλμπέρ Καμύ: «στην καρδιά του χειμώνα, ανακάλυπτα επιτέλους πως φύλαγα μέσα μου ένα αήττητο καλοκαίρι».

Ο ίδιος χειμώνας μπορεί ανά πάσα στιγμή να βρεθεί μπροστά μας. Γιατί η μόνη διαφορά ανάμεσα σε όλες εμάς και τη Λιλιάνα είναι ότι, απλώς δεν έτυχε να συναντήσουμε έναν άνθρωπο σαν τον Άνχελ, έναν δολοφόνο.

ΤΟ ΑΗΤΤΗΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΗΣ ΛΙΛΙΑΝΑ / CRISTINA RIVERA -GARZA

Μετάφραση: Ασπασία Καμπύλη, Χριστίνα Φιλήμονος / Εκδόσεις: Carnivora